Μπλόκο στον διαγωνισμό των 42 εκατ. για ηλεκτρονική παρακολούθηση των συνόρων, το παρασκήνιο

Η ΕΑΔΗΣΥ ανέστειλε προσωρινά τον διαγωνισμό για το νέο σύστημα διαχείρισης συνόρων, εξετάζοντας προσφυγές που καταγγέλλουν φωτογραφικούς όρους και παράνομα κριτήρια

Σύνορα στον Έβρο © ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΟΕΔΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ/EUROKINISSI)

«Φρένο» έβαλε η ΕΑΔΗΣΥ (Ενιαία Αρχή Δημοσίων Συμβάσεων) στη διαγωνιστική διαδικασία προμήθειας του συστήματος ελέγχου και διαχείρισης των συνόρων της χώρας μας. Η Αρχή με απόφασή της επέβαλε προσωρινή αναστολή της διενέργειας του διαγωνισμού ανάθεσης του έργου που προκήρυξαν το υπ. Προστασίας του Πολίτη και το Εθνικό Αναπτυξιακό Ταμείο (ΕθΤΑ, πρώην Υπερταμείο).

Η αναστολή διενέργειας του σχετικού διαγωνισμού ισχύει μέχρι την οριστική εκδίκαση των προσφυγών δύο επιχειρήσεων κατά των όρων του σχετικού διαγωνισμού, που προκηρύχθηκε 22 Ιουνίου 2026 και είχε ημερομηνία υποβολής προσφορών την άλλη Δευτέρα 27 Ιουλίου. Τώρα, σύμφωνα με πληροφορίες, η εκδίκαση της υπόθεσης έχει ορισθεί για τις 28 Αυγούστου 2026, όταν και θα ληφθούν οι τελικές αποφάσεις για τη συνέχιση ή μη του διαγωνισμού.

Είναι ο δεύτερος διαγωνισμός που βάζει στο ψυγείο η ΕΑΔΗΣΥ, έπειτα από εκείνον του έργου προμήθειας 1.000 καμερών του υπ. Ψηφιακής Διακυβέρνησης με στόχο την τήρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ). Τον συγκεκριμένο διαγωνισμό σταμάτησε για δεύτερη συνεχή φορά η ΕΑΔΗΣΥ, ύστερα από προσφυγές δύο επιχειρήσεων.

Ποιο είναι το έργο

Το νέο έργο του υπ. Προστασίας του Πολίτη με τίτλο «Πληροφοριακό Σύστημα Υπηρεσιών που αναπτύσσουν επιχειρησιακές αρμοδιότητες στον τομέα της Διαχείρισης Συνόρων» αφορά τη δημιουργία ενός πληροφοριακού συστήματος που θα ελέγχει και θα παρακολουθεί τα σύνορα της χώρας. Αντικείμενο του έργου, όπως αναφέρει η σχετική διακήρυξη, είναι η δημιουργία ενός Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος (ΟΠΣ), που «στοχεύει στη συνολική αναβάθμιση της επιχειρησιακής λειτουργίας των Κέντρων Επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στα χερσαία σύνορα, μέσω της παροχής Κοινής Επιχειρησιακής Εικόνας, της υποστήριξης λήψης αποφάσεων σε πραγματικό χρόνο και της ενίσχυσης της διαλειτουργικότητας με εθνικά και ευρωπαϊκά συστήματα επιτήρησης και ασφάλειας».

Ειδικότερα, το νέο ΟΠΣ θα παρέχει «τη δυνατότητα συλλογής, επεξεργασίας και συσχέτισης δεδομένων από ετερογενείς πηγές -όπως αισθητήρες, κάμερες, UAV, συστήματα ραντάρ, βάσεις δεδομένων και επιχειρησιακές εφαρμογές της Ελληνικής Αστυνομίας-, προκειμένου να επιτυγχάνεται ολιστική εικόνα της επιχειρησιακής κατάστασης στα χερσαία σύνορα. Επιπρόσθετα με το ΟΠΣ, η ΕΛΑΣ θα ανταλλάσσει πληροφορίες με συναρμόδιους φορείς και ευρωπαϊκά δίκτυα, όπως EUROSUR, SIS, VIS, EES, ενισχύοντας την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Το Έργο συγχρηματοδοτείται από το «Πρόγραμμα Ελλάδας – Μέσο Χρηματοδοτικής Στήριξης για τη Διαχείριση των Συνόρων και την Πολιτική Θεωρήσεων του Ταμείου για την Ολοκληρωμένη Διαχείριση των Συνόρων 2021-2027» με 75% συνεισφορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και 25% εθνική συμμετοχή. Ο προϋπολογισμός του ανέρχεται σε 17 εκατ. ευρώ και φτάνει τα 21 εκατ. ευρώ με τον ΦΠΑ.

