Οι διεθνείς αγορές για τα καύσιμα εισέρχονται σε νέα περίοδο έντονης αστάθειας, καθώς η ταυτόχρονη κλιμάκωση των συγκρούσεων στον Περσικό Κόλπο με 1.000 ημέρες πολέμου και οι ουκρανικές επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια περιορίζουν την προσφορά και αυξάνουν τον κίνδυνο νέων ανατιμήσεων σε βενζίνη και ντίζελ.
Παράλληλα, η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει τις αντοχές της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας, φέρνοντας την περιοχή αντιμέτωπη με τον άμεσο κίνδυνο εξάντλησης στα καύσιμα τζετ. Παρά τις αυξημένες εισαγωγές από ΗΠΑ και Ασία και την ενίσχυση της παραγωγής στα τοπικά διυλιστήρια, η Ευρώπη παραμένει η πλέον εκτεθειμένη ήπειρος απέναντι σε ενδεχόμενες νέες διαταραχές τροφοδοσίας.
Η ενεργειακή κρίση διαμορφώνει σήμερα ένα σαφώς πιο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον σε σχέση με το πρώτο κύμα εχθροπραξιών, καθώς οι αγορές πετρελαίου και καυσίμων διαθέτουν πλέον πολύ λιγότερα «μαξιλάρια» ασφαλείας. Από τα τέλη Φεβρουαρίου που ξεκίνησε ο πόλεμος στο Ιράν η παγκόσμια αγορά απορρόφησε περίπου 400 εκατ. βαρέλια αργού και πετρελαϊκών προϊόντων. Οι ΗΠΑ άντλησαν σχεδόν 90 εκατ. βαρέλια από το απόθεμα πετρελαίου, οδηγώντας στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1984.
Στα προϊόντα διύλισης η πίεση είναι μεγσλύτερη. Τα αποθέματα ντίζελ στις ΗΠΑ παραμένουν 12% κάτω από τον μέσο όρο της τελευταίας 5ετίας, διυλιστήρια στον Κόλπο του Μεξικού υπολειτουργούν. Επίσης, επιθέσεις της Ουκρανίας με drones έχουν περιορίσει σημαντικά τη ρωσική παραγωγή διυλισμένων καυσίμων, αναγκάζοντας τη Μόσχα να απαγορεύσει τις εξαγωγές ντίζελ.
Παράλληλα, τα περιθώρια κέρδους έχουν εκτοξευτεί. Στα ευρωπαϊκά διυλιστήρια τα περιθώρια κέρδους στο ντίζελστο ντίζελ έχουν αγγίξει ιστορικά υψηλά επίπεδα, στα 60 δολ. το βαρέλι, αντανακλώντας τη μεγάλη ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Εάν δεν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση της κρίσης και αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά, οι πιέσεις στις τιμές των καυσίμων και στις διεθνείς αγορές ενδέχεται να ενταθούν ακόμη περισσότερο.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters, η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία καταγράφουν την υψηλότερη ευπάθεια, καθώς οι πολυετείς παύσεις λειτουργίας εγχώριων διυλιστηρίων δημιούργησαν συνθήκες ασφυκτικής εξάρτησης από τα φορτία της Μέσης Ανατολής που διέρχονται μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Το θέμα των λιμανιων έχει γίνει κομβικό, επίσης. Η DP World προχωρά σε έναν ευρύ ανασχεδιασμό των υποδομών της στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτ, εξετάζοντας την κατασκευή νέου λιμανιού και σταθμού εμπορευματοκιβωτίων στην ανατολική ακτή της χώρας. Στόχος είναι να περιοριστεί η εξάρτηση του Ντουμπάι από τον κομβικό λιμένα Τζεμπέλ Αλί και να δημιουργηθεί μια εναλλακτική εμπορική δίοδος που δεν θα απαιτεί τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ.

