1.000 επιθέσεις την ημέρα: Το αθέατο κόστος του ελληνικού ψηφιακού “success story”

Καθώς το κράτος έχει μεταφέρει τις κρίσιμες λειτουργίες του στο ψηφιακό σύννεφο, το ερώτημα είναι κατά πόσο επαρκούν οι πόροι για την προστασία των υποδομών και των δεδομένων των πολιτών

Κυβερνοασφάλεια © unsplash
Δημήτρης Χατζηγιαννάκης

Σύμβουλος Πληροφορικής

Το gov.gr πέτυχε. Με 2.250+ υπηρεσίες και εκατομμύρια πολίτες που το χρησιμοποιούν, αποτελεί ίσως την πιο ορατή μεταρρύθμιση της τελευταίας δεκαετίας. Όμως, όσο περισσότερο το ελληνικό κράτος μεταφέρει κρίσιμες λειτουργίες στο διαδίκτυο, τόσο μεγαλώνει και ένας λογαριασμός που δεν εμφανίζεται στην οθόνη του πολίτη: το συνεχές κόστος της προστασίας του.

Η εικόνα της Ελλάδας στον τομέα της δημόσιας διοίκησης έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια. Η πλατφόρμα Gov.gr αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα «success stories» του ψηφιακού μετασχηματισμού της χώρας, μετατρέποντας πολλές γραφειοκρατικές διαδικασίες σε μια σειρά από γρήγορα, ψηφιακά κλικ. Είναι η πύλη που ενσωματώνει πάνω από 2.250 υπηρεσίες, που έχουν χρησιμοποιήσει 8 εκατομμύρια πολίτες και έχει στόχο να συμπεριλάβει όλες τις υπηρεσίες του Δημοσίου έως το 2027. Το gov.gr έχει αποκτήσει ψηφιακό πορτοφόλι (Wallet), ψηφιακό βοηθό με τεχνητή νοημοσύνη (mAigov) και υψηλές βαθμολογίες ικανοποίησης σε έρευνες καταναλωτικής εμπειρίας. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός κινήθηκε με ρυθμούς εξπρές.

Ωστόσο, πίσω από την ευκολία των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της άμεσης εξυπηρέτησης, διαμορφώνεται μια νέα, σιωπηλή αλλά επικίνδυνη πραγματικότητα: όσο περισσότερες υπηρεσίες ψηφιοποιούνται, τόσο αυξάνεται η επιφάνεια επίθεσης (attack surface) και τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για τη συνεχή προστασία τους. Η Ελλάδα δέχεται, κατά μέσο όρο, περισσότερες από 1.000 σοβαρές κυβερνοεπιθέσεις ημερησίως, σύμφωνα με εκτίμηση της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Κυβερνοχώρου του ΓΕΕΘΑ που παρουσιάστηκε στο Cyber Greece 2026. Το νούμερο δεν σημαίνει ότι κάθε επίθεση πετυχαίνει, δείχνει, ωστόσο, ότι η άμυνα δεν είναι περιστασιακή ανάγκη, αλλά καθημερινή επιχειρησιακή λειτουργία.

Καθώς το κράτος μεταφέρει τις κρίσιμες λειτουργίες του στο cloud και στα ψηφιακά δίκτυα, ανακύπτει ένα ζωτικό ερώτημα: Επαρκούν οι προβλεπόμενοι πόροι για τη συνεχή προστασία των υποδομών, των δεδομένων και της εμπιστοσύνης των πολιτών;

Η κυβερνοαπειλή σε αριθμούς

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν πρόσφατα στο συνέδριο Cyber Greece 2026, η Ελλάδα αντιμετωπίζει κατά μέσο όρο περισσότερες από χίλιες σοβαρές κυβερνοεπιθέσεις την ημέρα. Ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Πληροφορικής και Κυβερνοχώρου του ΓΕΕΘΑ, Υποστράτηγος Βασίλειος Χατζηδάκης, έθεσε το μέγεθος της πρόκλησης με σαφήνεια. Παράλληλα, δεδομένα από εταιρείες κυβερνοασφάλειας όπως η Check Point δείχνουν ότι οι οργανισμοί στην Ελλάδα δέχονται χιλιάδες επιθέσεις την εβδομάδα ανά οργανισμό που περιλαμβάνουν:

• Επιθέσεις DDoS (Distributed Denial of Service): Στοχευμένες προσπάθειες «παράλυσης» κρίσιμων κρατικών πυλών.
• Λογισμικό Ransomware: Απειλές κρυπτογράφησης και ομηρίας ευαίσθητων δημόσιων δεδομένων.
• Προηγμένες Διαρκείς Απειλές (APTs): Επιθέσεις από οργανωμένες ομάδες χάκερ ή κρατικούς δρώντες με στόχο την υποκλοπή εθνικών δεδομένων.

