Σε ανοδική τροχιά κινείται η ελληνική βιομηχανία ως προς την παραγωγή, την απασχόληση και τις εξαγωγές, χωρίς ωστόσο να λείπουν τα σημάδια επιβράδυνσης. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες υποχωρούν και οι εκτιμήσεις για τις νέες παραγγελίες εξασθενούν, ενώ η παραγωγικότητα ανακάμπτει σταδιακά μετά τη μεγάλη υποχώρηση της περιόδου της κρίσης και παραμένει αισθητά υψηλότερη από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με το Δελτίο Εξελίξεων στη Βιομηχανία του Ιουλίου 2026, με την επιστημονική επιμέλεια του ΙΟΒΕ, ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε τον Μάιο κατά 4% σε ετήσια βάση, όταν στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταγράφηκε οριακή πτώση 0,3%. Η παραγωγή ενισχύθηκε κατά 4% και σε σχέση με τον αμέσως προηγούμενο μήνα.
Στους επιμέρους τομείς, η μεταποίηση κατέγραψε άνοδο 3,7%, ενώ η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε κατά 7,2%. Αντίθετα, στα ορυχεία και τα λατομεία σημειώθηκε σημαντική υποχώρηση 10,9%. Μεταξύ των κλάδων με ιδιαίτερη βαρύτητα για την οικονομία, η βιομηχανία τροφίμων κινήθηκε ανοδικά κατά 1,8%, ενώ η παραγωγή βασικών μετάλλων μειώθηκε κατά 8,4% και των φαρμακευτικών προϊόντων κατά 2,9%.
Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2011 η απασχόληση στη βιομηχανία
Θετική είναι η εικόνα και στην αγορά εργασίας. Η απασχόληση στη βιομηχανία, συγκεκριμένα στη μεταποίηση και στα ορυχεία-λατομεία, αυξήθηκε κατά 5,2% στο πρώτο τρίμηνο του 2026, φτάνοντας περίπου τα 440.000 άτομα. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2011.
Η άνοδος της απασχόλησης συνοδεύεται, ωστόσο, από αύξηση του κόστους εργασίας. Ο σχετικός δείκτης στη μεταποίηση διαμορφώθηκε στις 131,1 μονάδες στο πρώτο τρίμηνο, ενισχυμένος κατά 7% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Παράλληλα, οι τιμές παραγωγού στη βιομηχανία αυξήθηκαν τον Μάιο κατά 17,8% σε ετήσια βάση, με την άνοδο να περιορίζεται στο 3,8% όταν εξαιρεθούν οι ενεργειακοί κλάδοι. Οι τιμές των βιομηχανικών εισαγωγών αυξήθηκαν κατά 13,4%, αλλά χωρίς την ενέργεια η άνοδος ήταν σαφώς ηπιότερη, στο 1,6%.
Ανοδικά κινήθηκαν και οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, χωρίς να συνυπολογίζονται τα προϊόντα διύλισης πετρελαίου. Τον Απρίλιο ανήλθαν στα 2,9 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 5,6% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, αντιπροσωπεύοντας το 83,7% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών.
Η ενίσχυση των εξαγωγών δεν ήταν, πάντως, αρκετή για να αποτρέψει τη διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος των συγκεκριμένων βιομηχανικών προϊόντων. Το έλλειμμα αυξήθηκε στα 3,5 δισ. ευρώ, από 3,2 δισ. ευρώ τον Απρίλιο του 2025, αναδεικνύοντας τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της παραγωγής και της εγχώριας αγοράς από εισαγόμενα προϊόντα και ενδιάμεσες εισροές.
Παραγωγικότητα 60% υψηλότερη από την υπόλοιπη οικονομία

