Με περιορισμένες προσδοκίες, αλλά και με την ελπίδα ότι θα κινητοποιηθεί ένα μέρος των καταναλωτών, ξεκίνησαν οι θερινές εκπτώσεις. Η αγορά δεν περιμένει εντυπωσιακή άνοδο του τζίρου, ούτε μεγάλα καλάθια αγορών. Εκτιμά, ωστόσο, ότι θα υπάρξει καταναλωτική κίνηση, κυρίως από εκείνους που παραδοσιακά περιμένουν την εκπτωτική περίοδο για να πραγματοποιήσουν συγκεκριμένες αγορές, κάτι που επισημαίνει μιλώντας στο powergame.gr o γραμματέας της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας, Θεόδωρος Καπράλος, μιλώντας στο powergame.gr.
Το πρώτο δεκαπενθήμερο θεωρείται συνήθως το πιο δυναμικό κομμάτι της περιόδου. Όσο πλησιάζουμε χρονικά προς τον Αύγουστο, σημαντικό μέρος των Ελλήνων καταναλωτών αναχωρεί για διακοπές, με αποτέλεσμα η κίνηση στις τοπικές αγορές να περιορίζεται. Γι’ αυτό και οι έμποροι δίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα στις πρώτες εβδομάδες, όταν οι καταναλωτές έχουν ακόμη παρουσία στα μεγάλα αστικά κέντρα και αναζητούν προϊόντα σε χαμηλότερες τιμές.
Πώς άλλαξαν χαρακτήρα οι εκπτώσεις
Ο θεσμός των τακτικών εκπτώσεων δεν έχει πλέον την ίδια σημασία που είχε πριν από 15 ή 20 χρόνια. Στο παρελθόν οι καταναλωτές περίμεναν τα μέσα Ιανουαρίου για τις χειμερινές εκπτώσεις και τα μέσα Ιουλίου για τις θερινές, καθώς οι δυνατότητες αγοράς προϊόντων σε μειωμένες τιμές ήταν περιορισμένες μέσα στο έτος.
Η εικόνα αυτή έχει αλλάξει ριζικά. Η Black Friday, η Cyber Monday, οι ηλεκτρονικές προσφορές και η απελευθέρωση του θεσμού των προσφορών με την κατάργηση των ενδιάμεσων εκπτώσεων επί υπουργίας Άδωνι Γεωργιάδη στο Ανάπτυξης το 2022, έχουν δημιουργήσει διαδοχικές περιόδους μειωμένων τιμών. Οι επιχειρήσεις μπορούν πλέον να πραγματοποιούν προωθητικές ενέργειες σε πολλές χρονικές στιγμές, ενώ οι καταναλωτές αναζητούν καθημερινά προσφορές στο διαδίκτυο και στα φυσικά καταστήματα.
Έτσι, όποιος επιθυμεί ένα συγκεκριμένο προϊόν μπορεί να συγκρίνει τιμές και να το αγοράσει όταν εντοπίσει μια ελκυστική προσφορά, χωρίς να περιμένει υποχρεωτικά τις τακτικές εκπτώσεις. Η εξέλιξη αυτή έχει περιορίσει τον αυθορμητισμό στις αγορές, καθώς και τη μαζικότητα, που χαρακτήριζαν παλαιότερα την έναρξη της περιόδου.
Γιατί δεν φαίνονται πλέον εκπτώσεις 60% και 70%
Οι καταναλωτές συχνά αναρωτιούνται γιατί βλέπουν λιγότερες περιπτώσεις εκπτώσεων της τάξης του 60% ή του 70%. Η απάντηση σχετίζεται τόσο με τα περιορισμένα περιθώρια των επιχειρήσεων όσο και με τον τρόπο υπολογισμού της τιμής αναφοράς.
Με βάση το ισχύον πλαίσιο, όταν μια επιχείρηση ανακοινώνει μείωση τιμής, πρέπει να χρησιμοποιεί ως τιμή αναφοράς τη χαμηλότερη τιμή στην οποία είχε διαθέσει το προϊόν κατά τις προηγούμενες 30 ημέρες.
Ένα προϊόν μπορεί αρχικά να κόστιζε 100 ευρώ, να μειώθηκε στη συνέχεια στα 90 ευρώ και κατόπιν στα 70 ευρώ. Εάν κατά τη διάρκεια των εκπτώσεων πωληθεί στα 50 ευρώ, η έκπτωση που θα εμφανιστεί δεν υπολογίζεται από τα αρχικά 100 ευρώ, αλλά από τη χαμηλότερη τιμή των προηγούμενων 30 ημερών, δηλαδή τα 70 ευρώ.
