Ποιες συμφωνίες οδήγησαν στα 1,27 δισ. ευρώ τις επενδύσεις στα επαγγελματικά ακίνητα

Στα 1,27 δισ. ευρώ έφτασαν οι επενδύσεις στα επαγγελματικά ακίνητα το πρώτο εξάμηνο του 2026. Τα μεγάλα deals και οι πρωταγωνιστές

Deals © Pixabay

Μεγάλες συμφωνίες εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, επιλεκτικές αγορές γραφείων στο κέντρο της Αθήνας, ξενοδοχειακές επενδύσεις και η επιστροφή των τραπεζών στην πλευρά των αγοραστών συνθέτουν την εικόνα της ελληνικής αγοράς επαγγελματικών ακινήτων στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Οι επενδύσεις έφτασαν τα 1,27 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 5,8% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία της Cushman & Wakefield Proprius. Πίσω από τον συνολικό αριθμό, όμως, κρύβεται μια αγορά με έντονη συγκέντρωση, καθώς το λιανεμπόριο και τα ξενοδοχεία απορρόφησαν σχεδόν οκτώ στα δέκα ευρώ που επενδύθηκαν.

Τη μεγαλύτερη επίδραση στην τελική επίδοση είχε η εξαγορά από την Εθνική Τράπεζα χαρτοφυλακίου 100 ακινήτων της Prodea Investments έναντι 510,7 εκατ. ευρώ. Η συναλλαγή αντιστοιχεί περίπου στο 40% ολόκληρου του επενδυτικού όγκου του εξαμήνου και εξηγεί σε σημαντικό βαθμό τόσο την πρωτιά του λιανεμπορίου όσο και την ισχυρή παρουσία των τραπεζών στην αγορά. Πέρα όμως από τη μεγάλη αυτή συμφωνία, το εξάμηνο είχε αρκετές ακόμη κινήσεις που αποτυπώνουν το πού στρέφεται σήμερα το επενδυτικό ενδιαφέρον.

Τα 700 εκατ. ευρώ του λιανεμπορίου

Το μεγαλύτερο κομμάτι της επενδυτικής πίτας κατευθύνθηκε στα εμπορικά ακίνητα. Οι τοποθετήσεις έφτασαν περίπου τα 700 εκατ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 55% της συνολικής αγοράς. Η κυριαρχία της συγκεκριμένης κατηγορίας δείχνει ότι τα ακίνητα που μπορούν να εξασφαλίσουν προβλέψιμα έσοδα και ισχυρούς μισθωτές παραμένουν ψηλά στις προτιμήσεις των επενδυτών. Η αγορά, ωστόσο, δεν κινήθηκε αποκλειστικά μέσα από μεγάλα χαρτοφυλάκια. Στις συμφωνίες της περιόδου περιλαμβάνεται και η απόκτηση από εταιρεία συμφερόντων του εφοπλιστή Νικόλα Πατέρα του ιστορικού κτιρίου του Βρετανικού Συμβουλίου στο Κολωνάκι. Πρόκειται για ακίνητο περίπου 1.750 τ.μ., το οποίο πέρασε σε νέα χέρια έναντι αρκετών εκατομμυρίων ευρώ, με τη συναλλαγή να έχει χειριστεί η εταιρεία συμβούλων ακινήτων Αθηναϊκή Οικονομική. Η συμφωνία είναι ενδεικτική του ενδιαφέροντος που εξακολουθούν να συγκεντρώνουν αυτοτελή ακίνητα σε προνομιακές περιοχές της πρωτεύουσας, ιδιαίτερα όταν συνδυάζουν κεντρική θέση, σπανιότητα και δυνατότητα διαφορετικής αξιοποίησης στο μέλλον.