Η διακήρυξη, ωστόσο, περιλαμβάνει δύο διακριτά δικαιώματα προαίρεσης που χρηματοδοτούνται από εθνικούς πόρους ή άλλη πηγή χρηματοδότησης. Πρόκειται για:

  1. Δικαίωμα προαίρεσης το οποίο περιλαμβάνει την επέκταση του φυσικού αντικειμένου της σύμβασης σε επιπλέον σημεία εγκατάστασης-αστυνομικές διευθύνσεις, πέραν των αρχικών, αξίας 8,4 εκατ. ευρώ (συμπ. ΦΠΑ),
  2. Δικαίωμα προαίρεσης το οποίο συνίσταται στις υπηρεσίες συντήρησης αξίας 12,6 εκατ. ευρώ (συμπ. ΦΠΑ) μετά το πέρας της «Περιόδου Εγγύησης και Συντήρησης του Έργου».

Έτσι, ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προαίρεσης, ανέρχεται σε 33.936.129,04 ευρώ, ενώ πλέον ΦΠΑ 24% σε 42.080.800,00.

Οι ενστάσεις στη διακήρυξη του έργου

Οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων κατά του διαγωνισμού, που κατατέθηκαν από δύο επιχειρήσεις, κάνουν λόγο αφενός μεν για παράνομες διατάξεις του διαγωνισμού υπέρ συγκεκριμένης εταιρείας/τεχνολογικής πλατφόρμας, αφετέρου δε για λάθος κριτήρια ανάθεσης. Όσον αφορά το τελευταίο, η διακήρυξη του διαγωνισμού ορίζει ότι η ανάθεση του έργου θα γίνει με την υψηλότερη βαθμολογία που θα προκύψει από έναν μαθηματικό τύπο, όπου το κόστος της προσφοράς θα έχει συντελεστή βαρύτητας 80% και η τεχνική αρτιότητα της λύσης 20%.

Με βάση τον ν. 4412/2016 περί δημοσίων συμβάσεων, θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίστροφο. Δηλαδή ο τύπος αξιολόγησης της προσφοράς να βασίζεται σε συντελεστή βαρύτητας 80% σε ό,τι αφορά την αρτιότητα της λύσης και 20% σε ό,τι αφορά την προσφερόμενη τιμή. Συγκεκριμένα, το άρθρο 86 του ν. 4412/2016 αναφέρει ότι ο συντελεστής βαρύτητας της αρτιότητας της τεχνικής λύσης πρέπει στον τύπο υπολογισμού της καλύτερης προσφοράς να κυμαίνεται από 60% έως 80%.

Όσον αφορά τους καταγγελλόμενους παράνομους όρους του διαγωνισμού, αυτοί είναι πολλοί. Ο πιο σημαντικός είναι ότι οι λύσεις που προδιαγράφονται στη διακήρυξη φωτογραφίζουν συγκεκριμένη εταιρεία. Όπως αναφέρει η πρώτη προσφυγή, «η διακήρυξη περιέχει… πλήθος αδικαιολόγητα και όλως περιοριστικών όρων -προδιαγραφών που δεν συνάδουν με καμία εύλογη λειτουργία του υπό προμήθεια συστήματος και τέθηκαν αποκλειστικά προς τον σκοπό ή έστω με αποτέλεσμα, τον εξαιρετικό και τεχνητό περιορισμό του ανταγωνισμού, φωτογραφίζοντας το προϊόν του κατασκευαστή λογισμικού Hexagon, τα ειδικά χαρακτηριστικά του οποίου -και μόνο- ουσιαστικά αντιγράφονται στις προκείμενες προδιαγραφές». Ο προσφεύγων αναφέρει πλείστες περιπτώσεις όρων της διακήρυξης που συνηγορούν στο παραπάνω.

Μία από αυτές αναφέρει ότι στο Παράρτημα ΙΙ/κεφ. 7.1.2 “Υποσύστημα Κοινής Επιχειρησιακής Εικόνας”, η προδιαγραφή 7 ορίζει ότι «Πρέπει να διαχέει εικόνες μεγέθους terapixel σε χιλιάδες χρήστες μέσω πρωτοκόλλου ροής ή OGM WMTS χωρίς ν’ απαιτείται prerendering ή tile cache». Κατά τον προσφεύγοντα, ο όρος αυτός «προδιαγράφει έμμεσα πλην σαφώς τη χρήση του ιδιοταγούς (proprietary) πρωτοκόλλου ECWP, το οποίο αποτελεί μοναδική τεχνολογική υλοποίηση στην αγορά που επιτυγχάνει τα ζητούμενα αποτελέσματα απουσία των εν λόγω μηχανισμών».

