Καθησυχαστική στο ενδεχόμενο ενός δεύτερου κύματος «κόκκινων» δανείων στην Ελλάδα, εμφανίζεται η S&P Global Ratings, παρά την αναζωπύρωση του πληθωρισμού, το υψηλότερο κόστος δανεισμού και το ράλι των τιμών των κατοικιών.
Σε δήλωση στο Powergame.gr, αναλυτές του αμερικανικού οίκου αξιολόγησης εξηγούν γιατί θεωρούν ότι τα ελληνικά νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και οι τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε ισχυρότερη θέση σε σχέση με την περίοδο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση. Αναγνωρίζουν, ωστόσο, συγκεκριμένες εστίες κινδύνου, κυρίως στα ακίνητα που χρηματοδοτούνται με υψηλό δανεισμό, στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις εκτός Ταμείου Ανάκαμψης και σε ορισμένες κατηγορίες στεγαστικών δανείων.
Στο βασικό σενάριο της S&P, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος θα παραμείνει κοντά στο 3% έως το 2028, με το κόστος πιστωτικού κινδύνου στις 40-50 μονάδες βάσης.
Οι λόγοι που ανησυχούν την S&P
Πιο αναλυτικά, απαντώντας στο ερώτημα αν η Ελλάδα κινδυνεύει να δημιουργήσει μια νέα γενιά «κόκκινων» δανείων, οι αναλυτές της S&P αναγνωρίζουν ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι προβληματισμού.
«Η ανησυχία είναι κατανοητή», επισημαίνουν. Όπως εξηγούν, ο πληθωρισμός έχει επιταχυνθεί ξανά, με τον οίκο να προβλέπει ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 3,8% το 2026. Παράλληλα, το κόστος δανεισμού είναι υψηλότερο, επιβαρύνοντας την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ένας ακόμη παράγοντας κινδύνου αφορά την αγορά ακινήτων. Σύμφωνα με την S&P, οι τιμές των κατοικιών έχουν πλέον φτάσει στα επίπεδα του 2008, ενώ οι εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας υποδεικνύουν έναν βαθμό υπερτίμησης.
Παρ’ όλα αυτά, ο οίκος δεν θεωρεί πιθανή μια απότομη διόρθωση στην αγορά κατοικίας. «Η ζήτηση για κατοικίες είναι ισχυρή και είναι απίθανο να δούμε μια ταχεία πτώση των τιμών τους», αναφέρουν οι αναλυτές.
Οι αναλυτές της S&P προσδιορίζουν, παράλληλα, συγκεκριμένες κατηγορίες δανείων στις οποίες θεωρούν πιθανότερη την εμφάνιση πιέσεων. Η πρώτη αφορά τον κλάδο ακινήτων με υψηλή δανειακή μόχλευση. Η δεύτερη αφορά μικρομεσαίες επιχειρήσεις που βρίσκονται εκτός του χρηματοδοτικού διαύλου του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Η τρίτη περιλαμβάνει στεγαστικά δάνεια με σταδιακά αυξανόμενες δόσεις (step-up mortgages), καθώς και δάνεια που έχουν ήδη αναδιαρθρωθεί στο παρελθόν.
Η συγκεκριμένη εκτίμηση αποκτά σημασία υπό το πρίσμα των στοιχείων της ΤτΕ, τα οποία έδειξαν αύξηση 14,6% στα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 8,9%, με την Τράπεζα της Ελλάδος να συνδέει μέρος της επιδείνωσης με τη διαχείριση δανείων σε ελβετικό φράγκο και προηγουμένως ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών.
Τι προστατεύει τα νοικοκυριά από νέες αθετήσεις πληρωμών
Η S&P εντοπίζει τρεις βασικούς παράγοντες που εκτιμά ότι θα περιορίσουν τη δημιουργία νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων. Συγκεκριμένα, αγανωρίζεται ότι υπάρχει αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων, χαμηλός δανεισμός των νοικοκυριών και συντηρητικά κριτήρια με τα οποία οι τράπεζες εγκρίνουν νέες χρηματοδοτήσεις. «Αναμένουμε ότι η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων, η χαμηλή δανειακή μόχλευση των νοικοκυριών και τα συντηρητικά κριτήρια χορήγησης δανείων θα συγκρατήσουν τις νέες αθετήσεις πληρωμών», σημειώνουν χαρακτηριστικά στο Powergame.gr.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδουν και στο γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες είναι σήμερα πολύ λιγότερο εκτεθειμένες στη στεγαστική πίστη σε σύγκριση με το παρελθόν. Όπως υπογραμμίζουν, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα χαμηλότερα ποσοστά ιδιοκτητών κατοικιών που έχουν στεγαστικό δάνειο.
