Σε άντρο παρανομίας και ορμητήριο παραβατικότητας έχει μετατραπεί το κτίριο που άλλοτε στέγαζε το τετράστερο ξενοδοχείο Athenaeum Palace & Luxury Suites. Σε απόσταση μόλις πέντε λεπτών από τη στάση του Αγίου Σώστη, επί της Λεωφόρου Συγγρού, μια επένδυση εκατομμυρίων έχει δώσει τη θέση της σε ένα «κτίριο-φάντασμα». Σήμερα η ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε χρήστες ουσιών, αστέγους αλλά και ομάδες ανηλίκων προκαλεί έντονο φόβο και ανασφάλεια σε ολόκληρη τη γειτονιά, ειδικά στους καταστηματάρχες της περιοχής, που καταγγέλλουν πως υπήρξαν θύματα κλοπής από τις ομάδες που «στεγάζονται» στο πρώην ξενοδοχείο.
Το ακίνητο, έπειτα από πολυετή εμπλοκή με τη Δικαιοσύνη λόγω κατηγοριών εμπρησμού, δικαστικών μαχών και διαδοχικών άγονων προσπαθειών αξιοποίησης, έχει περάσει πλέον στη δικαιοδοσία της εταιρείας διαχείρισης κόκκινων δανείων Cepal Hellas. Το νέο «σφυρί» έχει προγραμματιστεί για τις 9 Σεπτεμβρίου, με το ακίνητο να βγαίνει για δεύτερη φορά σε πλειστηριασμό. Η τιμή εκκίνησης έχει υποχωρήσει στα 14,7 εκατομμύρια ευρώ, από τα 20 εκατ. που είχαν οριστεί δικαστικά το 2024 για τον πρώτο πλειστηριασμό. Ωστόσο, η εικόνα πλήρους εγκατάλειψης που επικρατεί καθιστά την αξιοποίησή του από μελλοντικούς επενδυτές μια εξαιρετικά δύσκολη και χρονοβόρα εξίσωση.
Αναδεικνύει, επίσης, το ερώτημα για το αν οι εταιρείες κόκκινων δανείων οφείλουν να προστατεύουν τα ακίνητα που περνούν στον έλεγχό τους, ώστε να μη γίνονται κέντρα παρανομίας σε μια περιοχή. Ειδικά όταν υπάρχουν καταγγελίες για κλοπές και αιτήματα για σφράγιση που δεν έχουν εισακουστεί. Με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο και τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό (ΓΟΚ), η ευθύνη για τη φύλαξη, τη συντήρηση και την ασφάλεια ενός ακινήτου βαρύνει τον εκάστοτε ιδιοκτήτη ή τον φορέα που έχει αναλάβει τη διαχείρισή του έπειτα από κατάσχεση. Οι τράπεζες και οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων υποχρεούνται να λαμβάνουν μέτρα για τον αποκλεισμό της πρόσβασης σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και την προστασία των περαστικών από πτώσεις υλικών, καθώς σε αντίθετη περίπτωση υφίστανται αστικές και ποινικές ευθύνες για αμέλεια.
Από τα μπουζούκια στα γραφεία της Attica Group και τελικά στο Athenaeum Palace
Το κτίριο στη Λεωφόρο Συγγρού 123 κουβαλάει τη δική του επιχειρηματική διαδρομή. Ειδικότερα, πριν από τη μετατροπή του σε πολυτελές ξενοδοχείο είχε χρησιμοποιηθεί για διάφορες εμπορικές δραστηριότητες, ενώ γύρω στο 2008 ανακατασκευάστηκε και μετατράπηκε σε χώρο γραφείων, στεγάζοντας για αρκετά χρόνια τις κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες του ναυτιλιακού ομίλου Attica Group.
