Η πλημμελής διακήρυξη ενός διαγωνισμού αλλά και η παγκόσμια πρωτοτυπία της τοποθέτησης του εθνόσημου στις μεταλλικές πινακίδες των αυτοκινήτων στη χώρα μας κόντεψαν να δυναμιτίσουν μια ολόκληρη αγορά.
Πρόκειται για την αγορά αυτοκινήτου, η οποία τους προηγούμενους μήνες έφτασε σε οριακό σημείο εξαιτίας της απουσίας… τσίγκου στο υπουργείο Μεταφορών. Αυτό με τη σειρά του περιόρισε τις ταξινομήσεις αυτοκινήτων, τουλάχιστον τον μήνα Ιούλιο, όπου τα καράβια ξεφόρτωναν στον Πειραιά αυτοκίνητα για Έλληνες καταναλωτές, αλλά οι εισαγωγείς τους δεν μπορούσαν να παραδώσουν στους πελάτες τους εξαιτίας της απουσίας πινακίδων.
Το θέμα είναι γνωστό και ταλαιπωρεί ακόμη εισαγωγείς και αγοραστές αυτοκινήτων, καθώς οι εκ του προχείρου και μέσω αναθέσεων προμήθειες πινακίδων του υπουργείου Μεταφορών δεν έλυσαν το πρόβλημα. Μάλιστα, στα μέσα Αυγούστου υπήρχε έντονος προβληματισμός στις τάξεις των εισαγωγέων, για το ενδεχόμενο να σταματήσουν εντελώς οι ταξινομήσεις αυτοκινήτων.
Τον Ιούλιο, πάντως, οι ταξινομήσεις νέων και μεταχειρισμένων οχημάτων υποχώρησαν κατά 1,2%. Μάλιστα, οι ταξινομήσεις καινούργιων επιβατικών Ι.Χ. σημείωσαν ετήσια υποχώρηση κατά 8,8%, όταν τον προηγούμενο μήνα είχαν σημειώσει αύξηση 27,3%. Η μείωση αυτή λέγεται ότι συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, με την ταξινόμηση ενός αυτοκινήτου πλέον ν’ απαιτεί 3 έως 4 εβδομάδες, όταν πριν από μερικούς μήνες απαιτούσε λίγες ημέρες. Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι τον μήνα Αύγουστο οι ταξινομήσεις νέων αυτοκινήτων ήταν μειωμένες κατά 37,5% σε ετήσια βάση.
Η κατάσταση αυτή έχει φέρει στα πρόθυρα της νευρικής τους εισαγωγείς, που καθυστερούν τις πωλήσεις των αυτοκινήτων και τις εξοφλήσεις από τους πελάτες τους. Επιπλέον, καθυστερεί και τα δημόσια έσοδα, αφού δεν καταβάλλονται οι φόροι και τα τέλη ταξινόμησης των οχημάτων.
Το πρόβλημα προέκυψε έπειτα από έναν προβληματικό διαγωνισμό που προκήρυξε το υπουργείο Μεταφορών με προϋπολογισμό 7,34 εκατ. ευρώ για την προμήθεια περίπου 1,1 εκατ. ζευγών πινακίδων αυτοκινήτων και μοτοσικλετών. Η διενέργεια του διαγωνισμού οδήγησε στο «μοίρασμα» της δουλειάς σε δύο επιχειρήσεις, που η μεν πρώτη από τις δύο έλαβε 7 τμήματα της προμήθειας (τμήματα 2, 3, 4, 6, 8, 9 και 11) και η δεύτερη τα υπόλοιπα 4 (τμήματα 1, 5, 7 και 10), σε σύνολο 11 τμημάτων που προέβλεπε ο διαγωνισμός.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, ωστόσο, δεν ενέκρινε την υπογραφή των δύο αναθέσεων, καθώς έκρινε ότι υπήρχαν πλημμέλειες τόσο στη διακήρυξη του διαγωνισμού όσο και στη νομιμοποίηση των δύο ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων να αναλάβουν τη δουλειά (Νοέμβριος 2025). Συγκεκριμένα, το 6ο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε υπερβολικές και δυσανάλογες τις απαιτήσεις της διακήρυξης για την οικονομική, χρηματοοικονομική και τεχνική ικανότητα των υποψηφίων, απαιτήσεις οι οποίες κατά το διοικητικό δικαστήριο περιόριζαν τον ανταγωνισμό.
