Η βιομηχανική πολιτική επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης. Η ενεργειακή κρίση, οι γεωπολιτικές αναταράξεις, ο ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, αλλά και η ανάγκη για ασφαλέστερες εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν οδηγήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση στην αναζήτηση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα είναι ακόμη πιο κρίσιμο. Παρά τη σημαντική ανάκαμψη της οικονομίας τα τελευταία χρόνια, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς το βιομηχανικό της αποτύπωμα. Η συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ παραμένει περίπου στο 10%, έναντι περίπου 15%-16% στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που καταδεικνύει το διαχρονικό παραγωγικό έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας. Αυτό αποτυπώνεται άλλωστε και στο διευρυμένο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Ο Τομεάρχης Βιομηχανίας της ΕΛ.Α.Σ., Βασίλης Μαγκλάρας, μιλώντας στο powergame.gr, υποστηρίζει ότι η χώρα χρειάζεται μια νέα παραγωγική συμφωνία, με σταθερούς θεσμούς, δεκαετή σχεδιασμό και μετρήσιμους στόχους. Κεντρικές προτάσεις του είναι η δημιουργία Εθνικού Συμβουλίου Βιομηχανικής Πολιτικής, παρεμβάσεις στο κόστος της ενέργειας, στις διαδικασίες αδειοδότησης, καθώς και αξιοποίηση των πλέον σύγχρονων και αποδοτικών εργαλείων κινητροδότησης νέων επενδύσεων, όπως οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις.
Η Ευρώπη μιλά πλέον για επαναβιομηχάνιση. Γιατί η βιομηχανία έχει επιστρέψει τόσο έντονα στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής;
Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι η Ευρώπη κατάλαβε πως η παραγωγική βάση μιας χώρας δεν είναι απλώς οικονομικό μέγεθος, αλλά στοιχείο στρατηγικής ασφάλειας.
Οι τελευταίες κρίσεις απέδειξαν ότι οι χώρες που εξαρτώνται υπερβολικά από εξωτερικές παραγωγικές αλυσίδες είναι πιο ευάλωτες. Η πανδημία, οι αναταράξεις στην ενέργεια και οι γεωπολιτικές εξελίξεις ανέδειξαν τη σημασία της βιομηχανικής αυτάρκειας, της τεχνολογικής ικανότητας και της παραγωγικής ανθεκτικότητας.
Η βιομηχανία δεν είναι ένας ακόμη κλάδος της οικονομίας. Είναι ο πολλαπλασιαστής της. Κάθε βιομηχανική επένδυση δημιουργεί ένα ευρύτερο οικοσύστημα από προμηθευτές, υπηρεσίες, τεχνικά επαγγέλματα, έρευνα και καινοτομία.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να παρακολουθεί απλώς αυτή την ευρωπαϊκή στροφή. Πρέπει να αποφασίσει ποια θέση θέλει να έχει στον νέο παραγωγικό χάρτη.
Ποια είναι σήμερα η πραγματική θέση της ελληνικής βιομηχανίας σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη;
Η εικόνα έχει δύο πλευρές.
Από τη μία πλευρά, υπάρχουν σημαντικές ελληνικές επιχειρήσεις που έχουν καταφέρει να είναι ανταγωνιστικές διεθνώς, να εξάγουν και να επενδύουν σε νέες τεχνολογίες. Αυτό αποδεικνύει ότι η χώρα διαθέτει επιχειρηματικές δυνάμεις και ανθρώπους με ικανότητες.
Από την άλλη πλευρά, ως συνολικό οικονομικό μοντέλο, εξακολουθούμε να έχουμε απόσταση από την Ευρώπη.
Η μεταποίηση στην Ελλάδα παραμένει χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως ποσοστό της οικονομίας. Αυτό σημαίνει ότι έχουμε μικρότερη παραγωγική βάση, μικρότερη συμμετοχή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας και μεγαλύτερη εξάρτηση από δραστηριότητες που δεν έχουν πάντα την ίδια ανθεκτικότητα στις διεθνείς αναταράξεις.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντιπαραθέσουμε τη βιομηχανία με άλλους κλάδους της οικονομίας. Ο τουρισμός, οι υπηρεσίες και η ναυτιλία είναι σημαντικοί πυλώνες. Όμως μια σύγχρονη οικονομία χρειάζεται ισορροπία. Χρειάζεται να παράγει.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χώρα έχει επιστρέψει σε αναπτυξιακή τροχιά και ότι προσελκύει επενδύσεις. Γιατί θεωρείτε πως χρειάζεται διαφορετική προσέγγιση;
Η ανάπτυξη είναι προφανώς θετική. Όμως πρέπει να εξετάζουμε το περιεχόμενό της. Το βασικό ερώτημα είναι: δημιουργούμε μια οικονομία που παράγει περισσότερη αξία ή απλώς μια οικονομία που αυξάνει προσωρινά τη δραστηριότητά της;
Η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη με παραγωγικό βάθος. Αν δεν αυξήσουμε τη συμμετοχή της μεταποίησης, αν δεν ενισχύσουμε τις εξαγωγές προϊόντων και αν δεν επενδύσουμε στην τεχνολογική αναβάθμιση, θα παραμείνουμε ευάλωτοι.
