Γιατί οι μεγάλες εταιρείες ΑΙ καταστρέφουν εκατομμύρια βιβλία αφού πρώτα τα σκανάρουν

Η κούρσα για όλο και περισσότερα ποιοτικά δεδομένα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το βιβλίο. Από πολιτιστικό και πνευματικό αγαθό μετατρέπεται σε πρώτη ύλη για την εκπαίδευση μηχανών

Βιβλία © Pixabay

Για την τεχνητή νοημοσύνη, ένα βιβλίο δεν χρειάζεται πλέον να παραμένει βιβλίο. Αρκεί να διασωθεί το περιεχόμενό του σε ψηφιακή μορφή. Η σελίδα μπορεί να αποκοπεί, να σαρωθεί, να μετατραπεί σε ψηφιακό κείμενο και εικόνα και να ενσωματωθεί σε ένα σκληρό δίσκο. Το έντυπο, αφού ολοκληρώσει αυτή την αποστολή, μπορεί να πεταχτεί. Για την ΑΙ και τις εταιρείες είναι άχρηστο βάρος και όγκος.

Αυτή η διαδικασία, γνωστή ως destructive scanning (καταστρεπτικό σκανάρισμα), βρίσκεται στην καρδιά μιας νέας αγοράς που αναπτύσσεται παράλληλα με την επέκταση των μοντέλων ΑΙ.

Οι εταιρείες AI χρειάζονται τεράστιες ποσότητες κειμένου για την εκπαίδευση των συστημάτων τους και αναζητούν αξιόπιστες πηγές, που προσφέρουν κάτι περισσότερο από τον αχανή, αλλά ολοένα πιο μολυσμένο από περιεχόμενο μηχανών, διαδίκτυο.

Τα παλιά βιβλία έχουν ιδιαίτερη αξία σε αυτό το περιβάλλον. Πολλά γράφτηκαν και εκδόθηκαν πριν από την εποχή της AI και επομένως περιέχουν πολύτιμη ανθρώπινη γραφή.

Πρόκειται για επιμελημένο, οργανωμένο και συχνά εξειδικευμένο περιεχόμενο, σε αντίθεση με ένα διαδίκτυο που γεμίζει καθημερινά με άρθρα, αναρτήσεις, περιγραφές προϊόντων και άλλα κείμενα που παράγονται ή τροποποιούνται από AI και είναι αμφίβολης ποιότητας.

Η αυξανόμενη ζήτηση για πρωτότυπο συγγραφικό υλικό έχει οδηγήσει εταιρείες ΑΙ να αγοράζουν μαζικά βιβλία, ακόμη και τίτλους που είναι εξαντλημένοι ή δύσκολο να βρεθούν.

Η υπόθεση της Anthropic

Το πιο καθαρό παράδειγμα της πρακτικής έχει ήδη καταγραφεί δικαστικά. Η υπόθεση Andrea Bartz, Charles Graeber και Kirk Wallace Johnson κατά της Anthropic αποκάλυψε το 2025 λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο η εταιρεία πίσω από το Claude απέκτησε και ψηφιοποίησε μεγάλο αριθμό βιβλίων.

Η Anthropic είχε αγοράσει έντυπα αντίτυπα, αφαιρούσε τις βιβλιοδεσίες τους, έκοβε τις σελίδες και τις περνούσε από συστήματα ταχείας σάρωσης. Μετά την ψηφιοποίηση, τα φυσικά αντίτυπα δεν είχαν πλέον χρησιμότητα για την εταιρεία και μπορούσαν να απορριφθούν.

Το πρόγραμμα είχε την κωδική ονομασία Project Panama και, σύμφωνα με την έρευνα του Ars Technica που βασίστηκε στα δικαστικά έγγραφα, η Anthropic είχε δαπανήσει εκατομμύρια δολάρια για την απόκτηση βιβλίων.

Από τον Φεβρουάριο του 2024, επικεφαλής της επιχείρησης τέθηκε ο Tom Turvey, πρώην υπεύθυνος συνεργασιών του Google Books, με στόχο που περιγραφόταν εξαιρετικά φιλόδοξα: να αποκτηθούν «όλα τα βιβλία του κόσμου».

Διαφορετική τακτική από την Google

Η λογική ήταν διαφορετική από εκείνη που είχε ακολουθήσει η Google. Το Google Books είχε βασιστεί σε μη καταστροφικές μεθόδους φωτογράφισης, ιδιαίτερα όταν τα βιβλία προέρχονταν από βιβλιοθήκες, ώστε τα πρωτότυπα να επιστρέφονται και να παραμένουν διαθέσιμα.

