Data Centers: Ανταποδοτικό τέλος στις τοπικές κοινωνίες, αυστηρότεροι όροι για “πράσινο” ρεύμα

Στα 15.000 ευρώ ανά MW το ετήσιο τέλος. Οι απαιτήσεις για ΑΠΕ και μπαταρίες και η παράταση προθεσμιών για τις υφιστάμενες επενδύσεις

Data centers ©Magnific

Νέο ανταποδοτικό τέλος, που θα αποφέρει οικονομικά οφέλη στους κατοίκους και τους δήμους όπου θα εγκατασταθούν Κέντρα Δεδομένων, θεσπίζει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με τις προσθήκες που ενσωματώθηκαν στο νομοσχέδιο για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, όπως αυτό κατατέθηκε στη Βουλή. Το τέλος θα καταβάλλεται σε ετήσια βάση και θα ανέρχεται σε 15.000 ευρώ ανά Μεγαβάτ (MW) μέγιστης ισχύος κατανάλωσης, διαμορφώνοντας μία πρόσθετη οικονομική υποχρέωση για τις επιχειρήσεις που θα αναπτύξουν data centers στη χώρα μας.

Παράλληλα, η τελική εκδοχή του νομοσχεδίου εξειδικεύει τους όρους με τους οποίους οι επενδυτές θα καλύπτουν με «πράσινη» ηλεκτρική ενέργεια τις ανάγκες των εγκαταστάσεών τους, θέτοντας αυστηρότερες προϋποθέσεις για τους σταθμούς ΑΠΕ που θα αξιοποιούνται. Την ίδια στιγμή, εισάγει κίνητρα για την επιλογή τεχνολογιών που προσφέρουν καλύτερη αντιστοίχιση της παραγωγής με την κατανάλωση των Κέντρων Δεδομένων, όπως τα αιολικά πάρκα ή οι συνδυασμοί ΑΠΕ με μπαταρίες.

Οι αλλαγές δεν εξαντλούνται στις ενεργειακές υποχρεώσεις. Περιλαμβάνουν επίσης διευκολύνσεις στη διαδικασία σύνδεσης των νέων εγκαταστάσεων με το ηλεκτρικό σύστημα, αλλά και μεγαλύτερα χρονικά περιθώρια προσαρμογής στο νέο καθεστώς για επενδύσεις που έχουν ήδη εξασφαλίσει ηλεκτρικό «χώρο».

Πώς θα υπολογίζεται το ανταποδοτικό τέλος

Η σημαντικότερη προσθήκη, η οποία δεν υπήρχε στο κείμενο της δημόσιας διαβούλευσης, περιλαμβάνεται στο άρθρο 27 και προβλέπει την καταβολή ειδικού ετήσιου τέλους από τους κατόχους Κέντρων Δεδομένων, από τη στιγμή που θα ξεκινήσει η λειτουργία των εγκαταστάσεών τους.

Δικαιούχοι του τέλους θα είναι οι οικιακοί καταναλωτές και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού των περιοχών εγκατάστασης. Η κατανομή και απόδοσή του θα γίνεται με ανάλογη εφαρμογή του μηχανισμού που έχει θεσπιστεί για τα ανταποδοτικά οφέλη από έργα ΑΠΕ.

Το ύψος της επιβάρυνσης θα εξαρτάται από τη μέγιστη ισχύ κατανάλωσης και όχι από την ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που θα καταναλώνεται κάθε χρόνο. Έτσι, για ένα data center ισχύος 50 MW το ετήσιο τέλος θα ανέρχεται σε 750.000 ευρώ, ενώ για μία εγκατάσταση 100 MW θα φτάνει το 1,5 εκατ. Ευρώ.

