Πώς η ακρίβεια άλλαξε τις συνήθειες του Έλληνα τουρίστα

Περισσότερα ταξίδια, περισσότερα χρήματα, αλλά μικρότερες διαμονές και εξοχικά αντί για ξενοδοχεία

Οι Έλληνες ταξιδεύουν περισσότερο, αλλά για λιγότερες ημέρες και με διαφορετικές επιλογές προορισμών ©Unsplash

Η ακρίβεια δεν σταμάτησε τους Έλληνες από το να ταξιδεύουν. Τους ανάγκασε, όμως, να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύουν. Τα στοιχεία αποτυπώνουν μια εικόνα που μοιάζει αντιφατική: περισσότεροι Έλληνες πραγματοποιούν περισσότερα ταξίδια και δαπανούν περισσότερα χρήματα, την ίδια στιγμή που η οικονομική στενότητα εξακολουθεί να κρατά ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού στο σπίτι.

Το 2025, συνολικά 5,4 εκατ. κάτοικοι της Ελλάδας πραγματοποίησαν τουλάχιστον ένα ταξίδι για προσωπικούς ή επαγγελματικούς λόγους, αριθμός αυξημένος κατά 7,2% σε σχέση με το 2024. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, τα ταξίδια ανήλθαν σε 9,6 εκατ., καταγράφοντας άνοδο 11%, ενώ οι συνολικές ταξιδιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 11,3%, φθάνοντας τα 4,12 δισ. ευρώ.

Η εικόνα είναι ακόμη πιο έντονη όταν εξεταστούν μόνο τα ταξίδια για προσωπικούς λόγους. Οι Έλληνες πραγματοποίησαν 7,93 εκατ. τέτοια ταξίδια, αυξημένα κατά 13,7%, ενώ οι σχετικές δαπάνες ανήλθαν σε 3,68 δισ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 13,3%.

Ωστόσο, πίσω από την αύξηση των μεγεθών κρύβεται μια σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά του Έλληνα ταξιδιώτη. Οι σύντομες αποδράσεις διάρκειας από μία έως τρεις διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν κατά 26,7%, ενώ η μέση διάρκεια παραμονής μειώνεται. Το ταξίδι γίνεται συχνότερα, αλλά διαρκεί λιγότερο.

Περισσότερα ταξίδια, αλλά όχι απαραίτητα σε ξενοδοχείο

Η Ελλάδα παραμένει ο βασικός προορισμός των κατοίκων της χώρας. Το 85% των προσωπικών ταξιδιών το 2025 πραγματοποιήθηκε στο εσωτερικό και μόλις το 15% στο εξωτερικό. Συνολικά, οι Έλληνες πραγματοποίησαν 6,74 εκατ. ταξίδια εντός Ελλάδας.

Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί σημαντικά την ελληνική ταξιδιωτική συμπεριφορά από εκείνη άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2024 μόλις το 46,6% των Ελλήνων ηλικίας άνω των 15 ετών πραγματοποίησε τουλάχιστον ένα τουριστικό ταξίδι με διανυκτέρευση. Πρόκειται για ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ο μέσος όρος διαμορφώθηκε περίπου στο 65%.

Όμως, όσοι Έλληνες ταξιδεύουν προτιμούν σε μεγάλο βαθμό να παραμένουν εντός συνόρων. Περισσότερο από το 75% των ταξιδιών όσων μετακινήθηκαν για τουριστικούς ή προσωπικούς λόγους πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα.

Η εξήγηση είναι προφανής: η χώρα διαθέτει μεγάλο και πολυμορφικό εσωτερικό τουριστικό προϊόν, από τα νησιά και τις παραθαλάσσιες περιοχές έως τους ορεινούς προορισμούς και τις πόλεις. Ταυτόχρονα, το κόστος ενός ταξιδιού στο εξωτερικό, ιδιαίτερα μετά τις αυξήσεις των τελευταίων ετών, δεν είναι πλέον αυτονόητα χαμηλότερο από μια εγχώρια διαμονή.

Η μεγάλη διαφορά είναι ότι σημαντικό μέρος των Ελλήνων δεν πληρώνει για τη διαμονή του.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 52,1% των προσωπικών ταξιδιών το 2025 πραγματοποιήθηκε σε μη ενοικιαζόμενα καταλύματα, όπως ιδιόκτητες εξοχικές κατοικίες ή σπίτια συγγενών και φίλων. Τα συγκεκριμένα καταλύματα συγκέντρωσαν το 71,6% των συνολικών διανυκτερεύσεων.

