Η Ευρώπη παράγει έρευνα παγκόσμιας κλάσης, ωστόσο, εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μετατρέψει την τεχνολογική γνώση σε tech πρωταθλητές με παγκόσμιο αποτύπωμα. Την ίδια στιγμή, το χρηματοδοτικό χάσμα με τις ΗΠΑ παραμένει ισχυρό, ενώ η ευρωπαϊκή αγορά venture capital παραμένει κατακερματισμένη και με χαμηλότερη ανοχή στο ρίσκο. Σε αυτό το περιβάλλον, το European Innovation Council (EIC) επιχειρεί να εξελιχθεί στο βασικό εργαλείο της Ευρώπης για τη δημιουργία τεχνολογικών «πρωταθλητών», επενδύοντας επιθετικά στο deep tech και υιοθετώντας μια πιο ώριμη προσέγγιση απέναντι στην αποτυχία και το επενδυτικό ρίσκο.
Σε συνέντευξή της στο powergame.gr, η κυρία Βίκυ Δ. Κεφαλά, Ambassador του European Innovation Council στην Ελλάδα, επισημαίνει ότι η Ευρώπη «πρέπει να μάθει να ρισκάρει» εάν θέλει να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ στην καινοτομία και να δημιουργήσει τις δικές της εταιρείες παγκόσμιας κλίμακας. Παράλληλα, περιγράφει την πρόοδο αλλά και τις αδυναμίες του ελληνικού οικοσυστήματος startups, σημειώνοντας ότι οι ελληνικές εταιρείες ωριμάζουν και προσελκύουν ολοένα μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις, ωστόσο το μεγάλο στοίχημα παραμένει το scale-up, η διατήρηση του ταλέντου στη χώρα και η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να αναπτυχθούν χωρίς να μετακινηθούν στο εξωτερικό.
Έχοντας πολυετή εμπειρία στα χρηματοδοτικά εργαλεία και τα επενδυτικά σχήματα, με ενεργό ρόλο σε θεσμούς όπως το European Innovation Council, το EIT και το InvestEU, η κυρία Κεφαλά εξηγεί ότι, με δεδομένο το χρηματοδοτικό χάσμα που εξακολουθεί να χωρίζει την Ευρώπη από τις ΗΠΑ και με δεδομένη τη διαχρονική αδυναμία της να μετατρέψει την υψηλού επιπέδου έρευνα σε ισχυρές επιχειρήσεις, η Ευρώπη ποντάρει πλέον αποφασιστικά στο European Innovation Council ως το βασικό της εργαλείο για την ανατροπή των ισορροπιών στην παγκόσμια καινοτομία.
Το στοίχημα σήμερα και το budget των 10 δισ.
Όπως επισημαίνει η Βίκυ Δ. Κεφαλά, το στοίχημα δεν είναι μόνο η ενίσχυση των startups, αλλά η δημιουργία ενός πιο ώριμου οικοσυστήματος που θα αποδέχεται το ρίσκο, θα κινητοποιεί ιδιωτικά κεφάλαια και θα κρατά το ταλέντο εντός Ευρώπης. Η συζήτηση για το χάσμα χρηματοδότησης ανάμεσα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ αποτελεί, σύμφωνα με τη Βίκυ Δ. Κεφαλά, μία από τις πιο κρίσιμες προκλήσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής καινοτομίας.
Όπως επισημαίνει, το EIC συνιστά τη στρατηγική απάντηση της Ευρώπης σε αυτή την υστέρηση, λειτουργώντας ως καταλύτης για την ανάπτυξη ενός πιο ανταγωνιστικού οικοσυστήματος. «Το European Innovation Council αποτελεί την πιο στρατηγική απάντηση της Ευρώπης σε αυτό το χάσμα», τονίζει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι το EIC διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών στον τομέα της deep tech καινοτομίας.
Με προϋπολογισμό άνω των 10 δισ. ευρώ, το πρόγραμμα στοχεύει στον εντοπισμό, την υποστήριξη και την ανάπτυξη σε κλίμακα καινοτόμων τεχνολογιών και επιχειρήσεων. Μάλιστα, η κυρία Κεφαλά υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση αποτελεσμάτων του οργανισμού, περισσότερες από 700 startups έχουν ήδη υποστηριχθεί, συμβάλλοντας στη δημιουργία 70 «centaurs», δηλαδή εταιρειών με αποτίμηση άνω των 100 εκατ. ευρώ. «Η φετινή έκθεση αναμένεται να δημοσιευθεί τον Ιούνιο και είναι πολύ πιθανό τα νούμερα αυτά να είναι ήδη σημαντικά υψηλότερα», σημειώνει.
