Οι πόλεμοι, οι πανδημίες και οι γεωπολιτικές κρίσεις προκαλούν πάντοτε τις χειρότερες και πιο απότομες αυξήσεις στις τιμές, οι οποίες όμως με την πάροδο του χρόνου υποχωρούν.
Στο παρασκήνιο, ωστόσο, αναδύεται μια πολύ πιο ύπουλη και επίμονη απειλή για τα νοικοκυριά και την παγκόσμια οικονομία: ο πληθωρισμός της κλιματικής αλλαγής.
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι όσο αυξάνεται η θερμοκρασία του πλανήτη, τόσο μεγαλύτερη θα γίνεται η πίεση στις τιμές βασικών αγαθών, με πρώτο και κύριο τα τρόφιμα.
Σύμφωνα με μελέτη ερευνητών του Barcelona Supercomputing Center και στελεχών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η ακραία ζέστη από μόνη της θα μπορούσε από το 2035 και μετά να προσθέτει κάθε χρόνο από 0,3 έως και 1,2 ποσοστιαίες μονάδες στον παγκόσμιο πληθωρισμό.
«Ένα νέο σοκ κάθε χρόνο»
Όπως σημειώνει ο ερευνητής Μαξιμίλιαν Κοτς, η κατάσταση κινδυνεύει να μοιάζει με «ένα νέο σοκ κάθε χρόνο», δημιουργώντας μόνιμες ανοδικές πιέσεις στις τιμές.
Τα πρώτα δείγματα είναι ήδη ορατά. Στο Μεξικό, οι τιμές της ντομάτας σχεδόν διπλασιάστηκαν σε σχέση με πέρυσι, εξαιτίας της ξηρασίας, των ασυνήθιστων βροχοπτώσεων και ασθενειών που έπληξαν τις καλλιέργειες.
Στην Ινδία, όπου στα τέλη Απριλίου το θερμόμετρο άγγιξε τους 47 βαθμούς Κελσίου, οι φόβοι για ανεπαρκείς βροχοπτώσεις οδήγησαν τους οικονομολόγους σε αναθεώρηση προς τα πάνω των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό του οικονομικού έτους 2027.
Η Ιρένε Χέμσκερκ, επικεφαλής του Κέντρου Κλιματικής Αλλαγής της ΕΚΤ, προειδοποιεί ότι η αύξηση των τιμών στα τρόφιμα μειώνει την αγοραστική δύναμη και επηρεάζει ολόκληρη την οικονομία. Αν ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερα για καφέ, ψωμί ή λαχανικά, τότε διαθέτει λιγότερα χρήματα για άλλες αγορές, προκαλώντας αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.
Οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής δεν περιορίζονται μόνο στα τρόφιμα. Πυρκαγιές, ξηρασίες και πλημμύρες αυξάνουν τα ασφάλιστρα, τους λογαριασμούς νερού, ακόμη και τα ενοίκια. Τα κύματα καύσωνα ενισχύουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, ωθώντας τις τιμές υψηλότερα, ενώ οι χαμηλές στάθμες ποταμών και λιμνών δυσχεραίνουν τις μεταφορές και αυξάνουν το κόστος των εμπορευματικών μεταφορών.
Το παράδειγμα του ελαιολάδου
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ελαιόλαδο. Το καλοκαίρι του 2022, η Ευρώπη βίωσε πρωτοφανή καύσωνα, με αποτέλεσμα τα ελαιόδεντρα, ακόμη και στις άνυδρες περιοχές, να δώσουν μικρότερη και υποβαθμισμένη παραγωγή.
Στην Ισπανία, τη μεγαλύτερη παραγωγό και εξαγωγέα ελαιολάδου παγκοσμίως, η παραγωγή μειώθηκε περισσότερο από 50%. Οι ειδικοί θεωρούσαν ότι μια τέτοια πτώση συμβαίνει μία φορά ανά δεκαετία. Ωστόσο, επαναλήφθηκε και την επόμενη χρονιά.
Από το καλοκαίρι του 2022 έως τις αρχές του 2024, οι τιμές χονδρικής για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο σε περιοχές της Ισπανίας (αλλά και της Ελλάδας και άλλων χωρών στην Ευρώπη) εκτινάχθηκαν έως και κατά 165%, φτάνοντας στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας δεκαετίας. Χρειάστηκαν χρόνια για να ανακάμψει η παραγωγή, ενώ οι τιμές ακόμα και σήμερα δεν έχουν αποκλιμακωθεί παρά ελάχιστα.
Το αυξανόμενο κόστος παραγωγής αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα πληθωρισμού. Η Del Monte, η οποία πραγματοποίησε πωλήσεις άνω των 4 δισ. δολαρίων πέρυσι από μπανάνες, ανανάδες, αβοκάντο και άλλα προϊόντα, επενδύει σε ειδικά σκίαστρα και σε προστατευτικά υλικά που λειτουργούν σαν «αντηλιακά» για τα φυτά, ενώ αυξάνει τις δαπάνες ψύξης σε ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού της. Σύμφωνα με τον επικεφαλής βιωσιμότητας της εταιρείας, Χανς Σάουτερ, οι νέες κλιματικές συνθήκες κάνουν την παραγωγή σημαντικά ακριβότερη.
Αφρική και Νότια Αμερική πιο ευάλωτες
Οι επιπτώσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Οι θερμότερες περιοχές του πλανήτη, όπως η Αφρική και η Νότια Αμερική, θεωρούνται οι πλέον ευάλωτες, καθώς διαθέτουν περιορισμένες υποδομές και λιγότερους πόρους για προσαρμογή.
Αντίθετα, χώρες με ψυχρότερα κλίματα, όπως ο Καναδάς και η Νορβηγία, ενδέχεται να επωφεληθούν από ηπιότερες θερμοκρασίες, χαμηλότερη κατανάλωση θέρμανσης και καλύτερες συνθήκες για ορισμένες καλλιέργειες, οδηγώντας ακόμη και σε χαμηλότερο πληθωρισμό.
Μελέτη της Τράπεζας της Κορέας δείχνει ότι οι υψηλές θερμοκρασίες και οι έντονες βροχοπτώσεις μπορούν να αυξήσουν τον πληθωρισμό κατά 0,3 έως 0,5 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιπτώσεις διαρκούν περισσότερο από δύο χρόνια. Οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις εξετάζουν ήδη τη δημιουργία συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και την ενίσχυση κρίσιμων τομέων, όπως η γεωργία και η αλιεία.
Το συμπέρασμα των οικονομολόγων είναι σαφές: η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντικό πρόβλημα. Εξελίσσεται σε έναν νέο, μόνιμο και δύσκολα προβλέψιμο παράγοντα πληθωρισμού, ο οποίος απειλεί να μετατρέψει τις ακραίες καιρικές συνθήκες σε μια μόνιμη πηγή ακρίβειας για τα νοικοκυριά σε ολόκληρο τον κόσμο.
