Τροφή για σοβαρό προβληματισμό σε ό,τι αφορά τις επιλογές των κομμάτων της αντιπολίτευσης αποτελεί το τελευταίο κύμα δημοσκοπήσεων. Μετά τη σφοδρή κριτική που άσκησαν όλα τα κόμματα κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, με αφορμή την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και τις παρεμβάσεις της εισαγγελέως Κοβέσι, τις υποκλοπές και την παραίτηση Λαζαρίδη, δεν ήταν λίγοι αυτοί που προεξοφλούσαν μια δημοσκοπική κυβερνητική κατάρρευση. Ειδικότερα, το ΠΑΣΟΚ ανέμενε καλύτερες επιδόσεις, καθώς προσδοκούσε η δυναμική του παρέμβαση στις επίμαχες υποθέσεις -μετά και το Συνέδριό του- να αποδώσει καρπούς.
Ωστόσο, οι μετρήσεις δεν εναρμονίστηκαν με τις προσδοκίες. Η ΝΔ έχασε αρχικά μέχρι και τρεις ποσοστιαίες μονάδες από τις εξελίξεις στον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις καταγγελίες για «κουκούλωμα» των υποκλοπών, αλλά ανέκαμψε τόσο με την επίσκεψη Μακρόν στην Αθήνα όσο και με την εξαγγελία έκτακτων μέτρων λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Οι προβλέψεις για κατάρρευση δεν επαληθεύτηκαν, αντίθετα η ΝΔ συγκράτησε δυνάμεις γύρω στο 30%, με μεγάλη απόσταση από τους… «διώκτες» της. Το ΠΑΣΟΚ κατέγραψε άνοδο μιάμισης-δύο μονάδων, μακριά όμως από το να απειλήσει την πρωτιά και να εμπεδώσει τη θέση του για νίκη στις εκλογές έστω και με μια ψήφο διαφορά. Από την άλλη, και τα ποσοστά της ΝΔ όσο πλησιάζουμε στις κάλπες, απομακρύνουν τον στόχο της αυτοδυναμίας. Με δυο λόγια, τα δύο κατεξοχήν θεσμικά κόμματα βρίσκονται κάτω από τους διακηρυγμένους εκλογικούς τους στόχους.
Ωστόσο, με δεδομένες τις απώλειες της ΝΔ το ερώτημα είναι γιατί αυτές δεν διοχετεύονται προς το ΠΑΣΟΚ, κυρίως, ή σε άλλα κόμματα. Αντίθετα, όσοι κρατούν αποστάσεις από τη ΝΔ πυκνώνουν τις τάξεις των αναποφάσιστων. Ενδεικτικά, στη δημοσκόπηση της Opinion Poll το ποσοστό των αναποφάσιστων φτάνει στο 18,4% ενώ αν προστεθεί και η επιλογή «άλλο κόμμα» φτάνουμε σε μια «γκρίζα ζώνη» της τάξης των 28 ποσοστιαίων μονάδων. Αντίστοιχη εικόνα και στην έρευνα της Prorata, με τους αναποφάσιστους στο 14,5% και το «άλλο κόμμα» στο 11%-σύνολο, 25,5%. Στη δημοσκόπηση της Marc, οι αναποφάσιστοι είναι στο 12,2%, το «άλλο κόμμα» στο 3,9% ενώ το 3,6% δηλώνει ότι δεν θα ψηφίσει.
Αναδεικνύεται ένα σοβαρό ερώτημα. Γιατί η ΝΔ, παρά την «κατάρα της δεύτερης τετραετίας» και με ανοιχτές πληγές σε κρίσιμες υποθέσεις που αφορούν στο Κράτος Δικαίου-όπως επανειλημμένα υπογραμμίζει σύμπασα η αντιπολίτευση – δεν έχουμε μετακινήσεις σε κόμματα της αντιπολίτευσης; Τι είναι αυτό που δεν γίνεται ώστε να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στους συσχετισμούς δυνάμεων, τέτοιες που να επιτρέπουν στην κοινή γνώμη εναλλακτικές επιλογές;
Ας περιοριστούμε σε δύο βασικές παραμέτρους.