Ατού και αδυναμίες της Ευρώπης στο deep tech
Η ίδια περιγράφει τις βασικές διαφορές ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού στο πεδίο του funding. «Οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα ώριμο και περισσότερο ανεκτικό στο ρίσκο οικοσύστημα venture capital, ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει προκλήσεις όπως ο κατακερματισμός της αγοράς και η αποστροφή των επενδυτών προς το ρίσκο», αναφέρει. Παρόλα αυτά, θεωρεί ότι η Ευρώπη διαθέτει ισχυρά πλεονεκτήματα, όπως η υψηλού επιπέδου έρευνα και η ανάπτυξη deep tech τεχνολογιών.
«Το EIC μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη γεφύρωση του χάσματος της Ευρώπης με τις ΗΠΑ, αξιοποιώντας ευρωπαϊκούς δημόσιους πόρους για να προσελκύσει ιδιωτικά κεφάλαια και να μειώσει το επενδυτικό ρίσκο», υπογραμμίζει, προσθέτοντας ωστόσο ότι απαιτείται ακόμη μεγαλύτερος προϋπολογισμός για να επιτευχθούν πλήρως οι στόχοι.
Αναλύοντας τη διαχρονική αδυναμία της Ευρώπης να μετατρέπει την υψηλού επιπέδου έρευνα σε εμπορεύσιμα προϊόντα και επιχειρήσεις, η κυρία Κεφαλά σημειώνει ότι, παρά το γεγονός πως η ΕΕ αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας έρευνας υψηλού επιπέδου, εξακολουθεί να υστερεί στην κατοχύρωση πατεντών, στη δημιουργία spinouts και στην ανάπτυξη deep tech εταιρειών.
«Η Ευρώπη διαθέτει έρευνα παγκόσμιας κλάσης, ωστόσο η αδυναμία εμπορικής αξιοποίησής της αποτελεί διαχρονική πρόκληση», επισημαίνει. Όπως εξηγεί, τα προβλήματα εμφανίζονται σε τρία διαφορετικά στάδια: στην έρευνα, λόγω έλλειψης αρχικής χρηματοδότησης, στη φάση της startup εξαιτίας περιορισμένης συνεργασίας με τη βιομηχανία και χαμηλής ανοχής στο ρίσκο, αλλά και στο στάδιο του scale-up, όπου κυριαρχούν ο κατακερματισμός της αγοράς και η έλλειψη μεγάλων κεφαλαίων.
Ο νέος ρόλος του EIC και οι Ευρωπαίοι πρωταθλητές
Σε αυτό το πλαίσιο, η Βίκυ Κεφαλά εξηγεί ότι το European Innovation Council αντιμετωπίζει πλέον την αποτυχία καινοτόμων startups ως αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας επένδυσης σε τεχνολογίες υψηλού ρίσκου. Όπως σημειώνει, το EIC αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο «στοίχημα» της Ευρώπης για τη δημιουργία εταιρειών deep tech παγκόσμιας κλίμακας.
Παρότι δεν υπάρχει κάποια επίσημη πολιτική αποδοχής ζημιών, στην πράξη το EIC λειτουργεί με τη λογική ότι είναι αποδεκτό να χαθούν κεφάλαια σε σημαντικό ποσοστό startups, εφόσον αυτό οδηγήσει στη δημιουργία λίγων πραγματικά ισχυρών ευρωπαϊκών «πρωταθλητών». Σύμφωνα με την ίδια, το EIC Pathfinder, με προϋπολογισμό περίπου 600 εκατ. ευρώ ετησίως, χρηματοδοτεί έρευνα πρώιμου σταδίου με «υπομονετικό» κεφάλαιο και χωρίς προσδοκία άμεσων αποδόσεων, ενώ το EIC Transition, με περίπου 100 εκατ. ευρώ ετησίως, στηρίζει την ανάπτυξη πρωτοτύπων αναγνωρίζοντας ότι δεν θα οδηγηθούν όλες οι τεχνολογίες σε εμπορική αξιοποίηση.
Την ίδια στιγμή, το EIC Accelerator επενδύει κάθε χρόνο σε εκατοντάδες startups γνωρίζοντας ότι αρκετές θα αποτύχουν, αλλά με στόχο κάποιες να εξελιχθούν σε εταιρείες παγκόσμιας κλάσης, όπως «unicorns» και «centaurs». Παράλληλα, το EIC Fund, με κεφάλαια 3 δισ. ευρώ, πραγματοποιεί μετοχικές επενδύσεις παρέχοντας «υπομονετικό» κεφάλαιο, αποδεχόμενο ότι ορισμένες επιχειρήσεις δεν θα επιτύχουν τους αρχικούς τους στόχους.
«Η Ευρώπη αρχίζει να υιοθετεί μια πιο ώριμη προσέγγιση απέναντι στο ρίσκο, αποδεχόμενη ότι η αποτυχία είναι μέρος της διαδικασίας για τη δημιουργία μεγάλων τεχνολογικών επιτυχιών», αναφέρει. Κοιτάζοντας πέντε χρόνια μπροστά, η ίδια θεωρεί ότι η μεγαλύτερη αλλαγή θα αφορά τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτείται η καινοτομία. Όπως εξηγεί, το νέο πρόγραμμα του EIC εισάγει τα Advanced Innovation Challenges, μία πρωτοβουλία που ακολουθεί το μοντέλο της αμερικανικής ARPA.
