Aπόφαση δικαστηρίου βάζει σαφείς περιορισμούς στη λειτουργία καταλυμάτων βραχυχρόνιας μίσθωσης – τύπου Airbnb – σε πολυκατοικίες, όταν ο κανονισμός τους ορίζει ότι τα διαμερίσματα προορίζονται αποκλειστικά για χρήση κατοικίας.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών έκανε πρόσφατα δεκτή αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλε διαχειρίστρια πολυκατοικίας, κρίνοντας ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται διαμέρισμα για βραχυχρόνια μίσθωση (Airbnb) όταν ο κανονισμός της οικοδομής προβλέπει ρητά αποκλειστική χρήση κατοικίας (ΜΠΑ 2937/2026).
Στο σκεπτικό της απόφασης επισημαίνεται ότι «στις μεταξύ των συνιδιοκτητών σχέσεις ο κανονισμός επέχει ισχύ νόμου», δίνοντας προτεραιότητα σε αυτόν.
Η αιτούσα, η οποία ενεργεί ως διαχειρίστρια και εκπρόσωπος των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας, υποστήριξε στην αίτησή της ότι η εναγόμενη εταιρία «κατά παράβαση του κανονισμού, προέβη, κατά το θέρος του 2025 σε καταχώριση του ακινήτου της σε ιστοσελίδα του διαδικτύου κι έκτοτε το εκμεταλλεύεται ως τουριστικό κατάλυμα με το σύστημα της βραχυχρόνιας μίσθωσης (Airbnb)».
Παράλληλα, στην προσφυγή αναφέρεται ότι «οι πελάτες σε καθημερινή βάση οχλαγωγούν τόσο κατά την παραμονή στο διαμέρισμα όπου διαμένουν, όσο και στους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής, ακόμη και κατά τις ώρες κοινής ησυχίας, ενώ προβαίνουν και σε λοιπές ενέργειες που σχετίζονται με την υπερεντατική χρήση των κοινόχρηστων χώρων και την ασυνήθη φθορά τους, ενώ παράλληλα εγείρονται και ζητήματα παραβίασης της ασφάλειας της οικοδομής με την άκριτη είσοδο τρίτων προσώπων, διαταράσσοντας την ομαλή διαμονή των ενοίκων στις ιδιόκτητες κατοικίες τους».
Πώς αιτιολόγησε το δικαστήριο την απαγόρευση
Εξετάζοντας την υπόθεση, το δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και σημείωσε πως «είναι αλήθεια ότι στον ανωτέρω όρο δεν αναφέρεται ρητά η απαγόρευση χρήσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών για βραχυχρόνιες μισθώσεις, λόγω αδυναμίας πρόβλεψης των εν λόγω μισθώσεων κατά τον χρόνο κατάρτισης».
«Το κενό αυτό όμως θα πρέπει να συμπληρωθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, ερμηνεύοντας την εικαζόμενη βούληση των συμβαλλόμενων μερών, εάν γνώριζαν τη δυνατότητα τέτοιας χρήσης των οριζόντιων ιδιοκτησιών κατά τον χρόνο κατάρτισης του κανονισμού», συνεχίζει η αιτιολόγηση του δικαστηρίου.
«Η βούληση των μερών, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στοιχεία, αλλά και από το σύνολο του κανονισμού, ιδίως δε από την απαγόρευση της χρήσης των διαμερισμάτων ως ξενοδοχείου ή τύπου ξενοδοχείου ή προς παροχή υπηρεσιών που προκαλούν συρροή μεγάλου αριθμού επισκεπτών ή ασυνήθη θόρυβο, ήταν να συμπεριλάβουν και τις εν λόγω μισθώσεις στην απαγόρευση αυτή, αν ήταν γνωστή η δυνατότητα κατάρτισης τέτοιων μισθώσεων», συνέχισε το δικαστήριο.
Με την απόφασή του δικαιώνει την αιτούσα και διατάσσει την εναγόμενη εταιρία «να παύσει και να μην επαναλάβει στο μέλλον την επαγγελματική χρήση της οικοδομής οριζόντιας ιδιοκτησίας με το καθεστώς των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Επίσης, πρέπει να απειληθεί σε βάρος της καθ’ ης χρηματική ποινή για κάθε παράβαση του διατακτικού της παρούσας απόφασης».
Η συγκεκριμένη απόφαση εκδίδεται σε μια περίοδο κατά την οποία η λειτουργία των διαμερισμάτων Airbnb βρίσκεται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Aναμένεται νέος νόμος που θα εκσυγχρονίσει τη σχετική νομοθεσία του 1929
Παράλληλα, συμπίπτει με τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για συνολική αναμόρφωση του πλαισίου που διέπει τις σχέσεις ιδιοκτησίας, καθώς το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει αποφασίσει τη σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό της σχετικής νομοθεσίας, η οποία ισχύει από το 1929.
Οι εργασίες της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής αναμένεται να ξεκινήσουν μέσα στον Ιούλιο, με στόχο το σχετικό νομοσχέδιο να έχει ολοκληρωθεί και να κατατεθεί προς ψήφιση εντός του 2026.
Το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα ρυθμίζει συνολικά τις σχέσεις μεταξύ των ιδιοκτητών και των ενοίκων στις πολυκατοικίες, ώστε να μην απαιτείται κάθε φορά δικαστική επίλυση των διαφορών που προκύπτουν.
Μεταξύ άλλων, θα προβλέπονται κανόνες για τις οφειλές κοινοχρήστων, ενώ για τη λήψη αποφάσεων στις πολυκατοικίες θα αρκεί η απλή πλειοψηφία του 51% των ιδιοκτητών, αντί της απόλυτης πλειοψηφίας που απαιτείται σήμερα.