Το υπουργείο Μεταφορών επιχείρησε να ανατρέψει την απόφαση του EλΣυν καταθέτοντας αίτηση ανάκλησης. Ωστόσο, το 7ο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέρριψε (Φεβ. 2026) την αίτηση ανάκλησης του υπουργείου επαναλαμβάνοντας το σκεπτικό της αρχικής απόφασης. Επιπλέον, στην ίδια απόφαση διαπιστώθηκε ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που προσκόμισε ο ένας από τους δύο αναδόχους δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων που έθετε η διακήρυξη. Κατά συνέπεια, επιβεβαιώθηκε το κώλυμα υπογραφής της σύμβασης.
Μετά και την απόφαση αυτήν, ο υπουργός Μεταφορών, Χρήστος Δήμας, τον Μάρτιο του 2026 ακύρωσε το διαγωνισμό, προκαλώντας όλα τα επακόλουθα προβλήματα στην ομαλή προμήθεια πινακίδων αυτοκινήτων στην αγορά.
Η όλη υπόθεση αναδεικνύει έναν έντονο αναχρονισμό του ελληνικού κράτους, που απαιτεί την κεντρική διαχείριση των πινακίδων αυτοκινήτων. Και αυτό συμβαίνει από το 1982, επειδή η νομοθεσία προβλέπει σε μία από τις δύο πινακίδες να «χτυπάει» το εθνόσημο, μια διαδικασία που δεν μπορεί να ανατεθεί σε τρίτους.
Πολλοί ωστόσο αναρωτιούνται ποια η σκοπιμότητα να υπάρχει το εθνόσημο στην πίσω πινακίδα του αυτοκινήτου, με δεδομένο μάλιστα ότι δεν φαίνεται, αλλά ούτε και προσφέρει καλύτερη ασφάλεια στην κοινωνία και την κυκλοφορία του αυτοκινήτου. Κάλλιστα η έκδοση των πινακίδων των αυτοκινήτων μπορεί να γίνει χωρίς το εθνόσημο και ν’ αποτελέσει υπόθεση του εισαγωγέα/πωλητή ή και του αγοραστή του αυτοκινήτου, αφού βεβαίως το υπ. Μεταφορών αποδώσει τον αριθμό της πινακίδας στο όχημα.
Η έκδοση αυτή του αριθμού θα είναι εντελώς ψηφιακή και το τύπωμα των πινακίδων θα μπορεί να γίνεται με ευθύνη του αγοραστή ή του πωλητή του αυτοκινήτου, από πιστοποιημένους κατασκευαστές πινακίδων. Έτσι κι αλλιώς, ο αγοραστής του αυτοκινήτου τις πληρώνει έξτρα τις πινακίδες σε μια αγορά αυτοκινήτου, είτε τις παραλαμβάνει από το υπουργείο Μεταφορών είτε από ιδιώτη.
Με τον τρόπο αυτόν το υπουργείο Μεταφορών θα χάσει μεν ένα έσοδο, αλλά θ’ απαλλαγεί από χρονοβόρες και γραφειοκρατικές διαδικασίες, πολλές από τις οποίες συχνά πυκνά δίνουν λαβές για αδιαφάνεια και διαφθορά. Το κυριότερο όμως είναι ότι η νέα διαδικασία δεν θα δυναμιτίσει μια αγορά που καλώς σήμερα βρίσκεται σε άνθηση, αφού η χώρα λογω της οικονομικής κρίσης, είχε γεμίσει με οχήματα 20ετίας και 30ετίας, που είναι περισσότερο ρυπογόνα και λιγότερο ασφαλή από τα σύγχρονα οχήματα.
