Παρά την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης στο λιανεμπόριο τα τελευταία χρόνια, τα ηλεκτρονικά σούπερ μάρκετ στην Ελλάδα εξακολουθούν να αποτελούν ένα σχετικά μικρό κομμάτι της συνολικής αγοράς. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, μόλις το 3,1% του συνολικού τζίρου των σούπερ μάρκετ στη χώρα πραγματοποιείται μέσω του online καναλιού, ποσοστό που παραμένει ουσιαστικά στάσιμο τα τελευταία χρόνια. Εξαίρεση αποτέλεσε η περίοδος της πανδημίας, όταν ο τζίρος των ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ άγγιξε το 5% του συνολικού τζίρου των σούπερ μάρκετ. Ωστόσο, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο η άνοδος αυτή ήταν αναμενόμενη, καθότι μεγάλη μερίδα των καταναλωτών για λόγους υγειονομικής ασφάλειας απέφευγε σημεία με συνωστισμό, καταφεύγοντας σε ηλεκτρονικές, εξ αποστάσεως παραγγελίες.
Το 2025 ο συνολικός «ηλεκτρονικός» τζίρος των μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ ανήλθε στα 310 εκατομμύρια ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3% σε ετήσια βάση. Τη στιγμή μάλιστα που ο συνολικός τζίρος των σούπερ μάρκετ αυξήθηκε πέρυσι με πάνω από 7%, ξεπερνώντας τα 16 δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα στοιχεία για τις ηλεκτρονικές πωλήσεις προέρχονται από το eRetail Audit Panel της Convert Group και της Circana και αποτυπώνουν μια αγορά που συνεχίζει να ωριμάζει, με την ανάπτυξη να στηρίζεται κυρίως στον όγκο των παραγγελιών και λιγότερο στην αξία του καλαθιού.
Στην αποτύπωση της Convert Group υπολογίζονται τα έσοδα των μεγαλύτερων παραδοσιακών αλυσίδων του κλάδου, ήτοι του Σκλαβενίτη, της ΑΒ Βασιλόπουλος, των My market, του Μασούτη, του Κρητικού, των Market In, της Bazaar και του Θανόπουλου.
Σημειώνεται ωστόσο ότι στα διαθέσιμα στοιχεία δεν συμπεριλαμβάνονται οι πωλήσεις που κάνουν οι δύο πλατφόρμες διανομών efood και Wolt market, οι οποίες εξυπηρετούν παραδόσεις προϊόντων σούπερ μάρκετ, ανεξάρτητα από τις παραγγελίες σε εστιατόρια που αποτελούν το βασικό μέρος της δραστηριότητάς τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι από τις καταγεγραμμένες πωλήσεις των ηλεκτρονικών σούπερ μάρκετ ύψους 310 εκατομμυρίων εξαιρούνται αυτές που πραγματοποίησαν οι δύο προαναφερόμενες εταιρείες, οι οποίες δεν παρέχουν στοιχεία για το συγκεκριμένο πεδίο.
Την ίδια στιγμή, τα ηλεκτρονικά σούπερ μάρκετ αποτελούν ακριβή επένδυση, γι’ αυτό και, ενώ όταν ξεκίνησαν πραγματοποιούσαν διανομή άνευ χρέωσης, πλέον τα δεδομένα έχουν αλλάξει. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί ο Σκλαβενίτης, ο οποίος έως τώρα δεν χρέωνε τις παραγγελίες άνω των 100 ευρώ, αλλά ξεκίνησε να το κάνει από 4 Μαΐου. Απόφαση της μεγαλύτερης εταιρείας σούπερ μάρκετ της χώρας ήταν να εισαγάγει για πρώτη φορά κόστος διαλογής και αποστολής και για παραγγελίες άνω των 100 ευρώ. Διατηρώντας αμετάβλητη τη χρέωση στα 2,50 ευρώ για καλάθια από 20 έως 100 ευρώ, που ίσχυε ούτως ή άλλως.
