Τεχνητή Νοημοσύνη: Οι νέες εταιρείες που αναδύονται στη Wall Street πέρα από τις “Magnificent 7”

Η εκρηκτική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης αλλάζει τους συσχετισμούς. Εταιρείες εκτός του παραδοσιακού κλαμπ των Big Tech κερδίζουν έδαφος

Wall Street και ΑΙ © Pexels

Η κυριαρχία των «Magnificent Seven» στις αγορές αμφισβητείται, καθώς η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί νέους νικητές και μετατοπίζει το επενδυτικό ενδιαφέρον. Εταιρείες όπως Visa, Salesforce και ServiceNow επενδύουν επιθετικά στην τεχνολογία, προσφέροντας μια διαφορετική εικόνα της επόμενης γενιάς της Big Tech.

Η αύξηση των δαπανών για υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης και data centers πιέζει τις ταμειακές ροές των Big Tech, αναγκάζοντας τους επενδυτές να αναζητήσουν τους επόμενους μεγάλους νικητές, αναφέρουν αναλυτές.

Η νέα επενδυτική ευκαιρία μπορεί να βρίσκεται σε εταιρείες που δεν κατασκευάζουν την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά την εφαρμόζουν στην πράξη και αποτυπώνουν τα οφέλη της στα οικονομικά τους μεγέθη.

Τεχνητή Νοημοσύνη: Ήρθε η ώρα να ξεχάσουμε τις «Magnificent Seven»

Ίσως ήρθε η ώρα να αποσυρθεί ο όρος «Magnificent Seven» ως συνώνυμο της Big Tech, όπως συνέβη με το «FAANG», το δημοφιλές ακρωνύμιο που κυριάρχησε στην επενδυτική ορολογία της δεκαετίας του 2010. Η επανάσταση της Τεχνητής Νοημοσύνης έχει πλέον διευρύνει σημαντικά το επενδυτικό τοπίο, δημιουργώντας νέους νικητές, που δεν ανήκουν απαραίτητα στο παραδοσιακό κλαμπ των επτά τεχνολογικών κολοσσών.

Ο στρατηγικός αναλυτής της Citi Σκοτ Κρόνερτ υποστηρίζει ότι η καθιερωμένη διάκριση μεταξύ των «Magnificent Seven» και των υπόλοιπων 493 εταιρειών του S&P 500 είναι πλέον παραπλανητική. Και αυτό γιατί ένα σημαντικό μέρος της ανόδου των αγορών και των κερδών που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη προέρχεται από μια μικρή ομάδα εταιρειών πολύ μεγάλης κεφαλαιοποίησης που βρίσκονται εκτός του συγκεκριμένου κλαμπ.

Οι «Magnificent Seven» αποτελούνται από τις Apple, Alphabet, Microsoft, Amazon, Meta, Tesla και Nvidia. Ωστόσο, η πραγματικότητα της νέας επενδυτικής εποχής είναι πολύ πιο σύνθετη. Εταιρείες όπως η Broadcom, η Micron και η AMD έχουν εξελιχθεί σε σημαντικούς ωφελημένους από την ανάπτυξη των υποδομών Τεχνητής Νοημοσύνης, ενώ ακόμη και αυτή η διευρυμένη ομάδα θα άφηνε εκτός σημαντικούς παράγοντες, όπως η Intel, η Applied Materials, η Cisco και η Lam Research.

Μια σειρά από εναλλακτικά περιουσιακά στοιχεία έχουν βοηθήσει στη χρηματοδότηση κέντρων δεδομένων Τεχνητής Νοημοσύνης ©Goldman Sachs

Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει τους συσχετισμούς στις αγορές

Σύμφωνα με τον Κρόνερτ, μια νέα ομάδα που θα περιελάμβανε τις Broadcom, Micron και AMD, μαζί με τις αρχικές «Magnificent Seven», έχει ήδη καταγράψει καλύτερες επιδόσεις, ενώ η συμβολή της στα κέρδη αναμένεται να αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ήμισυ της συνολικής αύξησης των κερδών που προβλέπεται για τον δείκτη το 2026.

