Ο Ρήνος στεγνώνει και απειλεί την εύθραυστη οικονομία της Γερμανίας

Το ιστορικό χαμηλό της στάθμης του Ρήνου στη Γερμανία απειλεί τη βιομηχανική ανάκαμψη, τις μεταφορές, την ενέργεια και την αγροτική παραγωγή

Η στάθμη του Ρήνου στη Γερμανία σε ιστορικό χαμηλό ©ΑΠΕ

Η ιστορική πτώση της στάθμης του Ρήνου δημιουργεί νέο πονοκέφαλο για την οικονομίαστη Γερμανία. Σύμφωνα με ανάλυση της ING, η ξηρασία απειλεί τη βιομηχανική παραγωγή, τις μεταφορές και την εύθραυστη ανάκαμψη, περιορίζοντας την ανάπτυξη του 2026.

Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί ένα νέο οικονομικό ρίσκο για τη Γερμανία, καθώς τα εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα νερού στον Ρήνο απειλούν να διαταράξουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και τη λειτουργία κρίσιμων βιομηχανικών κλάδων. Σύμφωνα με ανάλυση της ING, η παρατεταμένη ξηρασία θα μπορούσε να αφαιρέσει έως 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη του γερμανικού ΑΕΠ φέτος.

Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης προσπαθεί να αφήσει πίσω της μια μακρά περίοδο στασιμότητας. Μετά από τρία συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης, η Γερμανία βρισκόταν σε τροχιά ανάκαμψης, με τις εκτιμήσεις να τοποθετούν την ετήσια αύξηση του ΑΕΠ περίπου στο 0,8%.

Γερμανία: Ο Ρήνος ως «αρτηρία» της βιομηχανίας

Ο Ρήνος δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη εμπορικό δρόμο για τη Γερμανία. Είναι βασικό κομμάτι της βιομηχανικής υποδομής της χώρας, γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκαν επί δεκαετίες ορισμένα από τα σημαντικότερα παραγωγικά κέντρα.

Περίπου 285 εκατ. τόνοι εμπορευμάτων μεταφέρονται κάθε χρόνο μέσω του ποταμού, καθιστώντας τον έναν από τους σημαντικότερους διαύλους logistics της Ευρώπης. Περίπου το 80% των εμπορευμάτων που μεταφέρονται μέσω εσωτερικών πλωτών οδών στη Γερμανία περνά από τον Ρήνο, ενώ εκατοντάδες πλοία διασχίζουν καθημερινά τη σύνδεση μεταξύ Ολλανδίας και Γερμανίας.

Ο ποταμός συνδέει το λιμάνι του Ρότερνταμ με τρεις κρίσιμες βιομηχανικές περιοχές: τη χαλυβουργική ζώνη Ρήνου-Ρουρ, την περιοχή Ρήνου-Μάιν και το χημικό σύμπλεγμα του Λούντβιχσχαφεν.

Η συγκέντρωση αυτών των βιομηχανιών στις όχθες του Ρήνου δεν ήταν τυχαία. Οι εγκαταστάσεις δημιουργήθηκαν τον 19ο αιώνα ώστε να αξιοποιούν τη φθηνή μεταφορά πρώτων υλών μέσω ποταμού και την πρόσβαση σε νερό για τις παραγωγικές διαδικασίες. Σήμερα, η χαμηλή στάθμη του ποταμού επηρεάζει άμεσα την καρδιά της γερμανικής βιομηχανίας.

Ιστορικό χαμηλό νερού και οικονομικές επιπτώσεις της ξηρασίας

Στις αρχές Αυγούστου, η στάθμη του Ρήνου στο σημείο Kaub υποχώρησε στα 24 εκατοστά, το χαμηλότερο επίπεδο από τότε που ξεκίνησαν οι καταγραφές το 1880. Το προηγούμενο ιστορικό χαμηλό ήταν τα 25 εκατοστά τον Οκτώβριο του 2018.

Η εξέλιξη θεωρείται ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι περίοδοι χαμηλής στάθμης εμφανίζονταν παραδοσιακά μεταξύ Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου και όχι μέσα στο καλοκαίρι. Οι προβλέψεις για περιορισμένες βροχοπτώσεις τις επόμενες εβδομάδες ενισχύουν τις ανησυχίες ότι η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί.

Η επίδραση της χαμηλής στάθμης του Ρήνου ξεπερνά το πραγματικό ποσοστό συμμετοχής του στις συνολικές εμπορευματικές μεταφορές της χώρας, καθώς αφορά βιομηχανίες στρατηγικής σημασίας.

ΡΗΝΟΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Τα επίπεδα της στάθμης του νερού του Ρήνου στο σημείο Kaub στη Γερμανία ©ING, pegelonline.wsv.de

Μελέτη του Ινστιτούτου του Κιέλου το 2020 είχε δείξει ότι η ξηρασία του 2018 επηρέασε τη γερμανική οικονομία τόσο μέσω των μεταφορών όσο και μέσω της παραγωγής. Για έναν μήνα χαμηλής στάθμης, ο όγκος των εσωτερικών πλωτών μεταφορών μειώθηκε περίπου κατά 25%, ενώ η βιομηχανική παραγωγή υποχώρησε περίπου 1%. Συνολικά, το επεισόδιο του 2018 εκτιμάται ότι αφαίρεσε περίπου 0,3 ποσοστιαίες μονάδες από την ανάπτυξη του γερμανικού ΑΕΠ.