Η Anthropic και οι συνεργάτες της επέλεξαν μια πολύ ταχύτερη βιομηχανική διαδικασία. Η ράχη αφαιρείται, οι σελίδες κόβονται, σαρώνονται και μετατρέπονται σε ψηφιακά αρχεία. Το φυσικό αντίτυπο θυσιάζεται για χάρη της ταχύτητας και του κόστους.

Η πρακτική απέκτησε σημαντική νομική διάσταση στην απόφαση του ομοσπονδιακού δικαστή William Alsup. Ο δικαστής έκρινε ότι η μετατροπή βιβλίων που είχαν αγοραστεί νόμιμα σε ψηφιακά αρχεία μπορούσε να θεωρηθεί θεμιτή χρήση.

Η Anthropic είχε αποκτήσει νόμιμα τα συγκεκριμένα αντίτυπα και η αλλαγή της μορφής τους κρίθηκε μετασχηματιστική, καθώς τα ψηφιακά αρχεία χρησιμοποιούνταν εσωτερικά και δεν διανέμονταν εκτός της εταιρείας.

Η ίδια απόφαση δεν έδωσε αντίστοιχη κάλυψη στα εκατομμύρια βιβλία που είχαν αποκτηθεί από πειρατικές ψηφιακές βιβλιοθήκες. Αυτή η διαφορετική πηγή υλικού οδήγησε σε ξεχωριστή νομική διαμάχη και τελικά σε διακανονισμό ύψους 1,5 δισ. δολαρίων ως αποζημίωση των κατόχων πνευματικών δικαιωμάτων.

Η νέα αλυσίδα προμήθειας βιβλίων

Η υπόθεση της Anthropic δεν φαίνεται να αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Γύρω από την ανάγκη των εταιρειών AI για βιβλία έχει αρχίσει να διαμορφώνεται μια εμπορική υποδομή που λειτουργεί σχεδόν σαν χονδρική αγορά δεδομένων.

Η ISBNdb, εταιρεία που διατηρεί μία από τις μεγαλύτερες βάσεις βιβλιογραφικών πληροφοριών, διαφημίζει τη δυνατότητα να συγκεντρώσει από 1.000 έως και ένα εκατομμύριο βιβλία σε μία παραγγελία. Τα βιβλία παρουσιάζονται ως πυκνές και επιμελημένες πηγές ανθρώπινης γνώσης, ενώ στους αγοραστές προσφέρεται εμπιστευτικότητα.

Η διακριτικότητα έχει ιδιαίτερη σημασία για μια αγορά που θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις, εάν γινόταν ευρέως γνωστό ότι σπάνια ή παλιά βιβλία αγοράζονται μαζικά μόνο και μόνο για να τεμαχιστούν και να μετατραπούν σε δεδομένα.

Ενδείξεις για τη νέα αυτή ζήτηση έχουν εμφανιστεί και στην Ευρώπη. Παλαιοβιβλιοπώλες στην Ολλανδία, τη Γερμανία, την Ελβετία και την Ισπανία έχουν αναφέρει παραγγελίες μεγάλης κλίμακας, με λίστες τίτλων που δεν παρουσιάζουν καμία προφανή θεματική συνοχή.

Το πρόβλημα της σπανιότητας

Η απώλεια ενός αντιτύπου δεν έχει την ίδια σημασία σε όλες τις περιπτώσεις. Ένα βιβλίο που έχει τυπωθεί σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα πιθανότατα δεν κινδυνεύει από την καταστροφή ενός ακόμη μεταχειρισμένου αντιτύπου.

Τι συμβαίνει όμως όταν πρόκειται για έκδοση από την οποία έχουν απομείνει ελάχιστα αντίτυπα;

Εκεί το destructive scanning αποκτά διαφορετική διάσταση. Ο αγοραστής ενδιαφέρεται για το κείμενο και όχι για το αντικείμενο. Για έναν συλλέκτη, έναν ιστορικό ή μια βιβλιοθήκη, όμως, η αξία μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο φυσικό τεκμήριο. Το χαρτί, η βιβλιοδεσία, η τυπογραφία, οι σημειώσεις προηγούμενων κατόχων και τα ίχνη της ιστορίας ενός συγκεκριμένου αντιτύπου αποτελούν μέρος της πολιτιστικής του αξίας.

Η ψηφιοποίηση διασώζει το περιεχόμενο, όχι κατ’ ανάγκη ολόκληρη την πληροφορία που περιέχει το αντικείμενο.