Αντίθετα, το 47,9% των ταξιδιών πραγματοποιήθηκε σε ενοικιαζόμενα καταλύματα. Παρά την αύξηση των ταξιδιών σε ξενοδοχεία και παρόμοια καταλύματα, η εξάρτηση από το εξοχικό, την οικογενειακή φιλοξενία και το φιλικό δίκτυο παραμένει καθοριστική.

Ο Έλληνας ταξιδεύει, αλλά μένει λιγότερο

Τα στοιχεία του Μαΐου 2026 από την ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν με ακόμη μεγαλύτερη καθαρότητα τη διαφορά ανάμεσα στον Έλληνα και τον ξένο τουρίστα.

Στο σύνολο των ξενοδοχείων, κάμπινγκ και καταλυμάτων σύντομης διαμονής, οι ημεδαποί αντιστοιχούσαν μόλις στο 18% των αφίξεων και στο 10,2% των διανυκτερεύσεων. Οι αλλοδαποί αντιπροσώπευαν το 82% των αφίξεων και το 89,8% των διανυκτερεύσεων.

Η μέση διάρκεια παραμονής των Ελλήνων ήταν μόλις 2,2 ημέρες, έναντι 4,3 ημερών για τους αλλοδαπούς. Δηλαδή, ο Έλληνας τουρίστας που πληρώνει για διαμονή σε τουριστικό κατάλυμα παραμένει κατά μέσο όρο περίπου το μισό διάστημα από τον ξένο επισκέπτη.

Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής στα πιο οικονομικά καταλύματα. Στα κάμπινγκ, οι Έλληνες αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ένα τέταρτο των διανυκτερεύσεων, με μερίδιο 23,3%. Στα καταλύματα σύντομης διαμονής, αντίθετα, οι διανυκτερεύσεις ημεδαπών μειώθηκαν κατά 0,6% τον Μάιο.

Την ίδια ώρα, ο εσωτερικός τουρισμός δεν έχει εξαφανιστεί. Οι αφίξεις των ημεδαπών αυξήθηκαν κατά 2,5% και οι διανυκτερεύσεις κατά 2,7% σε ετήσια βάση. Η άνοδος, ωστόσο, είναι μικρότερη σε σχέση με την αύξηση που καταγράφεται στο συνολικό ταξιδιωτικό ενδιαφέρον των Ελλήνων.

Το εξωτερικό ακριβαίνει, αλλά οι Έλληνες πληρώνουν περισσότερο

Η αλλαγή των ταξιδιωτικών συνηθειών δεν περιορίζεται στο εσωτερικό. Τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ για τον εξερχόμενο τουρισμό δείχνουν ότι το 2025 οι Έλληνες ταξίδεψαν περισσότερο στο εξωτερικό, αλλά και δαπάνησαν σημαντικά περισσότερα.

Οι ταξιδιωτικές πληρωμές έφθασαν σε ιστορικό υψηλό, στα 3,3 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 19% από τα 2,8 δισ. ευρώ του 2024. Οι αναχωρήσεις αυξήθηκαν κατά 8%, στα 7,2 εκατ., ενώ οι διανυκτερεύσεις αυξήθηκαν κατά 3%, στα 35,5 εκατ.

Η αύξηση των δαπανών ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αύξηση των ταξιδιών και των διανυκτερεύσεων. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στις πληθωριστικές πιέσεις που αύξησαν το κόστος του τουριστικού πακέτου όσο και στη στροφή των Ελλήνων ταξιδιωτών προς ακριβότερους προορισμούς.

Τα ταξίδια προς τις χώρες της Ευρωζώνης κατέγραψαν τη μεγαλύτερη άνοδο, με τις πληρωμές να αυξάνονται κατά 23% και τις αναχωρήσεις κατά 10%. Η Ευρωζώνη συγκέντρωσε πλέον το 41% του συνόλου των εξερχόμενων ταξιδιών.

Η στροφή αυτή έχει σημαντικό οικονομικό αποτύπωμα. Ένα ταξίδι σε χώρα της Ευρωζώνης κοστίζει κατά μέσο όρο 2,6 φορές περισσότερο από ένα ταξίδι σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκτός Ευρωζώνης. Παράλληλα, οι Έλληνες ταξιδιώτες επιλέγουν περισσότερο προορισμούς για city break και παραθερισμό, περιορίζοντας τη συμμετοχή των ταξιδιών για επίσκεψη σε φίλους και συγγενείς.