Το ισχυρότερο διαρθρωτικό πλεονέκτημα της βιομηχανίας εντοπίζεται στην παραγωγικότητα της εργασίας, η οποία υπολογίζεται με βάση την Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία ανά εργαζόμενο. Σε σταθερές τιμές του 2020, η παραγωγικότητα διαμορφώθηκε το 2025 στις 56.600 ευρώ ανά εργαζόμενο, αντιστοιχώντας στο 74% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σε τρέχουσες τιμές, το αντίστοιχο ποσό πλησίασε τις 66.000 ευρώ και αντιστοιχούσε στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η διαφορετική αναλογία οφείλεται στη διαφορετική βάση υπολογισμού -σταθερές ή τρέχουσες τιμές- και όχι σε διαφορετική εικόνα για την απόδοση του κλάδου.
Η ελληνική βιομηχανία κατατάσσεται στη 13η θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ ως προς την παραγωγικότητα, την ώρα που το σύνολο της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται στην 25η θέση. Η βιομηχανική παραγωγικότητα είναι κατά 60% υψηλότερη από εκείνη του συνόλου της οικονομίας, η οποία διαμορφώθηκε στις 41.000 ευρώ ανά εργαζόμενο σε τρέχουσες τιμές. Η διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών έφτασε το 2025 τις 23.000 ευρώ, από περίπου 10.000 ευρώ το 1995.
Η κρίση χρέους ανέκοψε την πορεία σύγκλισης με την Ευρώπη. Από το 1995 έως το 2007, η παραγωγικότητα της ελληνικής βιομηχανίας αυξανόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 3,2%. Την περίοδο 2008-2016 υποχώρησε κατά 0,8% ετησίως, ενώ από το 2017 μέχρι το 2025 επέστρεψε σε ανοδική πορεία, με μέση ετήσια αύξηση 0,9%.

Μεγάλες είναι, πάντως, οι αποκλίσεις μεταξύ των επιμέρους βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Την υψηλότερη παραγωγικότητα το 2024 εμφάνισε ο κλάδος διύλισης πετρελαίου, με 327.000 ευρώ ανά εργαζόμενο, ποσό οκταπλάσιο από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας. Ακολούθησαν η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος με 217.000 ευρώ και τα βασικά μέταλλα με 150.000 ευρώ.
Υψηλές επιδόσεις κατέγραψαν επίσης τα ηλεκτρονικά προϊόντα με 111.000 ευρώ, τα χημικά με 107.000 ευρώ, ο εξοπλισμός μεταφορών με 95.000 ευρώ και τα φαρμακευτικά προϊόντα με 92.000 ευρώ. Τα στοιχεία καταγράφουν παράλληλα ισχυρή σύνδεση μεταξύ παραγωγικότητας και αμοιβών, καθώς οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο είναι κατά κανόνα εκείνοι που προσφέρουν και υψηλότερους μισθούς.


Υποχωρούν οι προσδοκίες για τους επόμενους μήνες
Παρά την άνοδο της πραγματικής παραγωγής, οι βιομηχανικές επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο επιφυλακτικές για τη συνέχεια. Ο Δείκτης Επιχειρηματικών Προσδοκιών υποχώρησε τον Ιούνιο στις 109 μονάδες, από 113,9 μονάδες τον Μάιο, παρέμεινε όμως υψηλότερα από τις 107,6 μονάδες του Ιουνίου 2025.
Η κάμψη συνδέεται με ασθενέστερες προβλέψεις για την παραγωγή των επόμενων μηνών, επιδείνωση των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και μικρή αύξηση των αποθεμάτων. Η υποχώρηση ήταν εντονότερη στα καταναλωτικά και τα ενδιάμεσα αγαθά, ενώ οι προσδοκίες στα κεφαλαιουχικά αγαθά παρέμειναν σταθερές.
Την ίδια κατεύθυνση δείχνουν η αξιοποίηση του εργοστασιακού δυναμικού και η εξασφαλισμένη παραγωγή. Το ποσοστό χρησιμοποίησης των βιομηχανικών εγκαταστάσεων μειώθηκε τον Απρίλιο στο 75,9%, από 76,3% τον Ιανουάριο, ενώ η εξασφαλισμένη παραγωγή περιορίστηκε στους πέντε μήνες, από 5,3 μήνες προηγουμένως.
Η εικόνα της ελληνικής βιομηχανίας παραμένει θετική, με αύξηση της παραγωγής, των εξαγωγών και της απασχόλησης, αλλά και με ορισμένα σημάδια κόπωσης. Η υποχώρηση των νέων παραγγελιών, το αυξημένο κόστος και η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δείχνουν ότι η ανάκαμψη συνεχίζεται, χωρίς ακόμη να έχει μετατραπεί σε πλήρη και σταθερή σύγκλιση.