Το ζήτημα σχολιάστηκε και από τον Έλον Μασκ. Όταν χρήστης στο X κατηγόρησε τις εταιρείες AI ότι αγοράζουν, σαρώνουν και καταστρέφουν σπάνια βιβλία, ο Mασκ δήλωσε ότι είχε ζητήσει από τις ομάδες των SpaceX και xAI να διατηρούν τα σπάνια βιβλία σε βιβλιοθήκη και να τα σαρώνουν «με τον δύσκολο τρόπο», χωρίς να καταστρέφεται η βιβλιοδεσία.

Η παρέμβαση αυτή δεν αποτελεί απόδειξη για συγκεκριμένη επιχείρηση της xAI ούτε τεκμηριώνει το μέγεθος της αγοράς. Δείχνει, όμως, ότι το ζήτημα έχει φτάσει πλέον στο ίδιο το οικοσύστημα των εταιρειών AI και ότι η διάκριση ανάμεσα στα κοινά και στα σπάνια βιβλία θεωρείται σημαντική ακόμη και από ανθρώπους του κλάδου.

Βιβλία που γράφονται μόνο από ΑΙ

Η ιστορία έχει και μια δεύτερη, παράδοξη πλευρά. Ενώ οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης αναζητούν παλιά βιβλία επειδή θέλουν να εκπαιδεύσουν τα μοντέλα τους πάνω σε αυθεντική ανθρώπινη γραφή, η εκδοτική αγορά αντιμετωπίζει ταυτόχρονα μια κρίση γύρω από το αν τα καινούργια βιβλία γράφονται πράγματι από ανθρώπους.

Η χρήση AI στη συγγραφή έχει προκαλέσει αλλεπάλληλες συγκρούσεις μεταξύ συγγραφέων, ατζέντηδων και εκδοτών. Συμφωνίες εκατομμυρίων έχουν ακυρωθεί ή τεθεί σε κίνδυνο μετά από καταγγελίες ότι χρησιμοποιήθηκαν μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Jerry Falade και του μυθιστορήματος «Call Me, I’ll Hide the Body». Λίγο μετά την εξασφάλιση συμφωνίας εκατομμυρίων για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, οι ατζέντηδές του αποσύρθηκαν από το εγχείρημα.

Σε επιστολή προς τους εκδότες τον Ιούλιο, η Europa Content ανέφερε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει πλέον το έργο επειδή δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει ότι είχε γραφτεί εξ ολοκλήρου από τον Falade.

Τον Μάρτιο, η Hachette Book Group ακύρωσε την κυκλοφορία στις ΗΠΑ του «Shy Girl» της Mia Ballard, ενός horror μυθιστορήματος για μια γυναίκα που κρατείται αιχμάλωτη από άνδρα τον οποίο γνώρισε διαδικτυακά.

Η Ballard είχε αρχικά αυτοεκδώσει το βιβλίο πριν η Hachette αποκτήσει τα δικαιώματα. Η συγγραφέας αρνήθηκε ότι χρησιμοποίησε AI για τη συγγραφή, λέγοντας ότι ένα πρόσωπο που τη βοήθησε στην επιμέλεια είχε κάνει χρήση τέτοιου εργαλείου. Η Hachette δήλωσε ότι παραμένει προσηλωμένη στην προστασία της πρωτότυπης δημιουργικής έκφρασης και αφήγησης.

Τον Ιούλιο, το Atlantic έγραψε ότι το «Daggermouth», ένα αυτοεκδοθέν δυστοπικό μυθιστόρημα, του οποίου τα δικαιώματα είχαν αποκτηθεί από τη Simon & Schuster και το οποίο βρισκόταν σταθερά στις λίστες των bestseller, εμφάνιζε χαρακτηριστικά που παρέπεμπαν σε χρήση AI.

Οι ισχυρισμοί βασίστηκαν μεταξύ άλλων σε ερευνητική εργασία του καθηγητή του Stony Brook University Tuhin Chakrabarty, ο οποίος χρησιμοποίησε το εργαλείο ανίχνευσης Pangram. Η εργασία δεν είχε ακόμη αξιολογηθεί από ομότιμους επιστήμονες. Η συγγραφέας αρνήθηκε τις κατηγορίες και δήλωσε δημοσίως ότι δεν πιστεύει πως η generative AI ανήκει στη διαδικασία συγγραφής.

Η Simon & Schuster υποστήριξε ότι δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα για ένα έργο με βάση εργαλεία ανίχνευσης AI, καθώς είναι γνωστό ότι μπορούν να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Η εταιρεία δήλωσε ότι η H.M. Wolfe έγραψε το «Daggermouth» και ότι εξακολουθεί να στηρίζει τόσο τη συγγραφέα όσο και το βιβλίο.