Η στροφή προς την ξενοδοχειακή χρήση έγινε το 2018, όταν ο ιδιοκτήτης του ακινήτου, Γεώργιος-Αλέξανδρος Καλαθάκης, το εκμίσθωσε στον ξενοδοχειακό όμιλο Athenaeum Hotels των Παναγιώτας Κελέση και Ιωάννη Ανδρικόπουλου, έναντι μηνιαίου μισθώματος που ανερχόταν περίπου στις 70.000 ευρώ. Η εταιρεία επένδυσε περίπου 4 εκατ. ευρώ για την ανακαίνιση και τον Ιούνιο του 2018 άνοιξε το Athenaeum Palace & Luxury Suites, με δυναμικότητα 109 δωματίων, εκ των οποίων τα 37 ήταν σουίτες, σε μια περίοδο κατά την οποία η Λεωφόρος Συγγρού ενισχυόταν όλο και περισσότερο ως ξενοδοχειακός άξονας της Αθήνας.
Η επένδυση που κόπηκε απότομα από τη φωτιά
Η πορεία της επένδυσης διακόπηκε ξαφνικά το μεσημέρι της 5ης Δεκεμβρίου 2019, όταν ξέσπασε πυρκαγιά στο κτίριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η οποία διήρκεσε 3,5 μήνες, η φωτιά κρίθηκε σκόπιμη, ενώ σχετικά δημοσιεύματα αναφέρουν ότι την ίδια ημέρα βρίσκονταν στον χώρο δικαστικοί επιμελητές προκειμένου να προχωρήσουν σε διαδικασία έξωσης, κάτι που δεν θεωρήθηκε τυχαίο.
Λίγα χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2021, το δικαστήριο έκρινε ένοχους τους δύο διαχειριστές, επιβάλλοντάς τους πρωτόδικα ποινή κάθειρξης εννέα ετών για ηθική αυτουργία σε εμπρησμό. Αντίστοιχη ποινή επιβλήθηκε και σε δύο αλλοδαπούς υπαλλήλους, οι οποίοι, σύμφωνα με την απόφαση, έβαλαν φωτιά κατόπιν εντολής των πρώτων, με αποτέλεσμα να καούν δύο όροφοι. Μετά την καταδίκη τους, το ανδρόγυνο άσκησε έφεση και αφέθηκε ελεύθερο με την καταβολή εγγύησης. Δεν κατέστη δυνατόν να διασταυρώσουμε αν εκδικάστηκε η έφεση που ασκήθηκε και ποια ήταν η απόφαση.
Ο όμιλος Athenaeum Hotels συνεχίζει, πάντως, την επιχειρηματική του δραστηριότητα, καθώς υλοποιεί επενδυτικό πλάνο που περιλαμβάνει την επέκταση του ξενοδοχείου Eridanus στον Κεραμεικό, καθώς και τη λειτουργία άλλων μονάδων στην Αθήνα και το Ξυλόκαστρο.
Η κατάσταση σήμερα: «Μπαίνουν, κοιμούνται, βάζουν φωτιές»
Από το 2020 και μετά, η εικόνα του κτιρίου παρουσιάζει ραγδαία επιδείνωση. Στην πρόσφατη κατασχετήρια έκθεση σημειώνεται ότι το εσωτερικό έχει υποστεί εκτεταμένες φθορές, ο βαθμός συντήρησης κρίνεται κάτω του μετρίου και το κόστος ανακαίνισης εκτιμάται στα 4,5 εκατ. ευρώ, ποσό που αφαιρείται από την αγοραία αξία του ακινήτου.
Όπως αναφέρει ο κ. Λ.Γ., επιχειρηματίας που δραστηριοποιείται στη γύρω περιοχή, το κτίριο άρχισε σταδιακά να προσελκύει διάφορα άτομα που έμπαιναν ανεξέλεγκτα στο εσωτερικό του. Ο ίδιος περιγράφει μια καθημερινότητα διαρκούς ανησυχίας, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Καθημερινώς έβλεπα ανθρώπους παρείσακτους. Άλλοι να μένουνε μέσα, άλλοι να κοιμούνται, άλλοι να βγαίνουνε, άλλοι να βάζουνε φωτιές». Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, από το εσωτερικό αφαιρούνται σταδιακά υλικά και «ξηλώνουν καλώδια, παίρνουν εξοπλισμό, μεταλλικά στοιχεία και μεγάλα μηχανήματα σε καροτσάκια του σούπερ μάρκετ».