Oι εγκαταστάσεις της Aramco στο διυλιστήριο-λιμάνι Yanbu της Σαουδικής Αραβίας © Αramco
Τα διυλιστήρια γίνονται στόχος και οι τιμές στα καύσιμα παίρνουν την ανηφόρα
Όπως αναφερουν αναλυτές του χώρου στο Reuters, οι διεθνείς τιμές των διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων καταγράφουν νέα ανοδική πορεία, καθώς δύο παράλληλα πολεμικά μέτωπα προκαλούν σοβαρές αναταράξεις στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Από τη μία πλευρά, η αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν στα Στενά του Ορμούζ και, από την άλλη, η κλιμάκωση των ουκρανικών επιθέσεων κατά των ρωσικών διυλιστηρίων, περιορίζουν την προσφορά καυσίμων και αυξάνουν το κόστος διύλισης.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί νέο πονοκέφαλο για την αμερικανική κυβέρνηση. Εάν η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί να συγκρατήσει τις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, θα χρειαστεί είτε να επιταχύνει την αποκατάσταση της ομαλής ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ είτε να περιοριστούν οι επιθέσεις της Ουκρανίας στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Οι τελικές τιμές των καυσίμων που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις δεν εξαρτώνται μόνο από την τιμή του αργού πετρελαίου. Περιλαμβάνουν επίσης το περιθώριο κέρδους των διυλιστηρίων, τα κόστη χονδρικής και λιανικής διάθεσης, καθώς και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τον ΦΠΑ.
Μέχρι πρόσφατα, οι τιμές του αργού είχαν υποχωρήσει σημαντικά, καθώς οι αγορές προεξοφλούσαν αποκλιμάκωση της κρίσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και επαναφορά της ομαλής διέλευσης των δεξαμενόπλοιων από τα Στενά του Ορμούζ.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αμερικανικού αργού για τον πλησιέστερο μήνα διαπραγματεύονταν τον Ιούλιο κατά μέσο όρο στα 70 δολάρια το βαρέλι, σημαντικά χαμηλότερα από τα περίπου 99 δολάρια που είχαν καταγραφεί στο αποκορύφωμα των συγκρούσεων τον Απρίλιο και τον Μάιο.
Ωστόσο, η αποκλιμάκωση αυτή αντισταθμίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την εκτόξευση των περιθωρίων διύλισης, καθώς οι ουκρανικές επιθέσεις προκάλεσαν σημαντικές ζημιές στη ρωσική παραγωγική δυναμικότητα.

Το μεγάλο διυλιστήριο NORSI της Lukoil στο Νόβγκοροντ της Ρωσίας © NORSI
Καύσιμα: Οι ουκρανικές επιθέσεις αυξάνουν τα περιθώρια διύλισης
Η αδυναμία λειτουργίας μέρους των ρωσικών διυλιστηρίων έχει οδηγήσει σε θεαματική αύξηση των περιθωρίων κέρδους της διύλισης.
Το λεγόμενο περιθώριο «3-2-1 crack spread» –το διεθνές σημείο αναφοράς που αποτυπώνει το κέρδος από τη μετατροπή τριών βαρελιών αργού σε δύο βαρέλια βενζίνης και ένα βαρέλι ντίζελ– ανήλθε τον Ιούλιο στα 61 δολάρια ανά βαρέλι, έναντι 53 δολαρίων τον Μάιο και 47 δολαρίων τον Απρίλιο.
Σε πραγματικούς όρους, προσαρμοσμένους στον πληθωρισμό, υψηλότερα επίπεδα είχαν καταγραφεί μόνο τον Ιούνιο του 2022, αμέσως μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και την επιβολή των δυτικών κυρώσεων.
Παράλληλα, το σταθμισμένο καλάθι τιμών των βασικών διυλισμένων προϊόντων κινείται γύρω στα 130 δολάρια το βαρέλι, αισθητά χαμηλότερα από τα 151 δολάρια του Μαΐου, αλλά πολύ πάνω από τα επίπεδα των 80-90 δολαρίων που επικρατούσαν πριν από την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων.
Τις τελευταίες ημέρες μάλιστα τόσο οι τιμές του αργού όσο και τα περιθώρια διύλισης αυξάνονται ταυτόχρονα, ένδειξη ότι οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω άνοδο στις τιμές λιανικής.
Ο πόλεμος των διυλιστηρίων αλλάζει τις ισορροπίες
Η Ρωσία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παίκτες στη διεθνή αγορά διύλισης, καθώς τα διυλιστήριά της αντιστοιχούσαν το 2025 σε περίπου 7% της παγκόσμιας δυναμικότητας και επεξεργάζονταν σχεδόν το 6% του παγκόσμιου αργού πετρελαίου.
Σύμφωνα με τις εξελίξεις των τελευταίων μηνών, η Ουκρανία έχει εντείνει σημαντικά τις επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον των ρωσικών διυλιστηρίων, επιδιώκοντας να αποδυναμώσει την ενεργειακή βάση της Μόσχας και να αποκτήσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα σε ενδεχόμενες συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός.