Παράλληλα, οι νέες στεγαστικές χορηγήσεις παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με τις συναλλαγές στην αγορά ακινήτων. Ενδεικτικά, το 2025 οι νέες χορηγήσεις στεγαστικών δανείων ανήλθαν σε περίπου 2,6 δισ. ευρώ, όταν πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση κυμαίνονταν μεταξύ 12 και 15 δισ. ευρώ ετησίως. Επομένως, παρότι οι τιμές των κατοικιών έχουν επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα, η στεγαστική πίστη δεν έχει ακολουθήσει αντίστοιχη πορεία.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί, σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, βασικό στοιχείο ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος.
Ανάπτυξη στα επιχειρηματικά δάνεια
Η S&P στρέφει την προσοχή της και στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο, όπου πραγματοποιείται πλέον η μεγαλύτερη ανάπτυξη των τραπεζικών χορηγήσεων. «Το χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών δανείων είναι εκείνο στο οποίο καταγράφεται η πραγματική ανάπτυξη», επισημαίνουν οι αναλυτές. Σύμφωνα με τον οίκο, οι νέες χρηματοδοτήσεις κατανέμονται σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας, μεταξύ των οποίων η μεταποίηση, το εμπόριο, η ενέργεια και ο τουρισμός.
Η S&P αναγνωρίζει ότι οι συγκεκριμένοι κλάδοι θα μπορούσαν να παρουσιάσουν μεταβλητότητα, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν αποτελεί το βασικό της σενάριο.
Αντίθετα, θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις διαθέτουν σήμερα ισχυρότερα χρηματοοικονομικά χαρακτηριστικά και χαμηλότερη δανειακή μόχλευση. «Οι επιχειρήσεις είναι λιγότερο μοχλευμένες και χρηματοοικονομικά πιο ισχυρές, γεγονός που μας οδηγεί στην εκτίμηση ότι θα είναι περισσότερο ανθεκτικές απέναντι σε οικονομικούς κραδασμούς», αναφέρουν.
Τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν, πάντως, ότι οι πιστωτικοί κίνδυνοι δεν κατανέμονται ομοιόμορφα μεταξύ των επιχειρήσεων. Τα υψηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων εμφανίζονται στην κλωστοϋφαντουργία και την εστίαση, με 12,9% σε κάθε κλάδο. Ακολουθούν η βιομηχανία χάρτου, ξύλου και επίπλων με 7,9% και οι τηλεπικοινωνίες, η πληροφορική και η ενημέρωση με 7,1%.
«Συνολικά, εξακολουθούμε να αναμένουμε ομαλοποίηση της ποιότητας του ενεργητικού και όχι επιδείνωση», καταλήγει στο σχόλιό της η Standard & Poor’s.
Υπενθυμίζεται ότι στις 23 Οκτωβρίου 2026, η S&P επιβεβαίωσε την αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB, διατηρώντας σταθερές τις προοπτικές (outlook), ενώ στην επενδυτική βαθμίδα βρίσκονται και οι ελληνικές συστημικές τράπεζες.
Τα στοιχεία της ΤτΕ
Σύμφωνα με τα τελευταία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Οκτωβρίου 2026, το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων αυξήθηκε κατά 9,3% το πρώτο εξάμηνο του 2026, φτάνοντας τα 6,2 δισ. ευρώ, ενώ ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 3,4%, από 3,3% στο τέλος του 2025. Η μεταβολή του δείκτη ήταν περιορισμένη λόγω της αύξησης του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου, το οποίο έφτασε τα 180,4 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, ο δείκτης κάλυψης των μη εξυπηρετούμενων δανείων από προβλέψεις υποχώρησε στο 36,9%, από 38,2% τον Δεκέμβριο του 2025. Η εξέλιξη συνδέεται με την ταχύτερη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε σχέση με τις συσσωρευμένες προβλέψεις, ενώ ο δείκτης κάλυψης από εξασφαλίσεις παρέμεινε αμετάβλητος στο 71%.
Η σημαντικότερη επιδείνωση καταγράφηκε στο χαρτοφυλάκιο των νοικοκυριών. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 8,6%, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό του επιχειρηματικού χαρτοφυλακίου. Ειδικότερα, στα στεγαστικά δάνεια η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων έφτασε το 14,6%, ενώ στα καταναλωτικά δάνεια διαμορφώθηκε στο 11,7%. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών δανείων ανήλθε στο 8,9%, έναντι 7,4% στα καταναλωτικά δάνεια.
Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι μέρος της αύξησης στα μη εξυπηρετούμενα στεγαστικά δάνεια συνδέεται με την πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για τη διευθέτηση δανείων σε ελβετικό φράγκο, καθώς και με πρωτοβουλίες των τραπεζών για ορισμένες κατηγορίες ρυθμισμένων στεγαστικών δανείων ευάλωτων νοικοκυριών.Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι, παρά τη σημαντική εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών τα προηγούμενα χρόνια, εξακολουθούν να υπάρχουν κατηγορίες δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους.
