Ρωσία: Προσπαθεί να ξαναμπεί στο παιχνίδι της εκμετάλλευσης του Διαστήματος – Γιατί ο Πούτιν “κυνηγά” το Starlink

Η Μόσχα επενδύει δισεκατομμύρια για να ανακτήσει το χαμένο έδαφος απέναντι σε ΗΠΑ και Κίνα. Ρόλος κλειδί οι δορυφόροι τύπου Starlink

O πύραυλος-φορέας Soyuz MS-28 εκτοξεύεται από το κοσμοδρόμιο Baikonur το 2025 © ΝASA

Για περισσότερο από μισό αιώνα η Ρωσία αποτελούσε συνώνυμο της διαστημικής πρωτοπορίας. Ο πρώτος τεχνητός δορυφόρος, ο Sputnik το 1957 (από την τότε ΕΣΣΔ), και ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδεψε στο Διάστημα, ο Γιούρι Γκαγκάριν το 1961, έκαναν τη Μόσχα παγκόσμιο σύμβολο τεχνολογικής υπεροχής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Η Ρωσία προσπαθεί να επιστρέψει στην κορυφή μιας νέας και εντελώς διαφορετικής διαστημικής κούρσας, αλλά βρίσκεται αντιμέτωπη με οικονομικά προβλήματα, τεχνολογικές ελλείψεις, διεθνείς κυρώσεις και έναν ανταγωνισμό που δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνον της δεκαετίας του 1960.

Ρόλος κλειδί οι δορυφόροι τύπου Starlink

Η μεγαλύτερη πρόκληση για το Κρεμλίνο ακούει σήμερα στο όνομα Starlink. Το δίκτυο δορυφόρων της SpaceX του Έλον Μασκ απέδειξε στον πόλεμο της Ουκρανίας ότι οι δορυφορικές επικοινωνίες χαμηλής τροχιάς δεν αποτελούν πλέον μόνο εργαλείο πρόσβασης στο διαδίκτυο, αλλά κρίσιμο στρατιωτικό πλεονέκτημα που μπορεί να κρίνει την έκβαση μιας σύρραξης.

Μέσω του Starlink εξασφαλίζονται επικοινωνίες, μετάδοση δεδομένων, έλεγχος μη επανδρωμένων αεροσκαφών και συντονισμός στρατιωτικών επιχειρήσεων ακόμη και σε συνθήκες όπου τα επίγεια δίκτυα έχουν καταστραφεί.

Ακριβώς αυτό επιχειρεί να αντιγράψει η Ρωσία με το πρόγραμμα Rassvet, το οποίο φιλοδοξεί να εξελιχθεί στο ρωσικό αντίστοιχο του Starlink. Ωστόσο, το ξεκίνημα μόνο ενθαρρυντικό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.

Έξι χρόνια μετά την έναρξη της ανάπτυξης του δικτύου της SpaceX, η Ρωσία κατάφερε να θέσει σε τροχιά μόλις 16 δορυφόρους και σύμφωνα με ρωσικά δημοσιεύματα ένας από αυτούς παρουσίασε ήδη σοβαρή βλάβη λίγους μήνες μετά την εκτόξευσή του.

Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αναγνωρίζει ότι η προσπάθεια βρίσκεται ακόμη στα πρώτα της βήματα, επιμένοντας ότι απαιτείται χρόνος για να αναπτυχθεί ένα πλήρες επιχειρησιακό δίκτυο. Πίσω όμως από τις αισιόδοξες δηλώσεις κρύβεται μια πολύ πιο δύσκολη πραγματικότητα.

Tεράστιο τεχνολογικό χάσμα

Η Ρωσία καλείται να καλύψει ένα τεράστιο τεχνολογικό χάσμα απέναντι όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και στην Κίνα, η οποία εξελίσσεται ταχύτατα σε διαστημική υπερδύναμη.

Την αποστολή της αναγέννησης της ρωσικής διαστημικής βιομηχανίας έχει αναλάβει ο Ντμίτρι Μπακάνοφ, ο νεότερος επικεφαλής της Roscosmos των τελευταίων δεκαετιών. Επιλογή του ίδιου του Πούτιν, ο τεχνοκράτης που μεγάλωσε κοντά στο κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ έχει εντολή να μεταμορφώσει έναν κρατικό οργανισμό που για χρόνια βασιζόταν στις σοβιετικές υποδομές και έχανε συνεχώς έδαφος απέναντι στους διεθνείς ανταγωνιστές του.

Ο Μπακάνοφ επιδιώκει να αλλάξει τη φιλοσοφία λειτουργίας της Roscosmos, δίνοντας μεγαλύτερο ρόλο στις ιδιωτικές εταιρείες και υιοθετώντας μοντέλα που εφαρμόζει ήδη η SpaceX. Όπως έχει δηλώσει, η Ρωσία δεν μπορεί να παραμείνει προσκολλημένη στις πρακτικές του παρελθόντος εάν θέλει να επιστρέψει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα σκληρή. Ενώ η SpaceX διαθέτει περισσότερους από 10.000 επιχειρησιακούς δορυφόρους Starlink, πραγματοποιεί δεκάδες εκτοξεύσεις κάθε χρόνο με επαναχρησιμοποιούμενους πυραύλους και σχεδιάζει αποστολές στον Άρη, η Ρωσία προσπαθεί ακόμη να σταθεροποιήσει τα βασικά της διαστημικά προγράμματα.