Ο δημόσιος τομέας βρίσκεται συχνά στην πρώτη γραμμή. Κυβερνητικοί φορείς καταγράφουν υψηλούς αριθμούς στοχεύσεων, ενώ οι κρίσιμες υποδομές (ενέργεια, μεταφορές, υγεία, ψηφιακές πλατφόρμες) αποτελούν ελκυστικούς στόχους τόσο για οικονομικά κίνητρα (ransomware) όσο και για υβριδικές επιχειρήσεις με γεωπολιτικό χαρακτήρα. Ο Διοικητής της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας (ΕΑΚ), Μιχάλης Μπλέτσας, αποκάλυψε στο Cyber Security Forum 2025: «Το πρώτο τετράμηνο του 2025 είχαμε τρεις φορές περισσότερα καταμετρημένα περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους». Η Ελλάδα, επισημαίνουν αναλύσεις του 2026 για την κυβερνοασφάλεια, παραμένει ιδιαίτερα εκτεθειμένη, καθώς η ασφάλεια ενός διασυνδεδεμένου συστήματος εξαρτάται από τον πιο αδύναμο κρίκο του.

Τρία περιστατικά, τρία διδάγματα (Κτηματολόγιο, ΣΥΖΕΥΞΙΣ, ΕΕΤΑΑ)

Τον Ιούλιο του 2024, το Ελληνικό Κτηματολόγιο βρέθηκε αντιμέτωπο με εκτεταμένη κυβερνοεπίθεση. Σύμφωνα με το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, καταγράφηκαν περισσότερες από 400 επιθέσεις μέσα σε μία εβδομάδα. Παρότι η απόπειρα πρόσβασης στην κεντρική βάση δεδομένων αποτράπηκε, παραβιάστηκαν επιμέρους συστήματα, μεταξύ των οποίων υπολογιστές υπαλλήλων και αντίγραφο ασφαλείας, ενώ επιβεβαιώθηκε η εξαγωγή περίπου 1,2 GB διαχειριστικών αρχείων.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 2025, το δίκτυο ΣΥΖΕΥΞΙΣ δέχθηκε εκτεταμένη επίθεση άρνησης υπηρεσίας από το εξωτερικό, προκαλώντας καθυστερήσεις στην απόκριση εφαρμογών του gov.gr. Το περιστατικό ανέδειξε μια διαφορετική διάσταση της κυβερνοασφάλειας: ακόμη και χωρίς επιβεβαιωμένη διαρροή δεδομένων, η διατάραξη της λειτουργίας κρίσιμων ψηφιακών υποδομών μπορεί να επηρεάσει την εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (ΕΕΤΑΑ), η οποία δέχθηκε κυβερνοεπίθεση ransomware τον Μάρτιο του 2025 που έπληξε δεδομένα περίπου 700.000 αιτήσεων και έως 2,5 εκατ. προσώπων, που περιελάμβαναν μεταξύ άλλων ΑΦΜ, ΑΜΚΑ, IBAN και πιστοποιητικά αναπηρίας.

Με την απόφαση 15/2026, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα επέβαλε συνολικά πρόστιμα 350.000 ευρώ στο Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας (200.000) και στην ΕΕΤΑΑ (150.000) και συνέδεσε την επίθεση με παρωχημένα συστήματα και ανεπαρκή μέτρα ασφαλείας. Η υπόθεση ανέδειξε ότι η κυβερνοασφάλεια δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα αλλά και νομική υποχρέωση με άμεσο δημοσιονομικό κόστος.

Αν τα τρία περιστατικά δείχνουν τι διακυβεύεται, το επόμενο ερώτημα είναι πώς χρηματοδοτείται η διαρκής προστασία των ψηφιακών υποδομών.