Πρώτον, η δυσαρέσκεια προς την κυβέρνηση τεμαχίζεται σε πολλά… τεταρτημόρια. Ο κατακερματισμός της αντιπολίτευσης όχι μόνο δεν ελκύει αναποφάσιστους ψηφοφόρους, αλλά δεν τους δίνει κίνητρο εναλλακτικής επιλογής. Πολλά κόμματα διεκδικούν την ψήφο τους, και σύντομα θα γίνουν ακόμα περισσότερα καθώς τόσο ο Αλέξης Τσίπρας, η Μαρία Καρυστιανού και, πιθανότατα, ο Αντώνης Σαμαράς ετοιμάζονται να ηγηθούν σχημάτων, που στοχεύουν στο ίδιο ακροατήριο. Το νέο τοπίο προδιαγράφεται έντονα ανταγωνιστικό ανάμεσα στα κόμματα, με προτεραιότητα στο «πλασάρισμα» για μια καλύτερη δημοσκοπική επίδοση στο δρόμο για τις εκλογές. Έτσι, μπορεί το 60-70% των πολιτών να θεωρούν ότι η κυβέρνηση κινείται σε λάθος κατεύθυνση-ανάλογα είναι και τα ποσοστά όλων όσοι επιθυμούν πολιτική αλλαγή-, αλλά την ίδια ώρα η αποδοκιμασία των επιδόσεων της αντιπολίτευσης παραμένει ανυπέρβλητο εμπόδιο. Στο ερώτημα της Marc, ποιος ασκεί πιο ουσιαστική αντιπολίτευση, το 48,8%-δηλαδή ο ένας στους δύο-λέει «ο κανένας». Από τα κόμματα, ξεχωρίζει το ΠΑΣΟΚ με 15,6% και ακολουθεί η Πλεύση Ελευθερίας με8,9%. Το παράδοξο είναι πως την ώρα που όλοι προτάσσουν την ανάγκη να φύγει η ΝΔ και να πέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αυτό αποδεικνύεται από μόνο του ένα ανεπαρκές όπλο. Άλλωστε οι εποχές του πάλαι ποτέ δικομματισμού, όταν το σύνθημα της «επάρατης Δεξιάς» κυριαρχούσε, υπήρχε το αντίπαλο δέος του ΠΑΣΟΚ, που συσπείρωνε τους δυσαρεστημένους της άλλης πλευράς, ως μόνη εναλλακτική λύση. Όμως αυτοί οι καιροί έχουν περάσει ανεπιστρεπτί.
Δεύτερον, φαίνεται πως το μπαράζ καταγγελιών για σκάνδαλα, διαφθορά κλπ δεν αρκεί από μόνο του να σπρώξει τη ΝΔ στο βάραθρο της κατάρρευσης… Η σφοδρή κριτική δεν μεταφράζεται άμεσα σε αλλαγή ψήφου. Η κυβερνητική φθορά δεν ισοδυναμεί με έναν αυτόματο μηχανισμό κατάρρευσης. Φαίνεται πως οι πολίτες εξακολουθούν να κρίνουν κυβέρνηση και κόμματα με μια πιο συνολική αξιολόγηση. Μαζί με τη διαφθορά, συνυπολογίζουν την κατάσταση της οικονομίας, τις αβεβαιότητες από τα πολεμικά μέτωπα σε Μέση Ανατολή και Ουκρανία, τη διαχείριση της ακρίβειας και τα κυβερνητικά μέτρα. Φαίνεται επίσης από τις μετρήσεις ότι η πόλωση δεν ευνοεί μόνο την αντιπολίτευση αλλά και συσπειρώνει τη βάση της ΝΔ. Κυρίως όμως, και πάνω απ’ όλα, αυτό που λείπει είναι η πειστική ανάπτυξη μιας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης. Δεν είναι τυχαίο πως στη δημοσκόπηση της Opinion Poll, το 50,7% δηλώνει ότι θα ψηφίσει με κριτήριο τη σταθερότητα και το 34,9% για διαμαρτυρία. Τα σκάνδαλα από μόνα τους δεν αρκούν για να πέσει η κυβέρνηση…