Το γεγονός αυτό δείχνει ότι η αγορά δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των επτά γνωστών τεχνολογικών κολοσσών. Η νέα επενδυτική δυναμική απλώνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, από τους ημιαγωγούς και τον εξοπλισμό έως τις εταιρείες που ενσωματώνουν την τεχνολογία στις καθημερινές επιχειρηματικές τους λειτουργίες.

Η εικόνα των αποδόσεων ενισχύει αυτήν την άποψη. Μέχρι τα μέσα του 2026, όλες οι μετοχές των «Magnificent Seven», με εξαίρεση την Alphabet, έχουν υποαποδώσει του S&P 500. Η Alphabet έχει καταγράψει άνοδο περίπου 11% από την αρχή του έτους, έναντι κέρδους 8,3% για τον δείκτη αναφοράς.

Την ίδια στιγμή, η Wall Street εμφανίζεται ολοένα πιο ανήσυχη για το τεράστιο κόστος της επένδυσης στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες των Big Tech για υποδομές AI εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά περίπου 70% και θα ξεπεράσουν φέτος τα 700 δισ. δολάρια.

Η μαζική κατασκευή data centers και η αγορά προηγμένων GPUs επιβαρύνουν σημαντικά τις ταμειακές ροές των εταιρειών. Οι συνολικές ελεύθερες ταμειακές ροές των «Magnificent Seven» σε ορίζοντα 12 μηνών αναμένεται να υποχωρήσουν αισθητά από την κορύφωση του 2024.

«Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία για τις κεφαλαιουχικές δαπάνες των μεγαλύτερων hyperscalers», προειδοποίησε ο στρατηγικός αναλυτής της Deutsche Bank Τζιμ Ριντ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο όρος «Magnificent Seven» δεν περιγράφει πλέον επαρκώς την πραγματική εικόνα της αγοράς. Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει δημιουργήσει ένα πολύ ευρύτερο οικοσύστημα εταιρειών, ενώ η υπερσυγκέντρωση επενδυτικού ενδιαφέροντος στους μεγάλους τεχνολογικούς ομίλους ενδέχεται να έχει φτάσει στα όριά της.

Οι επενδυτές αναζητούν τους επόμενους νικητές

Καθώς οι πιο προφανείς επιλογές στην Τεχνητή Νοημοσύνη θεωρούνται πλέον υπερτιμημένες, οι επενδυτές αναζητούν εναλλακτικές. Οι επιλογές περιλαμβάνουν λιγότερο γνωστές εταιρείες AI, διεθνείς μετοχές, τον χρηματοπιστωτικό κλάδο ή τις αμυντικές επιχειρήσεις, καθεμία όμως συνοδεύεται από διαφορετικούς κινδύνους.

Μια διαφορετική προσέγγιση είναι να στραφούν οι επενδυτές σε ήδη εισηγμένες εταιρείες του S&P 500 που έχουν επενδύσει ουσιαστικά στην Τεχνητή Νοημοσύνη και την εφαρμόζουν στην επιχειρηματική τους δραστηριότητα.

Μια έρευνα που εξέτασε περισσότερες από 130 εταιρείες, με κριτήρια όπως ο βαθμός υιοθέτησης της AI, οι επενδύσεις, τα οικονομικά αποτελέσματα και οι επιπτώσεις στο εργατικό δυναμικό, καταλήγει σε ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα: οι περισσότερες επιχειρήσεις μιλούν πολύ για την Τεχνητή Νοημοσύνη, αλλά ελάχιστες έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να αποτυπώσουν ουσιαστικό αντίκτυπο στις οικονομικές καταστάσεις ή στις επίσημες γνωστοποιήσεις τους.

