Ενοίκια φωτιά στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους

Αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα δείχνει η εγχώρια αγορά, με βασικούς πυλώνες τις ισχυρές τουριστικές ροές, την ενίσχυση της κατανάλωσης και την είσοδο διεθνών εμπορικών σημάτων. Οι δρόμοι και οι γειτονιές με τις πιο υψηλές τιμές. Έως και πάνω από 300 ευρώ το τετραγωνικό

Εορταστική κίνηση στην αγορά της Αθήνας. Στιγμιότυπα απο την οδό Ερμού. © ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ / EUROKINISSI

Η αγορά των εμπορικών ακινήτων στην Αθήνα το 2026 παρουσιάζει εικόνα έντονης κινητικότητας και αυξημένου ενδιαφέροντος, επιβεβαιώνοντας ότι η πρωτεύουσα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό προορισμό για επενδύσεις στο λιανεμπόριο. Παρά τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες που επηρεάζουν συνολικά την ευρωπαϊκή οικονομία, η εγχώρια αγορά δείχνει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, με βασικούς πυλώνες τις ισχυρές τουριστικές ροές, την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης και τη συνεχιζόμενη είσοδο διεθνών εμπορικών σημάτων. Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνονται στον πρόσφατο οδηγό «Athens Global Cities-Retail Guide» της Cushman & Wakefield Proprius, ο οποίος σκιαγραφεί με σαφήνεια τις τάσεις και τις προοπτικές του κλάδου.

Στο επίκεντρο της εμπορικής δραστηριότητας παραμένει η Ερμού, που εξακολουθεί να κατέχει την πρώτη θέση ως η ακριβότερη εμπορική οδός της χώρας. Τα ενοίκια στα πλέον προβεβλημένα σημεία της κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ξεκινώντας από περίπου 160 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο και φτάνοντας έως και τα 315 ευρώ. Η υψηλή επισκεψιμότητα, η συνεχής ροή τουριστών και η συγκέντρωση μεγάλων εμπορικών αλυσίδων δημιουργούν ένα περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού για την εξασφάλιση χώρου, γεγονός που διατηρεί τις τιμές σε ανοδική τροχιά.

Σε μικρή απόσταση από την κορυφή ακολουθεί το Κολωνάκι, με τη Βουκουρεστίου ως βασικό «προπύργιο». Εκεί τα ενοίκια εμφανίζουν επίσης σημαντική διακύμανση, από περίπου 100 έως 310 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, αντανακλώντας τόσο τη διαφορετική εμπορική δυναμική κάθε σημείου όσο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαθέσιμων ακινήτων. Η περιοχή προσελκύει κυρίως premium και luxury brands, ενισχύοντας περαιτέρω το προφίλ της ως προορισμού υψηλής αγοραστικής δύναμης.

Η αυξημένη ζήτηση για εμπορικούς χώρους δεν περιορίζεται μόνο στις κεντρικές περιοχές. Στα νότια προάστια, η Γλυφάδα διατηρεί σταθερά τη θέση της ως ένας από τους πιο δυναμικούς εμπορικούς κόμβους, με τιμές που κυμαίνονται μεταξύ 100 και 165 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Η εγγύτητα στη θάλασσα, η εύκολη πρόσβαση και η έντονη παρουσία τόσο κατοίκων υψηλού εισοδήματος όσο και επισκεπτών καθιστούν την περιοχή ιδιαίτερα ελκυστική για εμπορικές χρήσεις.

Αντίστοιχα, στα βόρεια προάστια, η Κηφισιά συνεχίζει να συγκεντρώνει σημαντικό ενδιαφέρον, με ενοίκια που κυμαίνονται από 70 έως 120 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Πρόκειται για μια αγορά με πιο «γειτονικό» χαρακτήρα σε σχέση με το κέντρο, αλλά με σταθερή αγοραστική βάση και παρουσία γνωστών brands. Στον Πειραιά, από την άλλη πλευρά, τα ενοίκια διαμορφώνονται σε χαμηλότερα επίπεδα, μεταξύ 60 και 105 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ωστόσο η περιοχή παρουσιάζει ανοδικές τάσεις λόγω της αναβάθμισης του λιμανιού και της αυξημένης τουριστικής κίνησης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η εικόνα στα οργανωμένα εμπορικά κέντρα, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν βασικό πυλώνα της λιανικής αγοράς. Στο The Mall Athens, τα ενοίκια για καταστήματα μεσαίου μεγέθους κυμαίνονται μεταξύ 100 και 160 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, καθώς η πρόσφατη ανακαίνιση ενισχύει περαιτέρω την ελκυστικότητά του. Στο Golden Hall, οι τιμές διαμορφώνονται μεταξύ 80 και 130 ευρώ, προσελκύοντας κυρίως πιο premium εμπορικά σήματα. Πιο προσιτές επιλογές καταγράφονται στο Metro Mall και στο River West, όπου τα ενοίκια κυμαίνονται μεταξύ 70 και 120 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, χωρίς ωστόσο να υστερούν σε επισκεψιμότητα.

Ένας από τους βασικούς παράγοντες που στηρίζουν τη δυναμική της αγοράς είναι η έντονη παρουσία διεθνών brands, τα οποία επιλέγουν την Αθήνα ως σημείο εισόδου στην ελληνική αγορά. Η συνεχής άφιξη νέων εμπορικών ονομάτων ενισχύει τον ανταγωνισμό για τα «καλά» σημεία, οδηγώντας σε περαιτέρω αύξηση των μισθωτικών αξιών. Παράλληλα, η ανάπτυξη του κλάδου εστίασης λειτουργεί συμπληρωματικά, δημιουργώντας πρόσθετη ζήτηση για εμπορικούς χώρους σε περιοχές υψηλής επισκεψιμότητας.

Ωστόσο, η προσφορά νέων εμπορικών ακινήτων παραμένει περιορισμένη. Οι αυστηροί πολεοδομικοί περιορισμοί και η έλλειψη διαθέσιμων οικοπέδων με εύκολη πρόσβαση σε μέσα μεταφοράς δυσκολεύουν την ανάπτυξη νέων projects. Σε αυτό το πλαίσιο, η μεγάλη επένδυση στο Ελληνικό αποτελεί τη βασική εξαίρεση, καθώς αναμένεται να δημιουργήσει ένα νέο εμπορικό πόλο τα επόμενα χρόνια, με εκτιμώμενη ολοκλήρωση προς το τέλος της δεκαετίας.

Συνολικά, η αγορά των εμπορικών μισθώσεων στην Αθήνα φαίνεται να έχει περάσει σε μια φάση ωριμότητας, όπου η ισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης διατηρείται σε σχετικά σταθερά επίπεδα, αλλά με σαφή τάση ενίσχυσης των τιμών στα πιο προβεβλημένα σημεία. Τα χαμηλά ποσοστά κενών καταστημάτων, η αυξανόμενη ζήτηση και η θετική πορεία του τουρισμού δημιουργούν ένα περιβάλλον που ευνοεί την περαιτέρω ανάπτυξη της αγοράς.