Η παραγωγός του iPhone και ο αμερικανικός κολοσσός ημιαγωγών Intel θα συνεργαστούν για την κατασκευή τσιπ που θα χρησιμοποιούνται σε συσκευές Apple. Η κυβέρνηση Τραμπ πίεσε για τη συμφωνία, μεταδίδει η Wall Street Journal.
Εντατικές συνομιλίες μεταξύ των δύο εταιρειών βρίσκονταν σε εξέλιξη για περισσότερο από έναν χρόνο και τους τελευταίους μήνες κατέληξαν σε επίσημη συμφωνία, ανέφεραν οι ίδιες πηγές. Παραμένει ακόμη ασαφές για ποια προϊόντα της Apple θα κατασκευάζει τσιπ η Intel. Η Apple πουλά περισσότερα από 200 εκατομμύρια iPhone ετησίως, καθώς και εκατομμύρια iPad και υπολογιστές Mac.
Η Intel διαθέτει δύο βασικούς τομείς δραστηριότητας: τον σχεδιασμό τσιπ και την κατασκευή τους — τόσο δικών της σχεδίων όσο και προϊόντων τρίτων πελατών μέσω της μονάδας Intel Foundry. Και οι δύο δραστηριότητες υποαπέδιδαν επί χρόνια, πριν αναλάβει τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου ο Λιπ-Μπου Ταν την περασμένη άνοιξη, υποσχόμενος να αναζωογονήσει την εταιρεία.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε συνάψει συμφωνία το περασμένο καλοκαίρι ώστε σχεδόν 9 δισεκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακών επιχορηγήσεων να μετατραπούν σε μετοχές της Intel, δίνοντας στο αμερικανικό δημόσιο ποσοστό 10% στην εταιρεία. Η κυβέρνηση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να φέρει την Apple στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Ο υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ συναντήθηκε επανειλημμένα τον τελευταίο χρόνο με υψηλόβαθμα στελέχη της Apple, μεταξύ των οποίων και ο διευθύνων σύμβουλος Τιμ Κουκ, καθώς και με τον επικεφαλής της SpaceX Έλον Μασκ και τον CEO της Nvidia Τζένσεν Χουάνγκ, προσπαθώντας να τους πείσει να συνεργαστούν με την Intel, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις συζητήσεις. Με τη συμφωνία με την Apple, η Intel έχει πλέον συνάψει συνεργασίες και με τους τρεις.
Την τελευταία δεκαετία η Intel έμεινε σημαντικά πίσω από ανταγωνιστές όπως η Taiwan Semiconductor Manufacturing Company (TSMC) και η Samsung Electronics, έπειτα από τεχνικά λάθη, αλλαγές ηγεσίας και αποτυχημένες προσπάθειες αναδιοργάνωσης που οδήγησαν εξωτερικούς πελάτες να περιορίσουν ή να αποσύρουν τη συνεργασία τους.
Όταν η Intel προσέλαβε τον Ταν τον Μάρτιο του 2025 για να αντικαταστήσει τον αποπεμφθέντα CEO Πατ Γκέλσινγκερ, ο πρόεδρος Τραμπ είχε εκφράσει ανησυχίες ότι οι στενές σχέσεις του Ταν με την Κίνα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του και είχε ζητήσει την απομάκρυνσή του.
Ωστόσο, ο Ταν κατάφερε να κερδίσει την υποστήριξη του Τραμπ μέσω εντατικής προσωπικής προσέγγισης, και λίγο αργότερα η κυβέρνηση ανακοίνωσε την επένδυση του 10% στην Intel. Μετά την επένδυση, η μετοχή της Intel κατέγραψε έντονη άνοδο. Την Παρασκευή έκανε άλμα 14%, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό των 125 δολαρίων ανά μετοχή.
Ο Ταν έχει επίσης αναδιαμορφώσει την ανώτατη διοίκηση της Intel τους τελευταίους μήνες, μεταξύ άλλων προσλαμβάνοντας τον πρώην στέλεχος της TSMC Γουέι-Τζεν Λο — κίνηση που προκάλεσε αγωγή από την TSMC.