Mηχανήματα σε καρότσι του σούπερ μάρκετ έξω από το ξενοδοχείο ©Powergame.gr
Παράλληλα, ο επιχειρηματίας τονίζει ότι «όλοι είναι σε επιφυλακή, φοβούνται μην τους σπάσουν το αμάξι ή μην τους κλέψουν», ενώ εξηγεί ότι η Αστυνομία έχει χρειαστεί να επέμβει πολλές φορές, έχοντας επιδείξει και φωτογραφίες υπόπτων για δράση στην περιοχή. Ο ίδιος περιγράφει μάλιστα ένα περιστατικό με δύο αλλοδαπούς που εντοπίστηκαν να μένουν στα χαλάσματα, ενώ τονίζει τον άμεσο κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα των περαστικών, καθώς «έφυγε μια ολόκληρη τζαμαρία και έσκασε παραδίπλα από εμάς· αν υπήρχε πελάτης, μπορεί να είχαμε και θύματα». Όπως καταλήγει, «όποιος μπει μέσα, αν έρθει μια κάμερα τηλεόρασης και μπει και κάνει ένα ρεπορτάζ, θα φρίξει», καθώς έχουν ξηλώσει ακόμη και τα δάπεδα για την αφαίρεση των καλωδιών.

Φωτογραφία από το εσωτερικό του ξενοδοχείου σήμερα ©Powergame.gr
Ζημιές και φόβος στις γύρω επιχειρήσεις
Με βάση τα παραπάνω, το μέγεθος της φθοράς είναι τεράστιο και πλέον περνά και στους ανθρώπους της περιοχής, οι οποίοι ζουν καθημερινά με τον φόβο μη συμβεί το χειρότερο. Όπως γνωστοποιεί ο εστιάτορας, ο ίδιος ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2025 να προετοιμάζει το κατάστημά του, έκτασης 400 τετραγωνικών μέτρων, όμως λίγο πριν από το προγραμματισμένο άνοιγμα, στα τέλη Οκτωβρίου, άγνωστοι εισέβαλαν στον χώρο.
«Μας τα πήρανε όλα, όλα, όλα», λέει, περιγράφοντας την ολοκληρωτική λεηλασία της επιχείρησής του, από την οποία αφαιρέθηκαν κλιματιστικά, ψυγεία, μέχρι πιάτα και μαχαιροπίρουνα. Η μεγαλύτερη ζημιά προκλήθηκε στις υποδομές, καθώς, όπως αναφέρει, «το χειρότερο απ’ όλα ήτανε ότι μας ξηλώσανε τα πάντα από καλώδια, από ένα μαγαζί 400 τετραγωνικά», καταστρέφοντας τις ψευδοροφές για την αφαίρεση του χαλκού. Εξαιτίας του περιστατικού αυτού, η λειτουργία του καταστήματος καθυστέρησε αρκετούς μήνες και ξεκίνησε τελικά στα τέλη Απριλίου του 2026.
Παρά την τοποθέτηση συστημάτων ασφαλείας, η ανησυχία παραμένει έντονη. «Δεν είναι το θέμα τώρα να μπουν να μας κλέψουνε, όσο φοβόμαστε την πυρκαγιά και τη φωτιά. Και εμείς και όλη η γειτονιά», σημειώνει ο επιχειρηματίας, προσθέτοντας ότι η Πυροσβεστική έχει χρειαστεί να επέμβει τουλάχιστον τέσσερις με πέντε φορές τον τελευταίο μήνα. Παράλληλα, εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι στο κτίριο εισέρχονται πλέον και ανήλικοι μαθητές, οι οποίοι, όπως αναφέρει, συχνά αντιμετωπίζουν τέτοια περιστατικά ως «κατόρθωμα» μέσα στο περιβάλλον τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο.