Πολλές αναφέρουν την AI στις εκθέσεις κινδύνου, χωρίς όμως να παρουσιάζουν σημαντικές επενδύσεις ή συγκεκριμένα αποτελέσματα. Άλλες δεν έχουν μειώσει το προσωπικό τους, ούτε έχουν αναπτύξει εργαλεία που να αλλάζουν πραγματικά τον τρόπο λειτουργίας τους.

Ανάμεσα στις 130 εταιρείες που εξετάστηκαν, περίπου οι μισές εμφάνισαν κάποια αξιοσημείωτη δραστηριότητα γύρω από την AI. Ωστόσο, μόνο πέντε ξεχώρισαν για το βάθος της δέσμευσής τους, καθώς οι επενδύσεις τους, οι αποφάσεις για το προσωπικό και η κατανομή κεφαλαίων αποδεικνύουν ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη αποτελεί πραγματική επιχειρηματική προτεραιότητα.

Τεχνητή νοημοσύνη στο γραφείο

Τεχνητή Νοημοσύνη στο γραφείο © ChatGPT/AI

Πέντε εταιρείες που επενδύουν πραγματικά στην AI

  1. Visa: Η εταιρεία πληρωμών, ηλικίας περίπου 60 ετών, εμφανίζει τη μεγαλύτερη τεκμηριωμένη δέσμευση στην Τεχνητή Νοημοσύνη μεταξύ των επιχειρήσεων της έρευνας. Η ετήσια έκθεσή της αναφέρει ότι 26.000 εργαζόμενοι χρησιμοποιούν εργαλεία AI, ενώ έχουν πραγματοποιηθεί 261.000 αλληλεπιδράσεις με συστήματα Τεχνητής Νοημοσύνης και έχουν αναπτυχθεί περισσότερες από 100 εσωτερικές εφαρμογές. Η μετοχή διαπραγματευόταν πρόσφατα περίπου στις 27 φορές τα κέρδη, κάτω από τον μέσο όρο του S&P 500. Ο βασικός κίνδυνος είναι ότι η agentic AI θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι συναλλαγές και να περιορίσει τον ρόλο της Visa.
  2. Salesforce: Η εταιρεία λογισμικού έχει αναδιοργανώσει μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς της γύρω από την πλατφόρμα Agentforce, επενδύοντας περισσότερα από 3 δισ. δολάρια μέσω εξαγορών. Παράλληλα, έχει περικόψει χιλιάδες θέσεις εργασίας, ενώ ενσωματώνει AI στα εργαλεία διαχείρισης πελατειακών σχέσεων. Η μετοχή διαπραγματευόταν πρόσφατα περίπου στις 18 φορές τα κέρδη. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός από νέες εταιρείες που αναπτύσσουν φθηνότερες και ταχύτερες AI-native λύσεις αυξάνει την πίεση.
  3. ServiceNow: Η εταιρεία επιχειρηματικού λογισμικού πραγματοποίησε εξαγορές άνω των 10 δισ. δολαρίων μέσα σε έναν χρόνο, μεταξύ άλλων με την εξαγορά της Moveworks έναντι 2,85 δισ. δολαρίων και της Armis έναντι 7,75 δισ. δολαρίων. Η πλατφόρμα αυτοματοποίησης εργασιών αναδιαμορφώνεται γύρω από την AI. Το πρόβλημα είναι η υψηλή αποτίμηση, καθώς η μετοχή διαπραγματευόταν περίπου στις 67 φορές τα κέρδη, αφήνοντας στους επενδυτές το κόστος ενός μετασχηματισμού που δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα οικονομικά αποτελέσματα.
  4. Evolent Health: Η εταιρεία χρησιμοποιεί AI για τη διαχείριση προεγκρίσεων και την υποστήριξη κλινικών αποφάσεων για ασφαλιστικά προγράμματα υγείας. Η μετοχή έχει υποχωρήσει περίπου 39% σε ετήσια βάση, ενώ η χρηματιστηριακή της αξία, περίπου 654 εκατ. δολάρια, την αφήνει εκτός του επενδυτικού ραντάρ πολλών θεσμικών επενδυτών. Η επιχειρηματική της δραστηριότητα, ωστόσο, εξαρτάται από σχέσεις με ασφαλιστικές εταιρείες που μπορούν να αλλάξουν γρήγορα.
  5. Pagaya Technologies: Η fintech χρησιμοποιεί Τεχνητή Νοημοσύνη για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με καταναλωτικά δάνεια για τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Η δέσμευσή της στην AI είναι τεκμηριωμένη στις εταιρικές εκθέσεις, ενώ η κεφαλαιοποίησή της ανέρχεται περίπου σε 1,4 δισ. δολάρια. Η μετοχή έχει υποχωρήσει περίπου 45% τον τελευταίο χρόνο. Ο βασικός κίνδυνος είναι ότι δραστηριοποιείται σε αγορά δανεισμού κοντά στον χώρο των subprime, όπου η επιδείνωση της οικονομίας μπορεί να αυξήσει απότομα τις πιστωτικές απώλειες.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι εταιρείες που θα κερδίσουν από την Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι κατ’ ανάγκη εκείνες που κάνουν τον περισσότερο θόρυβο. Είναι εκείνες που την εφαρμόζουν ουσιαστικά, επενδύουν σε αυτήν, αναδιαμορφώνουν το εργατικό τους δυναμικό και μπορούν να αποδείξουν τα αποτελέσματα στις οικονομικές τους καταστάσεις.