Η συζήτηση δεν περιορίζεται στα μυθιστορήματα. Τον Μάιο, ο συγγραφέας Steven Rosenbaum βρέθηκε στο επίκεντρο αντιδράσεων όταν οι New York Times εντόπισαν στο «The Future of Truth: How AI Reshapes Reality» παραθέματα που είχαν δημιουργηθεί από AI και περιείχαν ψευδείς ή ανύπαρκτες αναφορές. Ο Rosenbaum είχε δηλώσει ανοιχτά στις ευχαριστίες του βιβλίου ότι χρησιμοποιούσε LLM ως εργαλείο.

Η εκδοτική αγορά, επομένως, έχει βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που δεν έχει εύκολη λύση. Οι εκδότες αναζητούν επιτυχίες σε μια εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι διαβάζουν λιγότερο και στρέφονται συχνά σε αυτοεκδιδόμενα έργα που έχουν ήδη δημιουργήσει κοινό. Όμως πράκτορες και επιμελητές θεωρούν ότι ακριβώς σε αυτό το τμήμα της αγοράς η χρήση AI είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη.

Η πλημμύρα βιβλίων από ΑΙ με χαμηλή ποιότητα περιεχομένου

Πέρα από το ζήτημα της πατρότητας, υπάρχει και ο φόβος για έναν τεράστιο όγκο χαμηλής ποιότητας βιβλίων που παράγονται με τη βοήθεια LLM.

Ο Andy Hunter, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος του Bookshop.org, υποστηρίζει ότι περίπου το 99% αυτών των βιβλίων, κατά την εκτίμησή του, έχουν σχεδιαστεί για να παραπλανούν τον καταναλωτή και είτε είναι προϊόντα λογοκλοπής είτε περιέχουν παραπληροφόρηση είτε έχουν εξαιρετικά περιορισμένο περιεχόμενο που δημιουργήθηκε από LLM.

Έρευνα του Chakrabarty διαπίστωσε επίσης ότι το 20% των Amazon ebooks στο δείγμα της περιείχε «σημαντική» βοήθεια από AI. Η Amazon αναφέρει ότι λαμβάνει μέτρα για την αφαίρεση περιεχομένου που παραβιάζει τις πολιτικές της.

Το μεγάλο κενό των κανόνων

Η κοινή γνώμη παραμένει σε μεγάλο βαθμό αρνητική απέναντι στην πλήρη παραγωγή βιβλίων από AI, ενώ η χρήση εργαλείων για έρευνα και οργάνωση ιδεών γίνεται σταδιακά περισσότερο αποδεκτή.

Το πρόβλημα είναι ότι η εκδοτική αγορά δεν έχει ακόμη καταλήξει σε ένα ενιαίο σύστημα κανόνων και αρχών. Όπως επισημαίνουν άνθρωποι του κλάδου, το τοπίο είναι γεμάτο γκρίζες ζώνες και οι αποδεκτές πρακτικές μεταβάλλονται συνεχώς.

Εάν τελικά οι αναγνώστες αποδειχθούν πρόθυμοι να αγοράζουν AI-generated ή AI-assisted βιβλία, ειδικά σε είδη όπως το fantasy και η επιστημονική φαντασία όπου η κατανάλωση τίτλων είναι ιδιαίτερα γρήγορη, οι εκδότες δεν θα έχουν εύκολο λόγο να αποκλείσουν μια πιθανή νέα πηγή εσόδων.

Οι συγγραφείς, από την άλλη πλευρά, φοβούνται ότι το αποτέλεσμα θα είναι ένας ανταγωνισμός με απεριόριστη παραγωγή κειμένου, σε μια αγορά όπου η ανθρώπινη εργασία είναι πολύ ακριβότερη και πολύ πιο αργή.

Η AI πιέζει την αλυσίδα διανομής σε όλα τα σημεία

Οι ατζέντηδες έχουν βρεθεί στην πρώτη γραμμή, καθώς καλούνται να εξετάζουν αν τα χειρόγραφα που λαμβάνουν είναι αυθεντικά.

Η Emma Dries, ατζέντης της Triangle House Literary, λέει ότι το ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο έχει κατακλυστεί από περισσότερες προτάσεις από ποτέ, κάτι που αποδίδει εν μέρει στη χρήση LLM από συγγραφείς που στέλνουν μαζικά αιτήματα εκπροσώπησης. Έχει επίσης λάβει κείμενα που της φαίνονταν ξεκάθαρα παραγόμενα από AI.

