Σημαντική επιτάχυνση καταγράφεται στην προσπάθεια της Ελλάδας για την πλήρη εξόφληση των πρώτων μνημονιακών της υποχρεώσεων, καθώς η χώρα βρίσκεται σε τροχιά να εξαλείψει το σχετικό χρέος των 53 δισ. ευρώ έως το 2029.
Η εξέλιξη αυτή, που συντελείται δύο χρόνια νωρίτερα από τον αρχικό προγραμματισμό, καθίσταται εφικτή χάρη στη διαρκή βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών και τους ισχυρούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές που επικαλείται σε ρεπορτάζ του το Reuters.
Η ελληνική οικονομία, η οποία κατά την περίοδο της πολυετούς κρίσης βρέθηκε πολύ κοντά στην έξοδο από τη ζώνη του ευρώ και διατηρούσε για δεκαετίες το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, επιδεικνύει θεαματική ανάκαμψη. Η υποχώρηση του δείκτη χρέους προς το ΑΕΠ ξεπερνά πλέον τις 60 ποσοστιαίες μονάδες, φτάνοντας στο 145,9% και αναμένεται να διολισθήσει περαιτέρω στο 136,8%, ξεπερνώντας θετικά τις αντίστοιχες επιδόσεις της Ιταλίας.
Το αρχικό πλάνο της Αθήνας προέβλεπε την ολοκλήρωση της αποπληρωμής των διμερών δανείων του πρώτου μηχανισμού στήριξης (GLF) έως το 2031. Ωστόσο, η ταχύτερη καταβολή δόσεων – όπως η πρόσφατη καταβολή 6,9 δισ. ευρώ – περιόρισε το εναπομείναν υπόλοιπο στα 19,5 δισ. ευρώ. Αρμόδιοι αξιωματούχοι επιβεβαιώνουν ότι η πλήρης εξόφληση κατά τη διετία 2029-2030 είναι απολύτως ρεαλιστική, ενώ δεν αποκλείεται περαιτέρω επιτάχυνση εάν διατηρηθούν οι ευνοϊκές συνθήκες.
Βασικό πυλώνα για αυτή την εξέλιξη αποτελούν τα αυξημένα ταμειακά διαθέσιμα, τα οποία ανέρχονται στα 32 δισ. ευρώ, ενισχυμένα από τη μεγέθυνση της οικονομίας και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Η ανάπτυξη κινείται σταθερά γύρω στο 2%, υπερβαίνοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται πως θα αγγίξει το 4% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας κατά πολύ τις αρχικές εκτιμήσεις.
Παράλληλα, σχεδιάζεται νέα πρόωρη αποπληρωμή τουλάχιστον 5,1 δισ. ευρώ για το 2027. Η οικονομική αυτή σταθερότητα επιτρέπει πλέον στη χώρα να δανείζεται ήδη με χαμηλότερα επιτόκια από δυνάμεις όπως η Ιταλία και η Γαλλία, ενώ κύριος στόχος παραμένει η περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής της ικανότητας από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης μετά από τις επικείμενες βουλευτικές εκλογές.