Παρ’ όλα αυτά, η απόσταση της Ελλάδας στον τομέα των ηλεκτρονικών αγορών από σούπερ μάρκετ σε σύγκριση με πιο ώριμες ευρωπαϊκές αγορές παραμένει σημαντική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Μεγάλη Βρετανία, όπου το online κανάλι στα σούπερ μάρκετ ξεπερνά το 11% του συνολικού τζίρου, αποτυπώνοντας μια αγορά με πολύ πιο αναπτυγμένες τεχνολογικές υποδομές, logistics και λειτουργικά μοντέλα. Στην ελληνική αγορά, τα ηλεκτρονικά σούπερ μάρκετ λειτουργούν αμιγώς συμπληρωματικά για τις μεγάλες αλυσίδες.
Τα νεότερα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026, προερχόμενα από το eRetail Audit Panel, δείχνουν ότι η ελληνική αγορά κινείται με ήπιους ρυθμούς ανάπτυξης. Ο τζίρος των online σούπερ μάρκετ ανήλθε στα 80 εκατ. ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ, καταγράφοντας αύξηση 1% σε ετήσια βάση. Η επίδοση αυτή αποτυπώνεται παρά τη μείωση των παραγγελιών κατά 4%, η οποία αντισταθμίστηκε από την αύξηση της μέσης αξίας καλαθιού κατά 5%.
Η άνοδος της μέσης αξίας καλαθιού συνδέεται κυρίως με δύο παράγοντες. Αφενός την αύξηση των τεμαχίων ανά καλάθι κατά 4%, αφετέρου την αύξηση της μέσης τιμής ανά τεμάχιο κατά 1%. Με άλλα λόγια, οι καταναλωτές πραγματοποιούν λιγότερες παραγγελίες, αλλά όταν αγοράζουν online γεμίζουν περισσότερο το καλάθι τους και πληρώνουν ελαφρώς υψηλότερες τιμές ανά προϊόν.
Σε μηνιαία βάση, η αγορά εμφάνισε διακυμάνσεις. Τον Ιανουάριο οι πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 27,6 εκατ. ευρώ, με οριακή υποχώρηση 0,2% σε σχέση με πέρυσι. Τον Φεβρουάριο κατέγραψαν πτώση 4,8%, στα 24,8 εκατ. ευρώ, ενώ τον Μάρτιο επανήλθαν σε θετικό έδαφος, φτάνοντας τα 27,8 εκατ. ευρώ, με αύξηση 7,9%.
Σε επίπεδο κατηγοριών, τα φρέσκα τρόφιμα παραμένουν η ισχυρότερη κατηγορία στο ηλεκτρονικό καλάθι, με μερίδιο 35% στην αξία πωλήσεων και ετήσια αύξηση 3%. Ακολουθούν τα βασικά τυποποιημένα τρόφιμα με μερίδιο 23% και αύξηση 1%, ενώ τα προϊόντα καθαρισμού και χαρτικά για οικιακή χρήση κατέχουν μερίδιο 13%, καταγράφοντας πτώση 2%.
Τα εμφιαλωμένα ποτά, αναψυκτικά, νερά και μείγματα ροφημάτων αντιπροσωπεύουν το 10% των πωλήσεων, επίσης με πτώση 2%, ενώ τα κατεψυγμένα τρόφιμα εμφανίζουν μερίδιο 6% και αύξηση 3%. Στις μικρότερες κατηγορίες, τα προϊόντα ομορφιάς και υγείας έχουν μερίδιο 5% και υποχωρούν κατά 2%, η αρτοποιία βρίσκεται στο 4% με πτώση 3%, ενώ η κατηγορία βρεφικών και παιδικών προϊόντων, με μερίδιο 3%, καταγράφει τη μεγαλύτερη πτώση, στο -10%. Αντίθετα, τα προϊόντα για κατοικίδια, αν και αντιστοιχούν μόλις στο 1% της αγοράς, εμφανίζουν τη μεγαλύτερη αύξηση, στο +10%.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Παραπολιτικά
