Μαγγίνας: Το ανθεκτικό μείγμα ανάκαμψης αντιμέτωπο με τη διεθνή αστάθεια

Άρθρο του Νίκου Σ. Μαγγίνα στο Powergame.gr στο πλαίσιο του αφιερώματος «Η Ελλάδα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης»

Νίκος Μαγγίνας, Επικεφαλής Οικονομολόγος Ομίλου Εθνικής Τράπεζας © Εθνική Τράπεζα
Νίκος Σ. Μαγγίνας

O Νίκος Σ. Μαγγίνας είναι Επικεφαλής Οικονομολόγος της Εθνικής Τράπεζας

Η ελληνική οικονομία αναμένεται να παραμείνει σε σταθερή ανοδική τροχιά και κατά το τρέχον έτος, καθώς οι βασικοί πυλώνες που στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα αποδεικνύονται ανθεκτικοί. Πιο συγκεκριμένα, ο τουρισμός, εκτός σοβαρού απροόπτου, οδεύει προς νέα υψηλά και το 2026, ενώ οι εμπορευματικές εξαγωγές άντεξαν κατά το πρώτο ταραχώδες έτος αύξησης των δασμών από τις ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας την προσαρμοστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, και αναμένεται να συνεχίζουν ανοδικά.

Η εγχώρια κατανάλωση παραμένει ισχυρή, ενώ κα η ανάπτυξη στην ευρωζώνη αναμένεται να εμφανίσει οριακή βελτίωση. Οι μισθολογικές προσαρμογές και οι ελαφρύνσεις στους άμεσους φόρους θα αρχίζουν να αγγίζουν πλέον αισθητά ορισμένες εισοδηματικές κατηγορίες πολιτών, ενώ η ροή δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα θα ενισχυθεί περαιτέρω με πλήρη μετακύλιση στο  κόστους δανεισμού, των μειώσεων των επιτοκίων της ΕΚΤ (από τα μέσα του 2024). Η επιβεβαίωση της σημαντικής δημοσιονομικής υπεραπόδοσης έναντι των στόχων, αναμένεται να δώσει πρόσθετα περιθώρια δημοσιονομικής ώθησης, ενώ παράλληλα τα επόμενα τρίμηνα αναμένεται να διοχετευτούν στην πραγματική οικονομία αντληθέντα κεφάλαια άνω των €10 δισ. από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας («ΤΑΑ»).

Ωστόσο, η πρόκληση της απορρόφησης και αξιοποίησης σχεδόν 12 δισ. κεφαλαίων που απομένουν μέχρι την λήξη του ΤΑΑ εντείνεται όσο πλησιάζουμε το ορόσημο του Αυγούστου. Η ταχεία μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό στο ΑΕΠ (περισσότερο από 60 ποσοστιαίες μονάδες από την κορύφωση του το 2020 μέχρι το 2025) θωρακίζει τη χώρα από ενδεχόμενους δημοσιονομικούς κλυδωνισμούς που απειλούν σημαντικές οικονομίες διεθνώς. Το ελληνικό αφήγημα προσέλκυσε σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια και οδήγησε σε επιχειρηματική κινητικότητα, αναδιαρθρώσεις και υπεραπόδοση των ελληνικών χρεογράφων — ειδικά των μετοχών — σε ένα διεθνές χρηματιστηριακό περιβάλλον που επέδειξε ανοσία σε διαδοχικές μεγάλες αναταράξεις τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, η επενδυτική φρενίτιδα με επίκεντρο την τεχνητή νοημοσύνη και πιθανές δευτερογενείς της επιδράσεις εγκυμονούν πιθανώς νέους κινδύνους.

Η προσοχή θα αρχίζει σταδιακά να μετατοπίζεται στη δυνατότητα του υφιστάμενου μείγματος ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, να ανταποκριθεί σε περαιτέρω κλιμάκωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, στη συνεχιζόμενη αμηχανία της ΕΕ απέναντι σε κρίσιμα ζητήματα καθώς και σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου διεθνούς ανταγωνισμού με χαρακτηριστικά, πλέον, γεωπολιτικής επιβολής. Η Ελλάδα αφενός προσπαθεί να επανατοποθετηθεί στο διεθνές σκηνικό προτάσσοντας τη σταθερότητά της, την αξιοπιστία και τη χρησιμότητά της στο νέο διεθνές περιβάλλον, αφετέρου προσπαθεί να ευθυγραμμιστεί με τις αναδυόμενες τάσεις στη σκακιέρα του γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Ωστόσο παραμένει ευάλωτη σε διεθνείς αναταράξεις που θα έπλητταν κρίσιμους τομείς.

Οι αναδιανεμητικές επιδράσεις του επίμονου πληθωρισμού παραμένουν σημαντικές όπως και οι αδυναμίες στη λειτουργία της εγχώριας αγοράς ενέργειας αλλά και γενικότερα στην αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού τόσο στις αγορές αγαθών αλλά και υπηρεσιών. Η θεσμική ποιότητα της χώρας αλλά και η επιχειρηματική νοοτροπία δυστυχώς υστερούν συγκριτικά με τις κατακτήσεις που έχουμε να επιδείξουμε σε άλλα πεδία όπως αυτά της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και της ψηφιοποίησης του δημοσίου. Τα επόμενα χρόνια θα κληθούμε να ανταπεξέλθουμε σε ακόμα πιο κρίσιμες θεσμικές μάχες, τόσο στο εσωτερικό όσο και διεθνώς, μαζί με τους εταίρους μας στην ΕΕ, προκειμένου να παραμείνουμε σε τροχιά σύγκλισης, μέσα σε ένα εχθρικό παγκόσμιο σκηνικό που τιμωρεί τις ολιγωρίες και καθυστερήσεις.