Πώς θα φτιάξει η Ελλάδα εθνικούς πρωταθλητές
Αναφερόμενη στην Ελλάδα, η Βίκυ Κεφαλά επισημαίνει ότι η πρόκληση της ανάπτυξης σε κλίμακα είναι πολυπαραγοντική και αφορά ταυτόχρονα την πρόσβαση σε κεφάλαια, τη διατήρηση ταλέντου και την ωριμότητα του οικοσυστήματος. «Περισσότερα από 732 εκατ. ευρώ επενδύθηκαν σε 95 γύρους χρηματοδότησης, σε πάνω από 90 ελληνικές startups το 2025, αύξηση 35% σε ετήσια βάση, που ξεπερνά αισθητά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο», αναφέρει, ενώ υπογραμμίζει ότι οι μεγαλύτεροι γύροι χρηματοδότησης ξεπέρασαν τα 600 εκατ. ευρώ, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή ωρίμανση της αγοράς, ενώ οι μικρότεροι γύροι pre-seed και seed αντιστοιχούν στο 75% των επενδυτικών συμφωνιών.
Όπως αναφέρει, πάντως, τα δομικά προβλήματα της αγοράς παραμένουν ισχυρά. «Η γραφειοκρατία, η περιορισμένη παρουσία corporate venture capital και η χαμηλή ανοχή στο ρίσκο δυσκολεύουν τη δημιουργία και διατήρηση εταιρειών υψηλής ανάπτυξης». Σύμφωνα με την ίδια, το ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά και στους τρεις αυτούς άξονες. «Η επιλεξιμότητα της Ελλάδας για το πρόγραμμα EIC Pre-Accelerator προσφέρει επιχορηγήσεις 300.000–500.000 ευρώ, σε συνδυασμό με mentoring, coaching και ταχεία πρόσβαση στο πλήρες πρόγραμμα EIC Accelerator», επισημαίνει. Παρόλα αυτά, ξεκαθαρίζει ότι οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί δεν αρκούν από μόνοι τους. «Τα ευρωπαϊκά εργαλεία λειτουργούν ως καταλύτες και όχι ως υποκατάστατα για τις συστημικές αδυναμίες κάθε χώρας», τονίζει.
Σχολιάζοντας συνολικά το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας, η Βίκυ Κεφαλά αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί μετά την οικονομική κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. «Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρό ανθρώπινο δυναμικό με σπουδές στους τομείς STEM, στρατηγική γεωγραφική θέση και ενισχυμένες θεσμικές δομές μέσω οργανισμών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων», αναφέρει. Όπως σημειώνει, το μεγαλύτερο επενδυτικό ενδιαφέρον συγκεντρώνουν το AI, το SaaS και το HealthTech, ενώ δυναμικά αναδύεται και ο τομέας Defence Tech.
«Η Ελλάδα διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να εξελιχθεί σε έναν ισχυρό κόμβο καινοτομίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη», καταλήγει. «Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι εγχώριες μεταρρυθμίσεις μπορούν να συμβαδίσουν με την ευρωπαϊκή υποστήριξη και το αυξανόμενο ενδιαφέρον διεθνών επενδυτών», τονίζει, ενώ επισημαίνει ότι, σε διαφορετική περίπτωση, η χώρα θα συνεχίσει να παράγει εξαιρετικούς επιστήμονες, οι οποίοι όμως θα δημιουργούν τις επιχειρήσεις τους εκτός συνόρων.
Who is Who
Η Βίκυ Δ. Κεφαλά είναι οικονομολόγος με πολυετή εμπειρία σε θέσεις υψηλής ευθύνης στο χώρο της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, της καινοτομίας και των επενδύσεων σε υποδομές και βιομηχανία. Σήμερα είναι μέλος της Επενδυτικής Επιτροπής του Ταμείου InvestEU, του ΔΣ του European Institute of Innovation & Technology (EIT), της Συμβουλευτικής Επιτροπής για τη Στέγαση και της ομάδας εμπειρογνωμόνων ESIR της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ παράλληλα είναι μη εκτελεστικό μέλος Δ.Σ. της εισηγμένης Lavipharm S.A. και μέλος του Ακαδημαϊκού Συμβουλίου του Μητροπολιτικού Κολλεγίου, Στο παρελθόν διετέλεσε μέλος του Δ.Σ. του European Innovation Council (EIC) και μέλος με δικαίωμα ψήφου στην Επενδυτική Επιτροπή του European Fund for Strategic Investments (EFSI), ενώ έχει υπηρετήσει σε θέσεις ευθύνης στην British Petroleum, στο Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών στον Όμιλο Ελλάκτωρ και στη CCC και στο Δ.Σ. του ΟΑΣΑ.