Στην πραγματικότητα, ο καταναλωτής αγοράζει το προϊόν στη μισή τιμή σε σχέση με την αρχική του αξία. Η αναγραφόμενη έκπτωση, όμως, εμφανίζεται μικρότερη, καθώς υπολογίζεται από τα 70 στα 50 ευρώ. Το ίδιο συμβαίνει σε προϊόν που ξεκίνησε από τα 10 ευρώ, μειώθηκε στα 9 και κατόπιν στα 8 ευρώ και τελικά πωλείται στα 5 ευρώ. Η αναφορά γίνεται στη μείωση από τα 8 στα 5 ευρώ και όχι από τα 10 στα 5 ευρώ.
Οι διαδοχικές προσφορές στη διάρκεια του έτους έχουν επομένως διπλή επίδραση. Περιορίζουν την ανάγκη αναμονής των τακτικών εκπτώσεων και ταυτόχρονα μειώνουν το ποσοστό έκπτωσης που βλέπει τελικά ο καταναλωτής στην ετικέτα. Για τις επιχειρήσεις, το φετινό καλοκαίρι θα κριθεί από το κατά πόσο οι πραγματικά χαμηλότερες τιμές μπορούν να μετατραπούν σε αγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία το ενδιαφέρον υπάρχει, αλλά το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει περιορισμένο.
Σε χαμηλές πτήσεις είχε κινηθεί η εκπτωτική περίοδος της περσινής χρονιάς
Σε ό,τι αφορά την περσινή εκπτωτική περίοδο του καλοκαιριού, χαρακτηρίζεται από τον κύριο Καπράλο ως μέτρια. Σε αρκετές περιοχές της χώρας οι περισσότερες επιχειρήσεις είχαν κινηθεί στα ίδια ή σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με το 2024. Η φετινή περίοδος εκτιμάται ότι θα αποτελέσει συνέχεια της εικόνας που παρουσιάζει η αγορά τους τελευταίους μήνες, με συγκρατημένες δαπάνες και αυξημένη έρευνα τιμών.
Ο τουρισμός θα κάνει τη διαφορά σε συγκεκριμένες πόλεις
Σημαντικό ρόλο στην πορεία των εκπτώσεων αναμένεται να διαδραματίσει ο τουρισμός. Οι αγορές που βρίσκονται σε περιοχές με αυξημένη επισκεψιμότητα, λιμάνια ή σημαντική τουριστική δραστηριότητα έχουν περισσότερες πιθανότητες να καταγράψουν καλύτερη εικόνα. Πόλεις όπως ο Πειραιάς, η Καβάλα και άλλες περιοχές που υποδέχονται επισκέπτες μέσω λιμανιών ή διαθέτουν τουριστικές ροές μπορούν να επωφεληθούν από την παρουσία ξένων και Ελλήνων ταξιδιωτών. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το κέντρο της Αθήνας, όπου η καταναλωτική κίνηση επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τον εισερχόμενο τουρισμό και δεν ακολουθεί απαραίτητα την πορεία των υπόλοιπων τοπικών αγορών.
Αντίθετα, μεγαλύτερη πίεση αναμένεται στις αγορές που εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον Έλληνα καταναλωτή. Στις περιοχές αυτές, το διαθέσιμο εισόδημα αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα. Η ακρίβεια σε βασικά αγαθά, οι δαπάνες για στέγαση και ενέργεια και το κόστος των καλοκαιρινών διακοπών περιορίζουν τα χρήματα που μπορούν να κατευθυνθούν στο λιανεμπόριο. Το αποτέλεσμα είναι οι αγορές να γίνονται περισσότερο στοχευμένες. Οι καταναλωτές δεν αγοράζουν αυθόρμητα και σε μεγάλες ποσότητες, αλλά επιλέγουν συγκεκριμένα προϊόντα που χρειάζονται ή θεωρούν ότι προσφέρονται σε πραγματικά συμφέρουσα τιμή.
Προσδοκίες για ένδυση και υπόδηση
Οι μεγαλύτερες ελπίδες στρέφονται στους κλάδους της ένδυσης και της υπόδησης, οι οποίοι έχουν δεχθεί σημαντική πίεση τα τελευταία χρόνια. Οι αγορές ρούχων και παπουτσιών συχνά μετατίθενται χρονικά, καθώς τα νοικοκυριά δίνουν προτεραιότητα στις ανελαστικές δαπάνες. Όταν ο καταναλωτής καλύψει τις υποχρεώσεις για τρόφιμα, κατοικία, λογαριασμούς και μετακινήσεις, τότε εξετάζει εάν υπάρχει περιθώριο για την αγορά ενός ρούχου, ενός ζευγαριού παπουτσιών ή ενός εποχικού προϊόντος. Οι εκπτώσεις αποτελούν επομένως μια ευκαιρία για τους συγκεκριμένους κλάδους να ανακτήσουν μέρος του χαμένου τζίρου και να μειώσουν τα αποθέματα της σεζόν.
Η αγορά προσδοκά ότι οι χαμηλότερες τιμές θα κινητοποιήσουν καταναλωτές που ανέβαλαν τις αγορές τους. Η συνολική εκτίμηση, πάντως, παραμένει συντηρητική, χωρίς προσδοκίες για θεαματική ανατροπή της εικόνας.