Αυτό είναι και το μάθημα που προσφέρει η Costco: η επιτυχία δεν εξαρτάται από το ποιος μιλά περισσότερο για την τεχνολογία, αλλά από το ποιος τη χρησιμοποιεί αποτελεσματικά για να βελτιώσει μια πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα.

Τα οικονομικά αποτελέσματα δίνουν τη δική τους διάσταση. Η Alphabet και η Tesla άνοιξαν την Τετάρτη την αυλαία της περιόδου αποτελεσμάτων της Big Tech, με τους επενδυτές να αναζητούν διαφορετικές απαντήσεις από τις δύο εταιρείες.

ΠΙΤΣΑΙ ΜΑΣΚ ΟΡΚΩΜΟΣΙΑ ΤΡΑΜΠ

Σουντάρ Πιτσάι (CEO της Alphabet) και Έλον Μασκ (CEO Tesla και SpaceX) στην ορκωμοσία Τραμπ © EPA/CHIP SOMODEVILLA / POOL

Η Alphabet καλείται να αποδείξει ότι οι τεράστιες επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική κερδοφορία, καθώς η «νομισματοποίηση» της AI αποκτά πλέον την ίδια σημασία με την κατάκτηση μεριδίων αγοράς. Παράλληλα, η αγορά θέλει να δει ότι η Google συνεχίζει να επενδύει στην ανάπτυξη ανταγωνιστικών μοντέλων και στην έρευνα, παρά τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από την Κίνα.

Η Tesla, αντίθετα, αποτελεί περισσότερο μια δοκιμασία για τα φιλόδοξα σχέδια του Έλον Μασκ. Καθώς τα ηλεκτρικά οχήματα δεν αναμένεται να αποτελέσουν το βασικό πρόβλημα της εταιρείας αυτό το τρίμηνο, το ενδιαφέρον στρέφεται στις επενδύσεις της επόμενης φάσης, από τα ρομπότ Optimus έως τα robotaxis.

Ωστόσο, η περίοδος αποτελεσμάτων ξεκινά σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον. Η αναζωπύρωση του πολέμου με το Ιράν και η άνοδος του πετρελαίου ενισχύουν τους πληθωριστικούς κινδύνους, ενώ η νέα έξαρση του εμπορικού πολέμου και οι δασμοί του Ντόναλντ Τραμπ αυξάνουν την αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και αγορές. Με τον S&P 500 να κινείται προς τις 7.500 μονάδες και τις προσδοκίες υψηλές, τα περιθώρια απογοήτευσης είναι περιορισμένα.

