Τη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση τους από το sell off που είχε προκαλέσει η αναταραχή γύρω από τους δασμούς τον Απρίλιο του 2025 κατέγραψαν την Πέμπτη οι μετοχές των «Magnificent Seven», καθώς οι επενδυτές αμφισβητούν πλέον ανοιχτά εάν οι τεράστιες δαπάνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη μπορούν να αποφέρουν τις αναμενόμενες αποδόσεις.
Σύμφωνα με το Bloomberg, ο δείκτης που παρακολουθεί τις επτά μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες της Wall Street υποχώρησε κατά 4,8%, διαγράφοντας 797 δισ. δολάρια από τη συνολική χρηματιστηριακή τους αξία. Οι πιέσεις παρέσυραν χαμηλότερα και την ευρύτερη αγορά, με τον S&P 500 να χάνει 1,2% και τον τεχνολογικό Nasdaq 100 να υποχωρεί κατά 1,9%.
Αφορμή για το νέο κύμα πωλήσεων αποτέλεσαν τα αποτελέσματα της Alphabet και της Tesla, τα οποία ανακοινώθηκαν μετά το κλείσιμο της αγοράς την Τετάρτη και ενίσχυσαν τις αμφιβολίες για τη διάρκεια του επενδυτικού αφηγήματος της AI, που τροφοδοτεί εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια την άνοδο των τεχνολογικών μετοχών.
Οι τεράστιες επενδύσεις επιβαρύνουν το κλίμα
Η Alphabet αύξησε την πρόβλεψή της για τις κεφαλαιουχικές δαπάνες του έτους έως και τα 205 δισ. δολάρια. Την ίδια ώρα, ο διευθύνων σύμβουλος της Tesla, Έλον Μασκ, προειδοποίησε ότι το 2026 θα αποτελέσει χρονιά μαζικών επενδύσεων, μετά την ανακοίνωση κερδών αισθητά χαμηλότερων από τις εκτιμήσεις των αναλυτών.
«Το πραγματικό πρόβλημα είναι το ύψος των δαπανών», δήλωσε στο Bloomberg ο Κεν Μαχόνι, επικεφαλής της Mahoney Asset Management. «Κανείς δεν γνωρίζει ποια θα είναι η απόδοση αυτών των επενδύσεων».
Το δυσμενές μακροοικονομικό περιβάλλον επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το κλίμα, καθώς η κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν οδηγεί τις τιμές του πετρελαίου υψηλότερα και αυξάνει τις ανησυχίες για την παγκόσμια ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Βουτιά 15% για την Tesla
Η μετοχή της Tesla κατέρρευσε κατά 15%, καταγράφοντας τη χειρότερη συνεδρίασή της από τον Μάρτιο του 2025, ενώ η Alphabet έχασε 7,1%, στη μεγαλύτερη πτώση της από τον Μάιο του ίδιου έτους.
Ισχυρές πιέσεις δέχθηκαν και οι υπόλοιποι μεγάλοι επενδυτές στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Η Microsoft υποχώρησε κατά 2,2%, η Amazon κατά 4,6% και η Meta κατά 3,4%. Και οι τρεις εταιρείες αναμένεται να ανακοινώσουν οικονομικά αποτελέσματα την επόμενη εβδομάδα.
Οι μετοχές των κατασκευαστών ημιαγωγών κινήθηκαν επίσης χαμηλότερα, με τον δείκτη Philadelphia Semiconductor να υποχωρεί κατά 0,5%. Παρά το γεγονός ότι ο κλάδος αποτελεί τον μεγαλύτερο ωφελημένο από τις επενδύσεις στην AI και καταγράφει άνοδο άνω του 70% από την αρχή του έτους, η μεταβλητότητα έχει αυξηθεί έντονα.
Εξανεμίστηκαν 2 τρισ. δολάρια από τα υψηλά
Ο δείκτης των Magnificent Seven βρίσκεται πλέον περίπου 11% χαμηλότερα από το ιστορικό υψηλό που σημείωσε στα τέλη Μαΐου, έχοντας απολέσει συνολικά 2 τρισ. δολάρια χρηματιστηριακής αξίας.
Η Alphabet εμφάνισε ισχυρή ανάπτυξη στις δραστηριότητες cloud, ωστόσο οι επενδυτές εστίασαν στο κόστος. Οι κεφαλαιουχικές δαπάνες του δεύτερου τριμήνου ανήλθαν στα 45 δισ. δολάρια, οδηγώντας την εταιρεία σε αρνητικές ταμειακές ροές για πρώτη φορά από την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο.
«Αυτό σημαίνει ότι η μετοχή ενέχει πλέον πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία η Alphabet αποτελούσε μηχανή παραγωγής μετρητών», ανέφερε ο Τζέισον Λεμίρ, επικεφαλής επενδύσεων της Bold Wealth Partners.
Η Apple η πιο ανθεκτική
Όλες οι μετοχές των Magnificent Seven έκλεισαν με απώλειες, με την Apple να καταγράφει τη μικρότερη πτώση. Η εταιρεία έχει μείνει σε μεγάλο βαθμό εκτός της κούρσας των μαζικών επενδύσεων σε υποδομές AI, κάτι που το τελευταίο διάστημα φαίνεται να επιβραβεύεται από τους επενδυτές. Η μετοχή της έχει ενισχυθεί κατά 11% μέσα στον μήνα και κατά 18% από την αρχή του έτους.
Για χρόνια, η Wall Street αντιμετώπιζε θετικά κάθε νέα ανακοίνωση επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Το κλίμα, ωστόσο, έχει πλέον αλλάξει. Οι επενδυτές ζητούν σαφή και μετρήσιμα αποτελέσματα και τιμωρούν τις εταιρείες όταν οι δαπάνες δεν συνοδεύονται από ανάλογη αύξηση της κερδοφορίας.
«Οι εταιρείες αυτές διέθεταν κάποτε τους ισχυρότερους ισολογισμούς στην ιστορία της αμερικανικής επιχειρηματικής αγοράς. Τώρα έχουν γίνει επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου και το ερώτημα αφορά την απόδοση των επενδύσεών τους», σημείωσε ο Λεμίρ στο Bloomberg.