Η εμβέλεια των ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών και πυραύλων έχει αυξηθεί θεαματικά, επιτρέποντας την προσβολή εγκαταστάσεων βαθιά στο ρωσικό έδαφος. Παράλληλα, οι επιθέσεις δεν επικεντρώνονται πλέον μόνο σε δεξαμενές αποθήκευσης ή μονάδες πρωτογενούς επεξεργασίας, αλλά κυρίως σε κρίσιμες μονάδες δευτερογενούς επεξεργασίας, οι οποίες είναι πολύ πιο δύσκολο και χρονοβόρο να αποκατασταθούν.
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι εφαρμόζεται πλέον η τακτική των επαναλαμβανόμενων πληγμάτων στις ίδιες εγκαταστάσεις όσο αυτές επισκευάζονται, καθυστερώντας σημαντικά την επαναλειτουργία τους και περιορίζοντας περαιτέρω την παραγωγική ικανότητα.
Παρότι οι επιθέσεις είχαν μειωθεί προσωρινά στις αρχές του έτους, από τον Απρίλιο η έντασή τους αυξάνεται συνεχώς, οδηγώντας ήδη τη Ρωσία στην επιβολή περιορισμών και απαγορεύσεων στις εξαγωγές ντίζελ, προκειμένου να διασφαλίσει την επάρκεια της εγχώριας αγοράς.

Iρανικό πλήγμα σε διυλιστήρια του Κουβέϊτ (φωτο αρχείου) © Χ.com
Καύσιμα: Η παγκόσμια αγορά γίνεται ολοένα πιο σφιχτή
Οι περισσότερες ρωσικές μονάδες διύλισης κατασκευάστηκαν κατά τη σοβιετική περίοδο και είναι προσανατολισμένες κυρίως στην παραγωγή ντίζελ και gasoil. Το 2023 η Ρωσία ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας των συγκεκριμένων καυσίμων στον κόσμο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, καλύπτοντας περίπου το 10% των παγκόσμιων εξαγωγών.
Η απώλεια σημαντικού μέρους αυτής της παραγωγής έχει συνέπειες πολύ πέρα από τη ρωσική αγορά. Διυλιστήρια στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την Ασία αναγκάζονται να αυξήσουν την παραγωγή ντίζελ, μειώνοντας αντίστοιχα την παραγωγή βενζίνης και αεροπορικών καυσίμων. Το αποτέλεσμα είναι μεγαλύτερη στενότητα προσφοράς σε ολόκληρη την αλυσίδα των πετρελαϊκών προϊόντων.
Η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο εάν η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο επεκταθεί και πλήξει διυλιστήρια στο Ιράν ή σε άλλες χώρες της περιοχής. Ένα τέτοιο σενάριο θα περιόριζε περαιτέρω τη διαθέσιμη παγκόσμια δυναμικότητα διύλισης, ασκώντας νέα ανοδική πίεση στις τιμές.
Το δύσκολο ενεργειακό στοίχημα του Ντόναλντ Τραμπ
Ακόμη και πριν από τη νέα κλιμάκωση των συγκρούσεων, οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμεναν υψηλότερες από τον μακροχρόνιο μέσο όρο σε πραγματικούς όρους, επιβαρύνοντας τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Η ταυτόχρονη κρίση στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία καθιστά πλέον πολύ πιο σύνθετες τις αποφάσεις της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ. Από τη μία πλευρά, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την πίεση προς το Ιράν και να στηρίξει στρατιωτικά την Ουκρανία. Από την άλλη, κάθε νέα επίθεση σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές περιορίζει την παγκόσμια προσφορά καυσίμων, αυξάνει τα περιθώρια διύλισης και μεταφράζεται σε ακριβότερη βενζίνη και ντίζελ για καταναλωτές και επιχειρήσεις.
Οι αναλυτές εκτιμούν ότι, όσο συνεχίζεται ο «πόλεμος των διυλιστηρίων» και παραμένει αβέβαιη η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, οι διεθνείς αγορές καυσίμων θα εξακολουθήσουν να κινούνται υπό καθεστώς υψηλής μεταβλητότητας. Η Ευρώπη βιώνει πιο ισχυρή πίεση, καθώς εξαρτάται από τις εισαγωγές ενέργειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η πορεία των τιμών δεν θα εξαρτηθεί πλέον μόνο από την παραγωγή αργού πετρελαίου, αλλά ολοένα περισσότερο από τη διαθεσιμότητα των μονάδων διύλισης και την ικανότητα της παγκόσμιας βιομηχανίας να καλύψει τη ζήτηση σε βενζίνη, ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα.