Και συνεχίζει: «Επομένως, η προδιαγραφή δεν αρκείται στη διάχυση των ανωτέρω όγκου δεδομένων, αλλά αδικαιολόγητα εισάγει ειδική απαίτηση για συγκεκριμένο πρωτόκολλο και τη μέθοδο διάχυσης, αποκλείοντας κοινώς και ευρέως χρησιμοποιούμενες μεθόδους (π.χ. ArcGIS, GeoServer, MapServer κ.ά., πλην βέβαια αυτού της Hexagon), χωρίς καμία αληθή τεχνική αιτιολογία σε σχέση με τον προς εξυπηρέτηση σκοπό».

Το χειρότερο είναι ότι πολλοί όροι της διακήρυξης του διαγωνισμού είναι πιστή μετάφραση των εντύπων marketing της εικαζόμενης ως φωτογραφιζόμενης εταιρείας. «Τα τεχνικά σημεία που ακολουθούν», αναφέρεται στη σχετική προσφυγή, «αναφέρονται ενδεικτικά ορισμένα σημεία που αποτελούν αυτούσια μετάφραση από τα τεχνικά φυλλάδια των προϊόντων της εταιρείας Hexagon: 1. Προδιαγραφή Α/Α 8: “Πρέπει να διαχέει τεράστιους όγκους γεωχωρικών εικόνων σε χιλιάδες χρήστες από έναν μόνο διακομιστή”. Επισημαίνεται ότι η ορολογία και η δομή της απαίτησης αποτελεί αυτούσια μετάφραση από τα τεχνικά φυλλάδια των προϊόντων της εταιρείας Hexagon: “Distribute massive volumes of geospatial imagery to thousands of users from a single standard server” (Τ.Φ. ERDAS APOLLO Product_Description_2022 ΣΕΛ. 5)».

Ο ενδιαφερόμενος φορέας στην πολυσέλιδη προσφυγή του αναφέρει άλλα 9 παρόμοια τεχνικά σημεία της διακήρυξης, όπου αναφέρει ότι είναι πιστή μετάφραση του prospectus της εταιρείας Hexagon.

Η πιο μεγάλη αστοχία

Η πιο σημαντική αστοχία του διαγωνισμού, ωστόσο, δεν είναι οι φωτογραφικές διατάξεις του. Όπως αναφέρει ο ένας από τους δύο προσφεύγοντες, το κριτήριο ανάθεσης/βαθμολόγησης είναι «παράνομο και ακυρωτέο», διότι δεν συνδέεται με το υπό ανάθεση αντικείμενο, ούτε κατά το περιεχόμενο των αξιολογούμενων και βαθμολογούμενων στο πλαίσιό του κριτηρίων, βάσει των οποίων βαθμολογείται η τεχνική προσφορά.

Βάσει του ν. 4412/2016 (αρ. 86, παρ. 8), «τα κριτήρια ανάθεσης θεωρούνται ότι συνδέονται με το αντικείμενο της δημόσιας σύμβασης, εφόσον συνδέονται με τα έργα, τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που θα παρασχεθούν στο πλαίσιο της σύμβασης σε σχέση με την οποιαδήποτε πτυχή της και σε οποιοδήποτε από τα στάδια του κύκλου ζωής  της».

Η αναθέτουσα αρχή, σύμφωνα με την προσφυγή, δεν κρίνει τη βαθμολόγηση της προτεινόμενης λύσης με βάση τις κρίσιμες λειτουργίες του ΟΠΣ, όπως είναι η συλλογή, συγκέντρωση και σύνθεση πληροφοριών από αισθητήρες, διαλειτουργικότητα με άλλα συστήματα, διαχείριση περιστατικών και δημιουργία μέσω αυτών των δεδομένων επιχειρησιακής εικόνας, εργαλεία ανάλυσης και οπτικοποίησης δεδομένων για τη  διαμόρφωση μηχανισμών λήψης αποφάσεων κ.λπ.

Αντίθετα, τα κριτήρια ανάθεσης του έργου εστιάζονται στον αριθμό των tablets, των smartphones, των GPS trackers και άλλον τέτοιον εξοπλισμό που θα συνοδεύει τη λύση. Μάλιστα, ούτε καν αναφέρονται τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου εξοπλισμού (π.χ. τύπος οθόνης, μέγεθος μνήμης κ.λπ.).

Όπως δηκτικά σημειώνει στην προσφυγή ο ενδιαφερόμενος, για να καταδειχθεί ο καταχρηστικός και παράλογος χαρακτήρας όσων θέσπισε η αναθέτουσα αρχή, «το ανάλογο θα ήταν να δημοπρατούνταν μελέτη και κατασκευή ενός κτιρίου Μουσείου και η βαθμολόγηση να στηριζόταν στα είδη υγιεινής των λουτρών ή στις οθόνες ενημέρωσης του κοινού στην είσοδο, αγνοώντας κάθε κατασκευαστική, σχεδιαστική, δομική, μηχανική αρχιτεκτονική και καλλιτεχνική παράμετρο του κτιρίου».