Από το CAPEX στο OPEX: Η πρόκληση της διαρκούς χρηματοδότησης

Στα μεγάλα έργα πληροφορικής, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συνήθως στο αρχικό ύψος της επένδυσης, στους διαγωνισμούς, στις τεχνολογικές υποδομές και στα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης. Ωστόσο, η ολοκλήρωση ενός έργου δεν σημαίνει και την ολοκλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων. Ένα πληροφοριακό σύστημα που εξυπηρετεί εκατομμύρια πολίτες χρειάζεται διαρκή παρακολούθηση, ενημερώσεις λογισμικού, διαχείριση ευπαθειών, ελέγχους ασφάλειας, προστασία από κυβερνοεπιθέσεις και μηχανισμούς ανάκαμψης σε περίπτωση σοβαρού περιστατικού. Χρειάζεται επίσης εξειδικευμένους ανθρώπους, οργανωμένες διαδικασίες και υπηρεσίες κυβερνοασφάλειας που λειτουργούν σε εικοσιτετράωρη βάση.

Αυτές οι δαπάνες δεν είναι εφάπαξ. Επαναλαμβάνονται κάθε χρόνο και συχνά αυξάνονται καθώς μεγαλώνει η πολυπλοκότητα των υποδομών και εξελίσσονται οι κυβερνοαπειλές. Εδώ βρίσκεται μια από τις σημαντικότερες οικονομικές προκλήσεις του ψηφιακού μετασχηματισμού: η μετάβαση από τη χρηματοδότηση της δημιουργίας ψηφιακών συστημάτων στη βιώσιμη χρηματοδότηση της ασφαλούς λειτουργίας τους. Στην πράξη, πρόκειται για τη διάκριση μεταξύ των αρχικών επενδυτικών δαπανών, γνωστών ως CAPEX, και των επαναλαμβανόμενων λειτουργικών δαπανών, γνωστών ως OPEX. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει σημαντικά κεφάλαια για την ανάπτυξη νέων πλατφορμών. Αυτό, όμως, δεν διασφαλίζει αυτομάτως ότι έχει εξασφαλίσει και τους απαιτούμενους πόρους για τη μακροχρόνια προστασία τους.

Η Ελλάδα δεν ξεκινά από μηδενική βάση σε ό,τι αφορά τις επενδύσεις στην κυβερνοασφάλεια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο «Δράσεις για την Ενίσχυση της Ασφάλειας των Πληροφοριών και των Συστημάτων του Δημοσίου Τομέα», με προϋπολογισμό 82,39 εκατ. ευρώ πλέον ΦΠΑ, το οποίο χρηματοδοτείται από το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0». Το έργο περιλαμβάνει παρεμβάσεις για την ενίσχυση της ασφάλειας σημαντικών πληροφοριακών υποδομών του Δημοσίου, καθώς και τεχνολογικές και οργανωτικές δράσεις προστασίας. Μεταξύ των προβλεπόμενων παρεμβάσεων περιλαμβάνονται υπηρεσίες Κέντρου Επιχειρήσεων Ασφάλειας (Security Operations Center SOC), εξοπλισμός κυβερνοασφάλειας, λογισμικό προστασίας και συμβουλευτικές υπηρεσίες. Πρόκειται για μια ουσιαστική επενδυτική προσπάθεια, η οποία αναδεικνύει ότι η κυβερνοασφάλεια έχει ενταχθεί στο σχεδιασμό της ψηφιακής μετάβασης.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, αφορά τη συνέχεια. Τι συμβαίνει όταν ολοκληρώνεται η χρηματοδότηση ενός έργου; Πώς καλύπτονται οι ανανεώσεις αδειών λογισμικού, η αντικατάσταση εξοπλισμού, η λειτουργία των κέντρων παρακολούθησης και οι υπηρεσίες αντιμετώπισης περιστατικών; Ποιος αναλαμβάνει τη διαρκή αναβάθμιση των μηχανισμών προστασίας; Η ύπαρξη ενός μεγάλου επενδυτικού προγράμματος δεν αρκεί από μόνη της για να απαντήσει σε αυτά τα ερωτήματα. Χρειάζεται να εξεταστούν η διάρκεια των συμβάσεων, οι προβλέψεις συντήρησης, οι μελλοντικές λειτουργικές πιστώσεις και οι οικονομικές υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν οι φορείς μετά την ολοκλήρωση των έργων.