Η ING εκτιμά ότι η σημερινή κατάσταση μπορεί να έχει ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο, καθώς τα επίπεδα νερού στις αρχές Αυγούστου είναι πρωτοφανή. Η τελική επίδραση θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια της ξηρασίας, καθώς μια περίοδος έντονων βροχοπτώσεων θα μπορούσε να αλλάξει γρήγορα τις οικονομικές προοπτικές.

Ωστόσο, εάν οι συνθήκες συνεχιστούν, η Γερμανία κινδυνεύει να αντιμετωπίσει μια επανάληψη του 2018, με νέο πλήγμα στην ανάκαμψή της. Παρά το γεγονός ότι η εξέλιξη αυτή δεν θεωρείται αρκετή για να προκαλέσει ύφεση, αποτελεί ακόμη ένα εμπόδιο για μια οικονομία που προσπαθεί να επιστρέψει σε σταθερή ανάπτυξη, με σοβαρές επιπτώσεις στις μεταφορές, τη βιομηχανία, την ενέργεια και την αγροτική παραγωγή.

Η Γερμανία αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος μεταφορών

Οι μετεωρολόγοι προβλέπουν ότι το κύμα καύσωνα θα διατηρηθεί τουλάχιστον για ακόμη μία εβδομάδα, με τον υδράργυρο να ξεπερνά κατά τόπους τους 40 βαθμούς Κελσίου.

Σύμφωνα με το γερμανικό Σύστημα Πληροφόρησης Χαμηλών Υδάτων (NIWIS), στα τέλη Ιουλίου το 44% των σταθμών μέτρησης στον Ρήνο και το 78% στον Δούναβη κατέγραφαν εξαιρετικά χαμηλές στάθμες.

Στο σημείο μέτρησης του Κάουμπ, κοντά στο Κόμπλεντς, το βάθος του πλωτού διαύλου έφθασε τα 25 εκατοστά, προσεγγίζοντας το ιστορικό χαμηλό του 2018. Το συγκεκριμένο σημείο θεωρείται βασικός δείκτης για τη ναυσιπλοΐα, καθώς καθορίζει το φορτίο που μπορούν να μεταφέρουν τα εμπορικά πλοία χωρίς να κινδυνεύουν να προσαράξουν.

Παρότι οι αρχές δεν εκτιμούν ότι θα διακοπεί πλήρως η κυκλοφορία στον Ρήνο, η χαμηλή στάθμη υποχρεώνει τις μεταφορικές εταιρείες να μειώνουν σημαντικά το φορτίο κάθε πλοίου ή να το κατανέμουν σε περισσότερα σκάφη. Η πρακτική αυτή αυξάνει το κόστος μεταφοράς και ενδέχεται να προκαλέσει καθυστερήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι, όταν το επιτρεπόμενο φορτίο περιορίζεται υπερβολικά, αρκετές μεταφορές καθίστανται οικονομικά ασύμφορες, ενώ αυξάνεται και ο κίνδυνος ζημιών στα πλοία. Ο Ρήνος αποτελεί τη σημαντικότερη πλωτή αρτηρία της Ευρώπης, συνδέοντας τις βιομηχανικές περιοχές της Γερμανίας με μεγάλα λιμάνια της Βόρειας Θάλασσας, γεγονός που καθιστά κάθε περιορισμό στη λειτουργία του ιδιαίτερα κρίσιμο για την οικονομική δραστηριότητα.

Ο πυρηνικός σταθμός στην πόλη Πακς της Ουγγαρίας, στις όχθες του Δούναβη © Wikimedia

Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε άλλες χώρες, από τη βιομηχανία και την ενέργεια έως τη γεωργία

Η εικόνα είναι αντίστοιχα δύσκολη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ο Δούναβης καταγράφει τις χαμηλότερες στάθμες των τελευταίων δεκαετιών σε περιοχές της Σερβίας και της Ρουμανίας, προκαλώντας προβλήματα στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Στη Σερβία περιορίστηκε η λειτουργία λιγνιτικών μονάδων λόγω έλλειψης νερού για τα συστήματα ψύξης, ενώ στη Ρουμανία οι αρχές προχώρησαν ακόμη και σε ελεγχόμενη ανατίναξη βράχου, ώστε να αυξηθεί η ροή προς τον πυρηνικό σταθμό της Τσερναβόντα. Παράλληλα, οι αυτοκινητοβιομηχανίες Dacia και Ford συμφώνησαν να αναστείλουν προσωρινά μέρος της παραγωγής τους, περιορίζοντας την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Στην Ιταλία, ο ποταμός Πάδος έφθασε επίσης σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, με τις αρχές να αναβαθμίζουν τον συναγερμό για την ξηρασία. Η εισχώρηση θαλασσινού νερού στις εκβολές του ποταμού επιβαρύνει τα οικοσυστήματα και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην άρδευση των καλλιεργειών.

Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι, παρότι δεν καταγράφεται σαφής μακροχρόνια μείωση των βροχοπτώσεων στην Ευρώπη, η κλιματική αλλαγή αυξάνει τις θερμοκρασίες και την εξάτμιση της υγρασίας, ενισχύοντας τη συχνότητα και την ένταση των περιόδων ξηρασίας.

Η αυξημένη ζήτηση νερού από νοικοκυριά, γεωργία και βιομηχανία επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση, ενώ προηγούμενες μεγάλες ξηρασίες έχουν ήδη συνδεθεί με περισσότερες δασικές πυρκαγιές και υψηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, υπογραμμίζοντας το ευρύτερο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος του φαινομένου.