Ο CEO της Intel απομάκρυνε επίσης τον επικεφαλής προϊόντων της εταιρείας και προσέλαβε νέα στελέχη για τη διοίκηση των μονάδων επεξεργαστών data centers, client computing και μιας νέας μονάδας custom silicon. Παράλληλα, επένδυσε σημαντικά στην πιο προηγμένη κατασκευαστική διαδικασία της Intel, γνωστή ως 14A.
Σύμφωνα με άτομα που γνωρίζουν το θέμα, ο πρόεδρος Τραμπ προσωπικά υποστήριξε την Intel σε συνάντηση με τον Τιμ Κουκ στον Λευκό Οίκο.
«Μου αρέσει η Intel», είχε δηλώσει ο Τραμπ τον Ιανουάριο. Πρόσθεσε ότι η κυβέρνηση είχε κερδίσει «δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια» από τη συμφωνία με την Intel και ότι η κρατική στήριξη προς την εταιρεία προσέλκυσε σημαντικούς συνεργάτες.
«Μόλις μπήκαμε εμείς, μπήκε και η Apple, μπήκε η Nvidia, μπήκαν πολλοί έξυπνοι άνθρωποι», είπε ο Τραμπ.
Η Nvidia, η μεγαλύτερη εταιρεία τσιπ στον κόσμο, επένδυσε 5 δισεκατομμύρια δολάρια στην Intel τον Σεπτέμβριο και οι δύο εταιρείες ανακοίνωσαν συνεργασία βάσει της οποίας η Intel θα κατασκευάζει custom επεξεργαστές data center για τη Nvidia.
Τον περασμένο μήνα, ο Έλον Μασκ και η Intel ανακοίνωσαν επίσης φιλόδοξο σχέδιο δημιουργίας εργοστασίου κατασκευής τσιπ στο Τέξας, στο πλαίσιο του project Terafab του Μασκ, για παραγωγή τσιπ που θα χρησιμοποιούνται από τις Tesla, xAI και SpaceX.
Η Apple βασίζεται σήμερα στην TSMC για την κατασκευή των τσιπ που σχεδιάζει για iPhone, iPad, Mac και άλλες συσκευές, αλλά δέχεται πιέσεις να βρει επιπλέον προμηθευτές.
Στις δύο τελευταίες τηλεδιασκέψεις αποτελεσμάτων της Apple, ο Τιμ Κουκ απέδωσε την αδυναμία κάλυψης της ζήτησης για iPhone στην περιορισμένη διαθεσιμότητα προηγμένων τσιπ.
Οι ελλείψεις αναμένεται να συνεχιστούν και το τρέχον τρίμηνο, επηρεάζοντας αρκετά μοντέλα Mac, δήλωσε ο Κουκ.
«Πιστεύουμε ότι το Mac Mini και το Mac Studio μπορεί να χρειαστούν αρκετούς μήνες μέχρι να εξισορροπηθεί η προσφορά με τη ζήτηση», ανέφερε.
Οι δυνατότητες κατασκευής της TSMC παραμένουν σημαντικά ανώτερες από εκείνες της Samsung και της Intel. Ωστόσο, σε άλλες κατηγορίες τσιπ — όπως μνήμης και αποθήκευσης — ο ανταγωνισμός είναι πιο ισορροπημένος, επιτρέποντας στην Apple να διαθέτει πολλαπλές πηγές προμήθειας.
Η Apple υπήρξε επί χρόνια ο σημαντικότερος πελάτης της TSMC, όμως η εκρηκτική ζήτηση για κατασκευή τσιπ τεχνητής νοημοσύνης από εταιρείες όπως η Nvidia έχει μειώσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Apple ως προς την εξασφάλιση παραγωγικής δυναμικότητας.
Από το 2006 η Apple χρησιμοποιούσε επεξεργαστές Intel στους προσωπικούς της υπολογιστές, αλλά το 2020 πέρασε στους δικούς της custom επεξεργαστές βασισμένους στην αρχιτεκτονική της Arm Holdings.
