Ποιοι κλάδοι έχουν τα περισσότερα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια

Πρωταγωνιστούν κλωστοϋφαντουργία και εστίαση με ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων 12,9% έκαστος. Μηδενικός δείκτης στον κλάδο πετρελαιοειδών

Κόκκινα δάνεια ©123rf

Οι κλάδοι της κλωστοϋφαντουργίας (12,9%), της εστίασης (12,9%), της βιομηχανίας χάρτου, ξύλου και επίπλων (7,9%), των τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ενημέρωσης (7,1%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (6,8%), της μεταλλουργίας (6,1%) και του εμπορίου (6,1%), παρουσιάζουν τα υψηλότερα ποσοστά κόκκινων δανείων.

Υψηλά ποσοστά καταγράφονται επίσης σε επιμέρους κλάδους της μεταποίησης και αφορούν σχετικά μικρότερα υπόλοιπα χρηματοδοτήσεων, με αποτέλεσμα η επίδρασή τους στον συνολικό δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων του κλάδου της μεταποίησης να παραμένει περιορισμένη. Ειδικότερα, όπως καταγράφεται την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος, χαμηλότερα ποσοστά μη εξυπηρετούμενων δανείων στον κλάδο της μεταποίησης έχουν οι κλάδοι βιομηχανίας τροφίμων, ποτών και καπνού (4,2%), ηλεκτρονικών προϊόντων και μηχανημάτων (2,4%) και χημικής και φαρμακευτικής βιομηχανίας (2%), ενώ μηδενικός είναι ο δείκτης επισφαλειών στα πετρελαιοειδή.

Συνολικά η μεταποίηση παρουσιάζει μέσο δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων 4,1%, έναντι δείκτη 6,1% για το εμπόριο. Από τους υπόλοιπους επιχειρηματικούς κλάδους, ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων 3,5% έχει ο κατασκευαστικός, 3,3% ο κλάδος διαχείρισης ακίνητης περιουσίας, 2,5% ο κλάδος της υγείας, 2,2% τα καταλύματα και 3,3% λοιποί κλάδοι.

Στον αντίποδα, υπάρχουν κλάδοι με μη εξυπηρετούμενα δάνεια κάτω του 1% των δανείων που έχουν λάβει από τις τράπεζες. Πρόκειται για τους κλάδους μεταφορών (πλην ναυτιλίας) και αποθήκευσης με δείκτη κόκκινων δανείων 0,7%, ενέργειας με 0,5%, χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων με 0,5% επίσης, ναυτιλίας με 0,2%, δημόσιας διοίκησης με 0,1% και πετρελαιοειδών με 0%.

Οι επιχειρηματικοί κλάδοι με τις περισσότερες χρηματοδοτήσεις

Στο τέλος του α΄ εξαμήνου 2026 τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις με στοιχεία εντός ισολογισμού ανήλθαν σε 145,8 δισ. ευρώ σε ατομική βάση, έναντι 137,1 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών διαμορφώθηκε σε 2,2%, παραμένοντας αμετάβλητος σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025, γεγονός που αποδίδεται κυρίως στο χαμηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων των μεγάλων επιχειρήσεων (0,9%), παρά τα υψηλότερα ποσοστά των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (4,6%) και των πολύ μικρών επιχειρήσεων (11,2%).

Αναφορικά με τη διάρθρωση των χρηματοδοτήσεων στους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, σημειώνεται ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση αφορά τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις (23,9% των συνολικών χρηματοδοτήσεων προς επιχειρήσεις) και ακολουθούν οι κλάδοι της ενέργειας (11,5%), της ναυτιλίας (11,3%), της μεταποίησης (10,6%) και του εμπορίου (10,2%). Η υψηλή συγκέντρωση των χρηματοδοτήσεων προς τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις οφείλεται κατά κύριο λόγο στη διακράτηση από τα πιστωτικά ιδρύματα των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας (senior notes), τα οποία εκδόθηκαν στο πλαίσιο των τιτλοποιήσεων μη εξυπηρετούμενων δανείων (πρόγραμμα “Ηρακλής”) και παραμένουν στο χαρτοφυλάκιο των τραπεζών.

Τι επισημαίνει η ΤτΕ, ποιοι κλάδοι είναι εκτεθειμένοι

Ο γεωπολιτικός κίνδυνος και οι επιπτώσεις του στο μακροοικονομικό περιβάλλον και στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή αβεβαιότητας σχετικά με τις προοπτικές της ποιότητας του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών, όπως σημειώνει η Τράπεζα της Ελλάδος. Η άμεση έκθεση των σημαντικών τραπεζών σε αντισυμβαλλομένους από χώρες της Μέσης Ανατολής είναι περιορισμένη (κάτω του 1% των συνολικών ανοιγμάτων τους). Ωστόσο, οι έμμεσες επιπτώσεις της σύρραξης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα ενδέχεται να είναι σημαντικότερες.

Η μεγάλη αύξηση του ενεργειακού κόστους, σε συνδυασμό με τη μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση των ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, ενδέχεται να ασκήσει πιέσεις στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Σύμφωνα με την ΤτΕ, πιο εκτεθειμένοι είναι κλάδοι με υψηλή ενεργειακή ένταση ή με μεγαλύτερη ευπάθεια στις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως ενδεικτικά οι μεταφορές και η αποθήκευση, η μεταποίηση, η ακτοπλοΐα, η γεωργία και οι κατασκευές. Υπό το πρίσμα αυτό, η παρακολούθηση της εξέλιξης της ποιότητας των ανοιγμάτων στους εν λόγω κλάδους παραμένει απαραίτητη. Ειδικότερα, η ΤτΕ επισημαίνει ότι οι αυξημένες εισροές νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς και η διατήρηση υψηλού ποσοστού δανείων που ταξινομούνται στο Στάδιο 2 (σ.σ. δάνεια σε καθυστέρηση μεταξύ 31 – 90 ημερών, που δηλ. δεν παρουσιάζουν ακόμη οριστική απομείωση, αλλά έχουν υποστεί σημαντική αύξηση του πιστωτικού κινδύνου από τη στιγμή της αρχικής τους χορήγησης) κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, χρήζουν στενής παρακολούθησης, καθώς μέρος αυτών συνδέεται με ειδικούς παράγοντες που επηρεάζουν κυρίως το στεγαστικό χαρτοφυλάκιο, ενώ μένει να αξιολογηθεί σε ποιον βαθμό αντανακλούν και ευρύτερες τάσεις στην ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου. Το τελευταίο, σε συνδυασμό με την επιβράδυνση του ρυθμού αποκατάστασης δανείων που δεν εξυπηρετούνται ομαλά και τη μείωση του δείκτη κάλυψης από προβλέψεις, υπογραμμίζει την ανάγκη έγκαιρου εντοπισμού πιθανών εστιών πιστωτικού κινδύνου και συνετής πολιτικής σχηματισμού προβλέψεων εκ μέρους των τραπεζών.