Σε αντίθεση με την εγκατάσταση μιας υποδομής ή την ανάπτυξη μιας εφαρμογής, η προστασία ενός πληροφοριακού συστήματος απαιτεί συνεχή προσαρμογή. Οι κυβερνοεγκληματίες αλλάζουν τακτικές, καθημερινά ανακαλύπτονται νέες ευπάθειες και οι τεχνολογίες που θεωρούνται ασφαλείς σήμερα μπορεί να χρειάζονται σημαντικές αναβαθμίσεις στο μέλλον. Για τον λόγο αυτό, η κυβερνοασφάλεια πρέπει να αντιμετωπίζεται ως διαρκής επιχειρησιακή λειτουργία που απαιτεί σαφείς αρμοδιότητες, εξειδικευμένο προσωπικό, μετρήσιμους στόχους και σταθερή χρηματοδότηση. Από οικονομική άποψη, η ουσιαστική πρόκληση είναι να ενσωματώνεται το κόστος ασφάλειας στον συνολικό προϋπολογισμό λειτουργίας κάθε κρίσιμης ψηφιακής υπηρεσίας, αντί να αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή δαπάνη που ενεργοποιείται μόνο όταν προκύπτει μια νέα ανάγκη ή ένα περιστατικό.

Εσθονία και Φινλανδία: Η ευρωπαϊκή εμπειρία

Το πρόβλημα δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Σύμφωνα με την έκθεση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κυβερνοασφάλεια ENISA «Threat Landscape 2026», η δημόσια διοίκηση αποτελεί τον πλέον στοχοποιημένο τομέα στην ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας το 31,8% όλων των καταγεγραμμένων περιστατικών. Η Εσθονία και η Φινλανδία, δύο από τις ψηφιακά πιο ώριμες χώρες της Ένωσης, αντιμετωπίζουν την ίδια δομική πρόκληση: πώς θα εξασφαλιστεί σταθερή και προβλέψιμη χρηματοδότηση για την κυβερνοασφάλεια, πέραν των αποσπασματικών έργων. Η εσθονική στρατηγική 2024–2030 θέτει ρητά ως στόχο τη «σταθερή χρηματοδότηση των βασικών υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας», αναγνωρίζοντας ότι η χρηματοδότηση βάσει έργων παραμένει ανεπαρκής. Η Φινλανδία, από την πλευρά της, πρότεινε στον προϋπολογισμό του 2026 μόνιμη αύξηση 4,7 εκατ. ευρώ για την υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής κυβερνοασφάλειας, με ρητή αναφορά στην ανάγκη «συνεχούς χρηματοδότησης» . Και οι δύο χώρες έχουν επίσης θεσμοθετήσει μηχανισμούς μέτρησης και δημόσιας λογοδοσίας: η Εσθονία μέσω τακτικών εκθέσεων της RIA, η Φινλανδία μέσω εξωτερικών ελέγχων από το Εθνικό Ελεγκτικό Γραφείο . Με άλλα λόγια, η συζήτηση για το «ποιος πληρώνει» δεν είναι μόνο ελληνικό δίλημμα, είναι ευρωπαϊκό. Η διαφορά έγκειται στο κατά πόσο η χρηματοδότηση είναι θεσμοθετημένη και διαφανής, και όχι αποσπασματική.

Το κόστος μιας κυβερνοεπίθεσης δεν περιορίζεται στην τεχνική αποκατάσταση

Οι οικονομικές συνέπειες ενός σοβαρού περιστατικού κυβερνοασφάλειας μπορεί να ξεπερνούν κατά πολύ το άμεσο κόστος αποκατάστασης ενός πληροφοριακού συστήματος. Σε ένα ψηφιοποιημένο Δημόσιο, μια παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας μπορεί να επηρεάσει τη διεκπεραίωση διοικητικών πράξεων, τη λειτουργία επιχειρήσεων και την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών. Εάν, για παράδειγμα, καταστεί προσωρινά μη διαθέσιμη μια κρίσιμη υπηρεσία ταυτοποίησης ή ανταλλαγής δεδομένων, οι επιπτώσεις ενδέχεται να επεκταθούν σε πολλές εφαρμογές. Το οικονομικό αποτύπωμα μπορεί να περιλαμβάνει απώλεια παραγωγικότητας, καθυστερήσεις συναλλαγών, έκτακτες τεχνικές δαπάνες και ανάγκη ενεργοποίησης εναλλακτικών διαδικασιών.
Η επιτυχία του gov.gr και συνολικά της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στηρίζεται στην πεποίθηση ότι οι ψηφιακές συναλλαγές είναι όχι μόνο γρήγορες και εύχρηστες, αλλά και ασφαλείς. Ένα σοβαρό περιστατικό θα μπορούσε να υπονομεύσει αυτή την εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό και η κυβερνοασφάλεια πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο ως τεχνικό κόστος, αλλά και ως επένδυση στη λειτουργική συνέχεια του κράτους και στην αξιοπιστία της ψηφιακής οικονομίας. Η εμπιστοσύνη των πολιτών στο ψηφιακό κράτος αποτελεί, σε τελική ανάλυση, τον πιο πολύτιμο αλλά και τον πιο εύθραυστο πόρο.