Με τη συγκεκριμένη πρόβλεψη, το ΥΠΕΝ επεκτείνει ουσιαστικά και στα Κέντρα Δεδομένων τη λογική της ανταποδοτικότητας που εφαρμόζεται ήδη στον τομέα των ΑΠΕ. Στόχος είναι μέρος της οικονομικής δραστηριότητας που δημιουργούν οι μεγάλες αυτές επενδύσεις να επιστρέφει απευθείας στις περιοχές φιλοξενίας τους, ενισχύοντας παράλληλα την αποδοχή τους από τις τοπικές κοινωνίες.

Μόνο νέες ΑΠΕ για την κάλυψη του 60%

Στο ενεργειακό σκέλος, διατηρείται ο βασικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τουλάχιστον το 60% της ετήσιας κατανάλωσης ενός Κέντρου Δεδομένων θα πρέπει να καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές. Ωστόσο, η διάταξη που κατατέθηκε στη Βουλή προσδιορίζει με μεγαλύτερη σαφήνεια ποιες μονάδες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκπλήρωση της συγκεκριμένης υποχρέωσης.

Ειδικότερα, θα πρέπει να πρόκειται για νέους σταθμούς ΑΠΕ, εγκατεστημένους στο διασυνδεδεμένο σύστημα, οι οποίοι κατά την υποβολή της αίτησης σύνδεσης του data center δεν διαθέτουν Άδεια Λειτουργίας ή, στην περίπτωση εξαιρούμενων σταθμών, Βεβαίωση Ηλέκτρισης.

Προστίθεται μάλιστα μία κρίσιμη προϋπόθεση: οι σταθμοί ΑΠΕ και τα συστήματα αποθήκευσης που θα χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των αναγκών του Κέντρου Δεδομένων θα πρέπει να έχουν τεθεί σε λειτουργία το αργότερο έως την ηλέκτρισή του. Διαφορετικά, η σύνδεση του data center δεν θα μπορεί να ενεργοποιηθεί μέχρι να ολοκληρωθούν οι αντίστοιχες ενεργειακές εγκαταστάσεις.

Επομένως, το νέο πλαίσιο συνδέει χρονικά την υλοποίηση των Κέντρων Δεδομένων με την ανάπτυξη πρόσθετης παραγωγικής δυναμικότητας από ΑΠΕ, περιορίζοντας τη δυνατότητα να προηγηθεί η ενεργοποίηση των μεγάλων νέων φορτίων χωρίς τις προβλεπόμενες συνοδευτικές ενεργειακές επενδύσεις.

Μία ακόμη διευκρίνιση αφορά τον έλεγχο της υποχρέωσης του 60%, ο οποίος θα γίνεται σε ετήσια βάση, με αντιπαραβολή της μετρούμενης παραγωγής των σχετικών έργων και της κατανάλωσης του data center. Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι σταθμοί ΑΠΕ και οι μπαταρίες δεν μπορούν να λαμβάνουν λειτουργική ενίσχυση για το μέρος της ισχύος που εξυπηρετεί τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις.

Κίνητρο για αιολικά πάρκα και μπαταρίες

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξειδίκευση της δυνατότητας μείωσης του υποχρεωτικού ποσοστού κάλυψης από ΑΠΕ, μέσω υπουργικής απόφασης. Η πρόβλεψη υπήρχε ήδη στη διαβούλευση, αλλά πλέον αποσαφηνίζονται τα χαρακτηριστικά των ενεργειακών συμβάσεων που μπορούν να δικαιολογήσουν μια τέτοια προσαρμογή.

Συγκεκριμένα, η δυνατότητα αφορά διμερείς συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs) με μονάδες ΑΠΕ διαφορετικής τεχνολογίας από τα φωτοβολταϊκά, καθώς και συμβάσεις με σταθμούς ΑΠΕ που συνδυάζονται με αποθήκευση.

Καθοριστικό κριτήριο θα είναι ο βαθμός χρονικής αντιστοίχισης της παραγωγής με την πραγματική κατανάλωση του Κέντρου Δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη και το μέγεθος των μπαταριών.