Πολλά τεχνικά προβλήματα

Ακόμη και το ρωσικό τμήμα του Διεθνούς Διαστημικού Σταθμού αντιμετωπίζει κατά καιρούς τεχνικά προβλήματα, με διαρροές που έχουν προκαλέσει ανησυχία στη NASA και τη Roscosmos.

Οι λόγοι που η Ρωσία έχει μείνει τόσο πίσω είναι πολλοί και αλληλένδετοι. Ο σημαντικότερος είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία. Οι δυτικές κυρώσεις περιόρισαν δραστικά την πρόσβαση της ρωσικής διαστημικής βιομηχανίας σε κρίσιμα ηλεκτρονικά εξαρτήματα και προηγμένες τεχνολογίες.

Παράλληλα, πολλές δυτικές εταιρείες και οργανισμοί που χρησιμοποιούσαν στο παρελθόν τους αξιόπιστους πυραύλους Soyuz για την εκτόξευση δορυφόρων εγκατέλειψαν τη ρωσική αγορά. Οι απώλειες για τη Roscosmos υπολογίζονται σε περίπου 180 δισεκατομμύρια ρούβλια από ακυρωμένα συμβόλαια.

Το οικονομικό βάρος του πολέμου

Εξίσου σημαντικό είναι και το οικονομικό βάρος του πολέμου. Το Κρεμλίνο διοχετεύει τεράστιους πόρους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, περιορίζοντας τα διαθέσιμα κονδύλια για μακροπρόθεσμα ερευνητικά προγράμματα. Αν και η κυβέρνηση έχει εγκρίνει επενδύσεις ύψους 4,5 τρισεκατομμυρίων ρουβλίων για τη διαστημική στρατηγική της επόμενης δεκαετίας, η χρηματοδότηση αυτών των φιλόδοξων σχεδίων παραμένει αβέβαιη όσο συνεχίζεται ο πόλεμος.

Παράλληλα, η Ρωσία αντιμετωπίζει εσωτερικά προβλήματα που δυσκολεύουν την αναδιοργάνωση της Roscosmos. Η γραφειοκρατία, οι χρονοβόρες διαδικασίες, η εξάρτηση από παρωχημένες σοβιετικές δομές και οι αντιδράσεις στελεχών απέναντι στις μεταρρυθμίσεις επιβραδύνουν κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά στελέχη απομακρύνθηκαν μετά από εσωτερικούς ελέγχους που διέταξε ο νέος επικεφαλής του οργανισμού.

Αλλάζοντας τους κανόνες του διαστημικού παιχνιδιού

Ένα ακόμη πρόβλημα είναι η τεχνολογική απόσταση που χωρίζει πλέον τη Ρωσία από τη SpaceX. Η εταιρεία του Έλον Μασκ άλλαξε τους κανόνες του παιχνιδιού με την επαναχρησιμοποίηση πυραύλων, μειώνοντας θεαματικά το κόστος κάθε εκτόξευσης και αυξάνοντας κατακόρυφα τη συχνότητα των αποστολών.

Αντίθετα, το ρωσικό πρόγραμμα για τον πρώτο επαναχρησιμοποιούμενο πύραυλο, γνωστό ως Soyuz-7 ή Amur-SPG, έχει καθυστερήσει σημαντικά και οι πρώτες δοκιμαστικές πτήσεις μετατίθενται πλέον για τις αρχές της επόμενης δεκαετίας.

Ο ρόλος της Κίνας

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συνεργασία με την Κίνα αποκτά στρατηγική σημασία. Το Πεκίνο έχει εξελιχθεί στον σημαντικότερο προμηθευτή διαστημικών εξαρτημάτων της Ρωσίας, καλύπτοντας περίπου το ένα τέταρτο των αναγκών της. Οι δύο χώρες συνεργάζονται ήδη σε φιλόδοξα σχέδια, όπως η δημιουργία κοινής σεληνιακής βάσης, η διασύνδεση των δορυφορικών συστημάτων πλοήγησης και η ανάπτυξη νέων προγραμμάτων εξερεύνησης του βαθιού Διαστήματος.

Παρά τις δυσκολίες, η Μόσχα δεν εγκαταλείπει τα μεγαλεπήβολα σχέδιά της. Στα επόμενα χρόνια φιλοδοξεί να δημιουργήσει νέο εθνικό διαστημικό σταθμό, να αναπτύξει δίκτυο εκατοντάδων δορυφόρων χαμηλής τροχιάς, να κατασκευάσει πυρηνικό σταθμό στη Σελήνη έως το 2036 και να προωθήσει αποστολές προς την Αφροδίτη και τον Άρη.

Η νέα διαστημική κούρσα, ωστόσο, διαφέρει ριζικά από εκείνη του περασμένου αιώνα. Δεν αφορά μόνο το γόητρο ή την επιστημονική πρόοδο. Το Διάστημα έχει μετατραπεί σε κρίσιμο πεδίο οικονομικού ανταγωνισμού, στρατιωτικής ισχύος και τεχνολογικής υπεροχής.

Η Ρωσία επιχειρεί να επιστρέψει στο προσκήνιο, όμως η απόσταση που τη χωρίζει από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ.

Το αν θα καταφέρει να καλύψει αυτό το χαμένο έδαφος θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τα χρήματα που θα διαθέσει το Κρεμλίνο, αλλά κυρίως από το αν θα μπορέσει να προσαρμοστεί στις νέες τεχνολογικές απαιτήσεις μιας εποχής όπου η κυριαρχία στο Διάστημα κρίνεται με την ίδια ένταση που κρίνεται και στη Γη.