Η υπόθεση της ΕΕΤΑΑ αναδεικνύει και την οικονομική διάσταση της συμμόρφωσης με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ). Το άρθρο 32 προβλέπει την εφαρμογή κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων ασφάλειας, ανάλογα με τους κινδύνους, καθώς και διαδικασίες τακτικής δοκιμής και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητάς τους. Η συμμόρφωση, επομένως, δεν εξαντλείται σε μια αρχική τεχνολογική επένδυση, αλλά απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, αξιολόγηση και προσαρμογή των μέτρων προστασίας. Η κυβερνοασφάλεια καθίσταται έτσι και νομική υποχρέωση με άμεσο δημοσιονομικό κόστος, που πρέπει να αποτυπώνεται ως επαναλαμβανόμενη δαπάνη στους προϋπολογισμούς.

Τι έχει χτιστεί θεσμικά και τι λείπει

Η πολιτεία για την αντιμετώπιση του προβλήματος δεν έμεινε αδρανής. Το 2024 συνέστησε την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, με αρμοδιότητες που καλύπτουν τη στρατηγική, τον κανονιστικό έλεγχο και τη διαχείριση περιστατικών σε κρίσιμες υποδομές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Υπεγράφη συμφωνία χρηματοδότησης με το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ικανοτήτων Κυβερνοασφάλειας για ένα ενοποιημένο Κέντρο Επιχειρήσεων Ασφαλείας (Security Operations Center SOC), ενώ έχει δημοσιοποιηθεί και η νέα Εθνική Στρατηγική Κυβερνοασφάλειας 2026–2030.

Η εφαρμογή της ευρωπαϊκής Οδηγίας NIS2 (Network and Information Security Directive) και η ενσωμάτωσή της στο ελληνικό δίκαιο δημιουργούν ένα αυστηρότερο πλαίσιο διαχείρισης των κυβερνοκινδύνων για τους φορείς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της. Οι απαιτήσεις δεν περιορίζονται στην εγκατάσταση τεχνικών μέτρων προστασίας αλλά και στη διαχείριση κινδύνων, στην ασφάλεια της εφοδιαστικής αλυσίδας, στην επιχειρησιακή συνέχεια, στην αντιμετώπιση περιστατικών και στις ευθύνες της διοίκησης.
Πέρα από τις τεχνολογικές υποδομές, ο πιο κρίσιμος παράγοντας φαίνεται ότι είναι το εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Η λειτουργία σύγχρονων μηχανισμών κυβερνοασφάλειας απαιτεί αναλυτές ασφάλειας, μηχανικούς υποδομών, ειδικούς διαχείρισης ευπαθειών, επαγγελματίες incident response και στελέχη διακυβέρνησης κινδύνων. Η προσέλκυση και διατήρηση τέτοιων ειδικοτήτων αποτελεί πρόκληση τόσο για τον δημόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τομέα.

Έρευνα του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδας ΣΕΠΕ και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών ΟΠΑ, που δημοσιεύθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 2024 για την επάρκεια ειδικών Τεχνολογίας Πληροφορίας και Επικοινωνιών ICT έχει καταγράψει τους επαγγελματίες κυβερνοασφάλειας ανάμεσα στις ειδικότητες με τη μεγαλύτερη ζήτηση. Το Δημόσιο ανταγωνίζεται τον ιδιωτικό τομέα και τους ξένους εργοδότες για τα ίδια στελέχη, με μισθολογικούς όρους που δύσκολα είναι ανταγωνιστικοί. Χωρίς επαρκώς καταρτισμένο προσωπικό, ακόμη και τα πιο προηγμένα συστήματα παρακολούθησης δεν μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά.