Η καλοκαιρινή περίοδος φαίνεται, μάλιστα, να κερδίζει έδαφος στον εξερχόμενο τουρισμό. Το δεύτερο και το τρίτο τρίμηνο του 2025 αύξησαν τα μερίδιά τους, με τις πληρωμές να φθάνουν στο 57% του συνόλου. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι ένα μέρος των Ελλήνων επέλεξε το εξωτερικό για τις καλοκαιρινές διακοπές του, πιθανώς αναζητώντας εναλλακτικές απέναντι στο υψηλό κόστος των δημοφιλών ελληνικών προορισμών.

Λιγότερες ημέρες, περισσότερα χρήματα ανά ημέρα

Η εικόνα του εξερχόμενου τουρισμού είναι χαρακτηριστική της νέας συμπεριφοράς. Η μέση διάρκεια παραμονής μειώθηκε κατά 4%, στις 4,9 διανυκτερεύσεις από 5,2 το 2024, στο χαμηλότερο ιστορικό επίπεδο. Την ίδια στιγμή, η μέση κατά κεφαλήν δαπάνη αυξήθηκε κατά 10%, στα 464 ευρώ από 420 ευρώ.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η αύξηση της μέσης δαπάνης ανά διανυκτέρευση, η οποία αυξήθηκε κατά 16%, στα 94 ευρώ από 81 ευρώ.

Με άλλα λόγια, οι Έλληνες ταξιδεύουν για λιγότερες ημέρες, αλλά ξοδεύουν περισσότερα ανά ημέρα. Η τάση αυτή συνδέεται με την αύξηση των τιμών, αλλά και με την αλλαγή των προορισμών. Η εποχή κατά την οποία ένα ταξίδι σε γειτονική βαλκανική χώρα αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη οικονομική επιλογή φαίνεται να υποχωρεί.

Στην Ευρωζώνη, η ημερήσια δαπάνη των Ελλήνων έφθασε τα 97 ευρώ, δηλαδή ήταν υψηλότερη κατά 12% από τη μέση ημερήσια δαπάνη των Ευρωπαίων τουριστών στην Ελλάδα, που διαμορφώθηκε στα 87 ευρώ.

Η ακρίβεια δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο

Η αύξηση των ταξιδιών και των δαπανών δεν σημαίνει ότι η οικονομική πίεση έχει υποχωρήσει. Αντίθετα, η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό εμπόδιο για την πλειονότητα όσων δεν ταξίδεψαν.

Το 56,4% όσων δεν πραγματοποίησαν προσωπικό ταξίδι το 2025 επικαλέστηκε οικονομικούς λόγους. Ακολούθησαν τα προβλήματα υγείας ή περιορισμένης κινητικότητας με 20,8% και η έλλειψη ελεύθερου χρόνου λόγω εργασίας με 16,7%.

Έτσι, η ελληνική ταξιδιωτική αγορά εμφανίζεται όλο και περισσότερο διαιρεμένη. Από τη μία πλευρά, υπάρχει ένα τμήμα του πληθυσμού που ταξιδεύει συχνότερα, πραγματοποιεί περισσότερες σύντομες αποδράσεις και είναι διατεθειμένο να δαπανήσει περισσότερα χρήματα ανά ημέρα. Από την άλλη, ένα μεγάλο κομμάτι των νοικοκυριών δεν μπορεί να χρηματοδοτήσει ούτε μία εβδομάδα διακοπών.

Η Ελλάδα βρίσκεται, επομένως, σε μια ιδιόμορφη θέση στην ευρωπαϊκή ταξιδιωτική αγορά. Οι Έλληνες ταξιδεύουν λιγότερο από τους περισσότερους Ευρωπαίους, αλλά όταν ταξιδεύουν προτιμούν σε μεγάλο βαθμό το εσωτερικό. Ταυτόχρονα, η ακρίβεια τούς οδηγεί σε μικρότερες διαμονές, μεγαλύτερη αξιοποίηση των εξοχικών και της φιλοξενίας από συγγενείς και φίλους, αλλά και σε περισσότερες σύντομες αποδράσεις.

Η εποχή της «μεγάλης καλοκαιρινής διαμονής» δεν έχει εξαφανιστεί. Δεν αποτελεί, όμως, πλέον τη μοναδική μορφή ταξιδιού. Ο Έλληνας τουρίστας δεν σταμάτησε να ταξιδεύει. Απλώς ταξιδεύει διαφορετικά: πιο συχνά, για λιγότερες ημέρες και με μεγαλύτερη προσοχή στο κόστος της διαμονής.