Η αναζήτηση λύσης και το αίτημα για σφράγιση
Προκειμένου να προστατεύσει την επιχείρησή του, ο Λ.Γ. αναφέρει ότι εδώ κα δύο μήνες βρισκόταν σε συνεχή επικοινωνία με τον κ. Γ. Καλαθάκη, που διαμένει μόνιμα στη Γερμανία, προσπαθώντας να βρει μια λύση. Συγκεκριμένα, ο ιδιοκτήτης είχε ζητήσει στο παρελθόν από τον μαγαζάτορα να μεριμνήσει ο ίδιος για την εύρεση συνεργείου και προσφοράς, με σκοπό το κλείσιμο του ξενοδοχείου με ξύλο και σίδερο. «Εμείς τον πήραμε για να του ζητήσουμε βοήθεια, ρωτώντας τον επιτέλους “τι θα γίνει με το κτίριό σου. Πώς το έχεις παρατήσει;”. Κάποια στιγμή μας έβαλε να νοιαστούμε εμείς, να του βρούμε τα συνεργεία και να του δώσουμε μία προσφορά για να κλείσει το ξενοδοχείο, ώστε να μην μπορεί να μπει κανείς μέσα. Και όταν τελικά του δώσαμε μία προσφορά, η οποία ήτανε πάρα πολύ καλή, αυτός αρνήθηκε».

Φωτογραφία από το εσωτερικό του ξενοδοχείου σήμερα ©Powergame.gr
Ακόμη, τον προειδοποιούσε διαρκώς για την κατάσταση που επικρατούσε στέλνοντάς φωτογραφίες και βίντεο μέσω Viber, την ώρα που αφαιρούνταν όσα μηχανήματα και αντικείμενα είχαν απομείνει στο παρατημένο ακίνητο. Συγκεκριμενα του έγραφε χαρακτηριστικά: «Μα δεν νοιάζεσαι; Τώρα σου κλέβουν τα μηχανήματα, μα δεν νοιάζεσαι;», με τη μοναδική απάντηση από την πλευρά του ιδιοκτήτη να είναι: «Ναι, πάρτε την Αστυνομία». Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως το ακίνητο έχει κατασχεθεί, με αποτέλεσμα η πλευρά του πρότερου ιδιοκτήτη να μην έχει πρακτική δικαιοδοσία.
Οι πλειστηριασμοί και η πτώση της τιμής
Το ακίνητο είχε προγραμματιστεί αρχικά να βγει σε πλειστηριασμό στις 28 Φεβρουαρίου 2024 από την Παγκρήτια Τράπεζα, με τιμή πρώτης προσφοράς 15,57 εκατ. ευρώ. Ύστερα από προσφυγή του οφειλέτη, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αποφάσισε την αύξηση της τιμής στα 20 εκατ. ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τη δυναμική της τουριστικής αγοράς, ωστόσο η διαδικασία ανεστάλη λίγο πριν από τη διεξαγωγή της. Τον Δεκέμβριο του 2025 το συνολικό ύψος της οφειλής ανερχόταν σε 7.624.906,45 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων εκτέλεσης.
Ο νέος ηλεκτρονικός πλειστηριασμός έχει οριστεί για τις 9 Σεπτεμβρίου 2026, με επισπεύδουσα τη Cepal και τιμή πρώτης προσφοράς στα 14,7 εκατ. ευρώ. Αν στο ποσό αυτό προστεθεί το εκτιμώμενο κόστος ανακαίνισης των 4,5 εκατ. ευρώ, η συνολική επιβάρυνση για έναν υποψήφιο αγοραστή προσεγγίζει τα 19,2 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, ένοικος γειτονικού ακινήτου έχει προσφύγει στην Περιφέρεια, ζητώντας το αναγκαστικό σφράγισμα του κτιρίου βάσει της νομοθεσίας για τις δημόσιες εστίες παραβατικότητας, χωρίς ωστόσο να έχει γίνει ακόμη κάτι.
Καθώς η αντίστροφη μέτρηση για τον Σεπτέμβριο έχει ήδη ξεκινήσει, η καθημερινότητα γύρω από το πρώην ξενοδοχείο παραμένει αμετάβλητη. Κάτοικοι και επιχειρηματίες βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή, ελπίζοντας ότι αυτήν τη φορά θα βρεθεί αγοραστής. Το αν ο επικείμενος πλειστηριασμός της 9ης Σεπτεμβρίου θα δώσει οριστική λύση ή αν θα απαιτηθεί τελικά η άμεση παρέμβαση της Περιφέρειας για το σφράγισμα του κτιρίου, παραμένει το κρίσιμο ερώτημα για όσους συμβιβάζονται αναγκαστικά με την τωρινή κατάσταση στη Λεωφόρο Συγγρού, περιμένοντας μια εξέλιξη σε μια ιστορία όπου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν, «κανείς δεν νοιάζεται».