Η κυβέρνηση έχει κάνει ορισμένες παρεμβάσεις, αλλά αυτό που λείπει είναι ένας συνολικός σχεδιασμός. Δεν έχουμε δει μια ολοκληρωμένη εθνική βιομηχανική στρατηγική με σαφείς στόχους και μηχανισμό παρακολούθησης. Και το βασικό ζητούμενο δεν είναι να αναρωτηθούμε με όρους αντιπολίτευσης τί έχει κάνει η παρούσα ή η προηγούμενη κυβέρνηση. Είναι να κατανοήσουμε ότι η ενδυνάμωση της μεταποιητικής μας βάσης δεν είναι ούτε «δεξιά» ούτε «αριστερή» πολιτική. Είναι εθνική πολιτική. Και ως τέτοια πρέπει να την σχεδιάζουμε και να την ακολουθούμε σε βάθος χρόνου.
Συνεπώς, η βιομηχανία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά μέτρα που αφορούν τον κύκλο ζωής μιας κυβέρνησης. Χρειάζεται συνέχεια, συντονισμό και σταθερότητα.
Ποιες είναι οι βασικές παρεμβάσεις που προτείνετε;
Η πρώτη μας πρόταση είναι η δημιουργία ενός Εθνικού Συμβουλίου Βιομηχανικής Πολιτικής.
Η Ελλάδα χρειάζεται έναν μόνιμο θεσμό που θα υπερβαίνει τον εκλογικό κύκλο και θα εξασφαλίζει συνέχεια στη βιομηχανική στρατηγική.
Το Συμβούλιο αυτό θα έχει συγκεκριμένες αρμοδιότητες, όπως τον σχεδιασμό της Εθνικής Βιομηχανικής Στρατηγικής, την παρακολούθηση της εφαρμογής της, την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων, την κατάθεση προτάσεων για διορθωτικές παρεμβάσεις, καθώς και τον σχεδιασμό κινήτρων για την αύξηση των νέων επενδύσεων.
Σε αυτό πρέπει να συμμετέχουν η Πολιτεία, η βιομηχανία, οι παραγωγικοί φορείς, τα πανεπιστήμια, τα ερευνητικά κέντρα και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων.
Δεν μπορούμε να αλλάζουμε κατεύθυνση κάθε τέσσερα χρόνια. Οι επενδύσεις στη βιομηχανία έχουν ορίζοντα δεκαετιών.
Το ενεργειακό κόστος αποτελεί ίσως το σημαντικότερο ζήτημα που θέτει η βιομηχανία. Τι πρέπει να αλλάξει;
Η ενέργεια είναι βασικός συντελεστής παραγωγής, ειδικά για τις επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου. Όταν το κόστος της είναι υψηλότερο από αυτό των ανταγωνιστών σου, η ανταγωνιστικότητά σου περιορίζεται.
Η ελληνική βιομηχανία χρειάζεται ένα σταθερό και προβλέψιμο ενεργειακό περιβάλλον. Οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να γνωρίζουν το κόστος τους και να σχεδιάζουν επενδύσεις χωρίς αβεβαιότητα.
Η Ευρώπη αναγνωρίζει πλέον ότι η ανταγωνιστική ενέργεια αποτελεί προϋπόθεση για την επιβίωση της παραγωγικής της βάσης. Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να γίνει χωρίς ισχυρή βιομηχανία. Και η ισχυρή βιομηχανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ανταγωνιστικό ενεργειακό κόστος.
Η πρόκληση είναι να συνδυάσουμε την ενεργειακή μετάβαση με τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Δεν πρέπει να βλέπουμε τις δύο έννοιες ως αντίθετες. Και για να μην νομίζετε ότι με κάποιο γενικό τρόπο υπεκφεύγω μιας συγκεκριμένης απάντησης, σας απαντάω όσο πιο ξεκάθαρα γίνεται ότι η πολιτεία πρέπει να διασφαλίσει με κάθε πρόσφορο τρόπο ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό ενεργειακό περιβάλλον για τη βιομηχανία, και εάν θέλουμε να κερδίσουμε μέρος του χαμένου παραγωγικού εδάφους σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη, το περιβάλλον αυτό πρέπει να καταστεί το πιο ανταγωνιστικό της ΕΕ. Ως χώρα έχουμε την δυνατότητα να το πετύχουμε, χρειαζόμαστε απλώς τη βούληση να προχωρήσουμε σ’ αυτό το βήμα.