Η συγκεκριμένη προσέγγιση δημιουργεί ευνοϊκότερες προοπτικές για τα αιολικά πάρκα, καθώς η παραγωγή τους δεν περιορίζεται στις ώρες ηλιοφάνειας. Κατά συνέπεια, μπορεί να εξυπηρετεί αποτελεσματικότερα το σχετικά σταθερό προφίλ κατανάλωσης των data centers, τα οποία λειτουργούν σε 24ωρη βάση.

Αντίστοιχο όφελος μπορεί να προκύψει από συνδυασμούς φωτοβολταϊκών με μπαταρίες, εφόσον η αποθήκευση επιτρέπει τη μεταφορά μέρους της παραγόμενης ενέργειας σε ώρες αυξημένης ζήτησης. Η τελική εφαρμογή του κινήτρου θα εξαρτηθεί πάντως από την υπουργική απόφαση που θα καθορίσει τις ειδικότερες προϋποθέσεις.

Μεγαλύτερη ευελιξία στις συνδέσεις

Σημειακές αλλά ουσιαστικές προσαρμογές προβλέπονται και για τη διαδικασία εξασφάλισης ηλεκτρικού «χώρου». Μεταξύ άλλων, δίνεται στον ΔΕΔΔΗΕ η δυνατότητα χορήγησης διακριτών ή τμηματικών Προσφορών Σύνδεσης για Κέντρα Δεδομένων που αποτελούν ενιαία λειτουργική εγκατάσταση, με ανώτατο όριο συνολικής ισχύος τα 40 MW.

Παράλληλα, αποσαφηνίζεται ότι όταν η συνολική αιτούμενη ισχύς υπερβαίνει τα 10 MW, ο επενδυτής δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση προσκόμισης των δικαιολογητικών που προβλέπονται για την αντίστοιχη κατηγορία έργων.

Μία ακόμη διευκόλυνση είναι η αύξηση από δύο σε τρεις μήνες του χρονικού περιθωρίου που έχει ο επενδυτής για να αποδεχθεί την Προσφορά Σύνδεσης. Η διάρκειά της εξακολουθεί να είναι τριετής.

Επιπλέον, για τα μεγάλα αιτήματα σύνδεσης άνω των 200 MW που διεκδικούν εξέταση κατά απόλυτη προτεραιότητα, εξειδικεύεται η απαίτηση οι σχετικές κατανεμόμενες μονάδες και τα συστήματα αποθήκευσης να μην έχουν ήδη λάβει Άδεια Λειτουργίας κατά την υποβολή της αίτησης.

Παράταση προθεσμιών και μεγαλύτερη διαφάνεια

Σημαντική αλλαγή για τις επενδύσεις που έχουν ήδη προχωρήσει σε ώριμο στάδιο είναι η αύξηση από πέντε σε δώδεκα μήνες της μεταβατικής προθεσμίας υποβολής των νέων δικαιολογητικών. Η διευκόλυνση καλύπτει τόσο data centers με Προσφορά Σύνδεσης που δεν έχει ακόμη οδηγήσει σε σύμβαση όσο και εγκαταστάσεις για τις οποίες έχει ήδη υπογραφεί Σύμβαση Σύνδεσης.

Στο μεταξύ, διευρύνεται η υποχρέωση εγγραφής στο Μητρώο Κέντρων Δεδομένων, ώστε να περιλαμβάνει και υφιστάμενες εγκαταστάσεις, καθώς και επενδύσεις με εκκρεμή αίτηση ή ήδη χορηγημένη Προσφορά Σύνδεσης. Με απόφαση της ΡΑΑΕΥ θα προσδιορίζονται τα στοιχεία που καταχωρίζονται και εκείνα που δημοσιοποιούνται.

Τέλος, οι Διαχειριστές θα υποχρεούνται να δημοσιοποιούν πληροφορίες για τη διαθέσιμη δυναμικότητα σύνδεσης και τη σειρά εξέτασης των αιτημάτων, υπό την εποπτεία της ΡΑΑΕΥ.