Η ουσία βρίσκεται στον πραγματικό αντίκτυπο

Η νέα επενδυτική ευκαιρία, επομένως, μπορεί να βρίσκεται πέρα από τις παραδοσιακές «Magnificent Seven». Οι εταιρείες που έχουν επενδύσει σοβαρά στην AI και μπορούν να αποδείξουν ότι αυτή επηρεάζει θετικά την παραγωγικότητα, τα κέρδη, το κόστος και την κατανομή κεφαλαίων τους ενδέχεται να προσφέρουν μεγαλύτερη αξία από εκείνες που απλώς πρωταγωνιστούν στη χρηματιστηριακή αφήγηση γύρω από την τεχνολογία.

Η εποχή των «Magnificent Seven» μπορεί να μην έχει τελειώσει οριστικά, αλλά η χρησιμότητα του όρου ως οδηγού για τις επενδυτικές αποφάσεις φαίνεται να περιορίζεται. Η Τεχνητή Νοημοσύνη αλλάζει ήδη τους κανόνες του παιχνιδιού και οι επόμενοι μεγάλοι νικητές ίσως να μην είναι εκείνοι που την κατασκευάζουν, αλλά εκείνοι που την ενσωματώνουν αθόρυβα και αποτελεσματικά στην πραγματική οικονομία.

Ωστόσο οι ανησυχίες παραμένουν. Οι τεχνολογικοί κολοσσοί της Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν συσσωρεύσει «κρυφό» χρέος ύψους 1,65 τρισ. δολαρίων, το οποίο δεν εμφανίζεται στους ισολογισμούς τους, σύμφωνα με έρευνα της Nikkei.

Το ποσό αφορά κυρίως συμβόλαια για επεξεργαστές AI (GPU), μισθώσεις data centers και κοινοπραξίες που δεν καταγράφονται λογιστικά ως χρέος μέχρι να τεθούν σε λειτουργία.

Η Meta εμφανίζει το μεγαλύτερο «κρυφό» χρέος, ύψους 420 δισ. δολαρίων, ενώ της Oracle αυξήθηκε κατά 30 φορές μέσα σε τέσσερα χρόνια.

 

Τα στοιχήματα σε πτώση της χρηματιστηριακής αγοράς έχουν φτάσει σε ιστορικά υψηλά, καθώς οι επενδυτές αμφιβάλλουν για το κατά πόσο το πολύμηνο ράλι του S&P 500 μπορεί να συνεχιστεί, υπό το βάρος των εντεινόμενων ανησυχιών για την Τεχνητή Νοημοσύνη και τον κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού λόγω του πολέμου στο Ιράν.

Σύμφωνα με την S3 Partners, οι ανοικτές πωλήσεις μετοχών εταιρειών του S&P 500 ανέρχονται πλέον σε 1,4 τρισ. δολάρια, περίπου στο 3,7% των μετοχών σε ελεύθερη διασπορά, το υψηλότερο επίπεδο τουλάχιστον από το 2010. Αυξάνονται ιδιαίτερα τα στοιχήματα κατά εταιρειών που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη, ενώ η απαισιοδοξία επεκτείνεται και σε επιχειρήσεις που εξαρτώνται από την καταναλωτική δαπάνη.

Για τους short sellers, η τελευταία δεκαετία υπήρξε εξαιρετικά δύσκολη, καθώς η αδιάκοπη αγοραστική δυναμική εξουδετέρωνε κάθε αρνητική είδηση. Ωστόσο, ενδείξεις κόπωσης κάνουν πλέον την εμφάνισή τους. Οι επικείμενες εισαγωγές εταιρειών Τεχνητής Νοημοσύνης και οι αυξανόμενες ανάγκες χρηματοδότησης των τεχνολογικών ομίλων ενδέχεται να δοκιμάσουν περαιτέρω τις αντοχές της αγοράς.