Δύο ακόμα ζητήματα που αναφέρονται συχνά είναι η γραφειοκρατία και οι αποσβέσεις. Πώς μπορεί η Ελλάδα να γίνει πιο φιλική στις βιομηχανικές επενδύσεις;
Χρειάζεται ένα πραγματικό One Stop Shop Βιομηχανικών Επενδύσεων.
Η χώρα έχει κάνει βήματα ψηφιοποίησης, όμως η ψηφιοποίηση από μόνη της δεν αρκεί όταν η διαδικασία παραμένει σύνθετη και χρονοβόρα.
Ο επενδυτής πρέπει να έχει έναν σαφή συνομιλητή, ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και μια διοίκηση που αναλαμβάνει την ευθύνη να ολοκληρώσει τη διαδικασία.
Η ταχύτητα αδειοδότησης είναι σήμερα παράγοντας διεθνούς ανταγωνισμού. Οι επενδύσεις πηγαίνουν εκεί όπου υπάρχουν εμπιστοσύνη, προβλεψιμότητα και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση.
Δεν μπορεί η Ελλάδα να διεκδικεί βιομηχανικές επενδύσεις και ταυτόχρονα να διατηρεί διαδικασίες που καθυστερούν την υλοποίησή τους, ακόμα και για δεκαετίες.
Και επειδή σ’ αυτήν τη χώρα έχουμε μιλήσει πολλές φορές για απλοποίηση, αλλά δεν έχει γίνει ποτέ τίποτα, πρέπει η Πολιτεία να δεσμευτεί σε συγκεκριμένο ημερολογιακό πλαίσιο ολοκλήρωσης μιας βιομηχανικής αδειοδότησης, π.χ. 90 ημέρες, και να υφίστανται κυρώσεις στην Πολιτεία όταν αυτός ο χρόνος δεν επιτυγχάνεται. Επιπλέον, η Πολιτεία μπορεί να δημιουργήσει έναν μηχανισμό πιστοποιημένων συμβούλων από την αγορά που θα ολοκληρώνουν τις διαδικασίες μιας αδειοδότησης και θα παρέχουν έτοιμες λύσεις προς την Πολιτεία, αφαιρώντας βάρος από τη δημόσια διοίκηση.
Από την άλλη, οι επιταχυνόμενες αποσβέσεις είναι ένα πολύ σημαντικό οικονομικό εργαλείο για την αύξηση των επενδύσεων, το οποίο μάλιστα αξιοποιείται από τις περισσότερες χώρες της ΕΕ. Η Ελλάδα σήμερα έχει από τους χαμηλότερους συντελεστές απόσβεσης ως γενικό κανόνα, ενώ όπου υφίστανται διαφοροποιήσεις ως προς αυτό, είναι πολύ περιοριστικές σε ειδικά καθεστώτα και με πολύ υψηλό κατώφλι κεφαλαίου, που σημαίνει ότι δεν επωφελούνται οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Το λένε όλοι. Οι συστάσεις της ΕΕ για την καθαρή βιομηχανία, οι εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και πληθώρα μελετών. Αλλά, όπως και να έχει, τον δρόμο μας δείχνει και η ίδια η πρακτική που εφαρμόζουν σχεδόν όλες οι χώρες της ΕΕ.
Η Ευρώπη επενδύει πλέον σε στρατηγικούς κλάδους, από την ενέργεια μέχρι την τεχνολογία και την άμυνα. Πού μπορεί να βρει θέση η Ελλάδα;
Η Ελλάδα έχει σημαντικά πλεονεκτήματα, αλλά πρέπει να τα αξιοποιήσει με στρατηγική.
Υπάρχουν κλάδοι στους οποίους μπορούμε να αναπτύξουμε ισχυρό παραγωγικό αποτύπωμα: τα τρόφιμα, τα φάρμακα, η ενέργεια, τα προηγμένα υλικά, η ναυπηγική, η αμυντική βιομηχανία, η ψηφιακή τεχνολογία.
Το ζητούμενο δεν είναι να προσπαθήσουμε να αντιγράψουμε άλλες χώρες. Είναι να εντοπίσουμε πού μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί και να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες για τις επιχειρήσεις να επενδύσουν.
Ποια είναι τελικά η μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται η χώρα;
Χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη.
Για πολλά χρόνια θεωρήσαμε ότι η ανάπτυξη μπορεί να έρθει κυρίως μέσα από την κατανάλωση και τις υπηρεσίες. Αυτά είναι σημαντικά, αλλά δεν αρκούν.
Μια ισχυρή οικονομία χρειάζεται παραγωγή, εξαγωγές, τεχνολογία και ανθρώπους με καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Η βιομηχανία δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν. Είναι επένδυση στο μέλλον.