Η ίδια απέρριψε πρόσφατα συγγραφέα non-fiction του οποίου το έργο την ενδιέφερε, αφού εκείνος παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε συχνά AI, υποστηρίζοντας ότι δεν το χρησιμοποιούσε για να γράψει αλλά για να αντλεί έμπνευση. Η Dries εκτίμησε ότι ο συγκεκριμένος συγγραφέας πιθανότατα θα βρει τελικά εκπροσώπηση, καθώς είχε ήδη αρκετές προτάσεις από άλλους πράκτορες.

Άλλοι επαγγελματίες του χώρου περιγράφουν την κατάσταση ακόμη πιο ωμά. Η Angeline Rodriguez της WME έχει δηλώσει ότι όταν βλέπει πλέον ένα πραγματικά κακογραμμένο κείμενο αισθάνεται σχεδόν ανακούφιση, καθώς ορισμένες υποβολές που λαμβάνει είναι τόσο τεχνητές ώστε, όπως χαρακτηριστικά είπε, κάνουν το «Fifty Shades of Grey» να μοιάζει με Τολστόι.

Κάποιοι πράκτορες επιλέγουν να μη ρωτούν καθόλου για τη χρήση AI. Άλλοι αρνούνται να εκπροσωπήσουν δημιουργούς που χρησιμοποιούν τέτοια εργαλεία ακόμη και για ερευνητικούς σκοπούς. Υπάρχουν και εκείνοι που καταφεύγουν σε λογισμικό ανίχνευσης, παρότι η αξιοπιστία αυτών των εργαλείων παραμένει αντικείμενο έντονης συζήτησης.

Η Regina Brooks, διευθύνουσα σύμβουλος της Serendipity Literary Agency και πρόεδρος της Association of American Literary Agents, περιγράφει ένα κλίμα έντονης ανησυχίας. Συγγραφείς φοβούνται ότι ακόμη και η χρήση AI κατά την έρευνα μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα σχετικά με το εάν το έργο τους θεωρείται πρωτότυπο και προστατεύσιμο.

Ένα από τα λίγα σαφή όρια είναι ότι το κείμενο που παράγεται από AI δεν μπορεί να αποκτήσει copyright με τον ίδιο τρόπο όπως η ανθρώπινη δημιουργία. Πέρα από την άμεση αντιγραφή προτάσεων από ένα LLM, όμως, όλα τα υπόλοιπα βρίσκονται σε μια μεγάλη γκρίζα ζώνη.

Η Hannah Bowman, ατζέντης της Liza Dawson Associates και επικεφαλής της ειδικής επιτροπής AI της AALA, περιγράφει μια αγορά που προσπαθεί να δημιουργήσει τους κανόνες της ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλεται. Οι ανησυχίες του κλάδου, όπως επισημαίνει, αλλάζουν από μήνα σε μήνα.

Όλα αυτά δημιουργούν ένα παράδοξο

Το παλιό βιβλίο γίνεται πολύτιμο επειδή είναι ανθρώπινο. Το καινούργιο βιβλίο αντιμετωπίζεται με καχυποψία επειδή μπορεί να μην είναι.

Η απώλεια δεν αφορά μόνο το χαρτί. Ένα φυσικό βιβλίο κουβαλά την ιστορία της έκδοσής του, τον τρόπο με τον οποίο τυπώθηκε, τη βιβλιοδεσία του, τις σημειώσεις και τις σφραγίδες του, ακόμη και τα ίχνη των ανθρώπων που το διάβασαν. Ένα ψηφιακό αρχείο μπορεί να διασώσει τις λέξεις χωρίς να διασώσει όλα αυτά.

Αυτό είναι ίσως το πιο παράδοξο σημείο της νέας οικονομίας της γνώσης: όσο περισσότερο η AI χρειάζεται ανθρώπινα βιβλία για να γίνει καλύτερη, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο πειρασμός να αντιμετωπιστούν τα ίδια βιβλία ως αναλώσιμα αντικείμενα.

Το αποτέλεσμα είναι μια ψηφιακή βιβλιοθήκη που μπορεί να περιέχει εκατομμύρια τίτλους, ενώ ένα μέρος των φυσικών βιβλίων που τροφοδότησαν αυτή τη βιβλιοθήκη μπορεί να έχει πάψει να υπάρχει.

Η γνώση θα έχει διασωθεί ως δεδομένο. Το βιβλίο, όμως, μπορεί να έχει χαθεί ως αντικείμενο.