Οι εξωτερικοί πάροχοι υπηρεσιών κυβερνοασφάλειας από την άλλη πλευρά, μπορούν να προσφέρουν σημαντική τεχνογνωσία, οικονομίες κλίμακας και πρόσβαση σε προηγμένες δυνατότητες παρακολούθησης. Ωστόσο, η ανάθεση υπηρεσιών σε τρίτους δεν καταργεί την ανάγκη εσωτερικής τεχνογνωσίας. Οι δημόσιοι φορείς χρειάζονται στελέχη ικανά να αξιολογούν τους κινδύνους, να καθορίζουν τις απαιτήσεις ασφάλειας, να ελέγχουν την απόδοση των αναδόχων και να διατηρούν την επιχειρησιακή ευθύνη των συστημάτων. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος η τεχνολογική εξάρτηση να συνοδεύεται και από εξάρτηση σε επίπεδο κρίσιμων αποφάσεων ασφάλειας.

Μετά το Ταμείο Ανάκαμψης, ποιος θα πληρώνει για την ασφάλεια;

Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν τα έργα που χρηματοδοτούνται π.χ. από το Ταμείο Ανάκαμψης περνούν σταδιακά από τη φάση της υλοποίησης στη φάση της παραγωγικής λειτουργίας. Οι επενδύσεις σε νέες ψηφιακές υπηρεσίες, υποδομές cloud, κέντρα δεδομένων και διασυνδέσεις δημόσιων φορέων δημιουργούν σημαντικά τεχνολογικά περιουσιακά στοιχεία για το κράτος αλλά ταυτόχρονα και υποχρεώσεις συντήρησης, αναβάθμισης και προστασίας.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτές οι υποχρεώσεις έχουν ενσωματωθεί με συστηματικό τρόπο στους μελλοντικούς προϋπολογισμούς. Η απάντηση απαιτεί μεγαλύτερη διαφάνεια ως προς το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας και λειτουργίας των ψηφιακών έργων.

Για κάθε κρίσιμη υποδομή θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει σαφής εικόνα όχι μόνο του αρχικού κόστους υλοποίησης, αλλά και του προβλεπόμενου κόστους ασφάλειας σε βάθος πενταετίας ή δεκαετίας. Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχουν δείκτες που να επιτρέπουν την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των επενδύσεων. Η διαθεσιμότητα κρίσιμων υπηρεσιών, ο χρόνος εντοπισμού και αντιμετώπισης περιστατικών, η ταχύτητα αποκατάστασης σοβαρών ευπαθειών και η ετοιμότητα ανάκαμψης αποτελούν παραδείγματα τέτοιων δεικτών. Δεν αρκεί, δηλαδή, να γνωρίζουμε πόσα χρήματα δαπανήθηκαν για την κυβερνοασφάλεια. Χρειάζεται να γνωρίζουμε και ποιο επίπεδο προστασίας και ανθεκτικότητας εξασφαλίζουν.

Η κυβερνοασφάλεια ως προϋπόθεση του επόμενου ψηφιακού άλματος

Το ελληνικό ψηφιακό success story έχει ήδη δημιουργήσει σημαντική αξία για πολίτες, επιχειρήσεις και δημόσια διοίκηση. Πρέπει όμως να διασφαλιστεί ότι αυτή η αξία θα παραμένει ασφαλής, διαθέσιμη και αξιόπιστη σε βάθος χρόνου. Αυτό απαιτεί τρεις βασικές προϋποθέσεις: προβλέψιμη χρηματοδότηση της κυβερνοασφάλειας πέρα από τα προσωρινά επενδυτικά προγράμματα, επαρκές εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και μετρήσιμη λογοδοσία για την αποτελεσματικότητα των σχετικών δαπανών.
Γιατί το ψηφιακό κράτος δεν είναι ένα έργο που ολοκληρώνεται με την παράδοσή του. Είναι μια κρίσιμη δημόσια υποδομή που πρέπει να προστατεύεται διαρκώς, με δείκτες διαθεσιμότητας, ανθεκτικότητας και χρόνου αποκατάστασης. Όπως συμβαίνει με κάθε κρίσιμη υποδομή, η αξία του δεν εξαρτάται μόνο από το κόστος κατασκευής, αλλά και από τη δυνατότητα ασφαλούς λειτουργίας του σε βάθος χρόνου.