Τα ξενοδοχεία κράτησαν ψηλά τον πήχη

Ο δεύτερος μεγάλος προορισμός των επενδυτικών κεφαλαίων ήταν ο ξενοδοχειακός κλάδος. Σχεδόν 300 εκατ. ευρώ τοποθετήθηκαν σε ξενοδοχειακά ακίνητα, με τη συγκεκριμένη κατηγορία να καταλαμβάνει το 24% της συνολικής αγοράς. Η επίδοση δείχνει ότι η ισχυρή τουριστική δραστηριότητα εξακολουθεί να μεταφράζεται σε επενδυτικό ενδιαφέρον για ακίνητα φιλοξενίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα εξειδικευμένα ξενοδοχειακά επενδυτικά κεφάλαια αποτέλεσαν τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα αγοραστών του εξαμήνου, πραγματοποιώντας επενδύσεις περίπου 300 εκατ. ευρώ. Λιανεμπόριο και ξενοδοχεία έφτασαν έτσι μαζί περίπου στο 1 δισ. ευρώ. Οι δύο κατηγορίες απορρόφησαν το 79% των συνολικών κεφαλαίων, αφήνοντας περίπου το ένα πέμπτο της αγοράς για γραφεία, εγκαταστάσεις εφοδιαστικής αλυσίδας και τις υπόλοιπες χρήσεις.

Η Trastor και τα τρία ακίνητα των 38,6 εκατ. ευρώ

Στα γραφεία, όπου ο συνολικός όγκος επενδύσεων διαμορφώθηκε περίπου στα 140 εκατ. ευρώ, μία από τις μεγαλύτερες κινήσεις ήταν η απόκτηση από την Trastor ΑΕΕΑΠ τριών ακινήτων στο κέντρο της Αθήνας. Η συνολική αξία της συναλλαγής ανήλθε στα 38,6 εκατ. ευρώ. Το μέγεθός της αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν συγκριθεί με το σύνολο των επενδύσεων του κλάδου, καθώς αντιστοιχεί σε περισσότερο από το ένα τέταρτο των κεφαλαίων που τοποθετήθηκαν σε γραφεία μέσα στο εξάμηνο. Η συγκεκριμένη κίνηση εντάσσεται στην ευρύτερη τάση αναζήτησης ποιοτικών κτιρίων σε κεντρικά σημεία της Αθήνας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές γίνονται περισσότερο επιλεκτικοί και στρέφονται σε ακίνητα με προοπτική σταθερών αποδόσεων και δημιουργίας υπεραξίας.

Συνολικά, τα γραφεία συγκέντρωσαν το 11% της επενδυτικής δραστηριότητας. Στους αγοραστές συναντώνται ιδιώτες, οικογενειακά επενδυτικά σχήματα, αλλά και εταιρείες ή οργανισμοί που προχώρησαν σε αποκτήσεις για να στεγάσουν οι ίδιοι τη δραστηριότητά τους. Στην τελευταία αυτή κατηγορία εντάσσεται μία ακόμη από τις συμφωνίες που ξεχώρισαν μέσα στο εξάμηνο. Το κτίριο γραφείων της Ελλάκτωρ στο Χαλάνδρι πωλήθηκε έναντι 18,95 εκατ. ευρώ και προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για τη στέγαση του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά». Η συναλλαγή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή αποτυπώνει μια τάση που γίνεται περισσότερο ορατή στην αγορά επαγγελματικών ακινήτων και αφορά την απόφαση επιχειρήσεων καιο οργανισμών να αποκτούν οι ίδιοι τα κτίρια που χρειάζονται αντί να αναζητούν αποκλειστικά μισθωμένους χώρους.

Οι αγοραστές αυτής της κατηγορίας πραγματοποίησαν συνολικά συναλλαγές περίπου 130 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο, αντιπροσωπεύοντας το 10% της αγοράς. Μόνο οι συμφωνίες της Trastor και του ακινήτου της Ελλάκτωρ φτάνουν αθροιστικά τα 57,55 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 40% των περίπου 140 εκατ. ευρώ που κατευθύνθηκαν συνολικά στα γραφεία, γεγονός που δείχνει πόσο καθοριστικό ρόλο έπαιξαν λίγες επιλεγμένες συναλλαγές και σε αυτό το τμήμα της αγοράς.

Γιατί τα logistics έμειναν στα 90 εκατ. ευρώ

Πιο περιορισμένη εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως η δραστηριότητα στα βιομηχανικά ακίνητα και στις εγκαταστάσεις εφοδιαστικής αλυσίδας. Οι επενδύσεις έφτασαν περίπου τα 90 εκατ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 7% της αγοράς. Ο αριθμός, ωστόσο, δεν αποτυπώνει έλλειψη ενδιαφέροντος. Το αντίθετο. Η ζήτηση για σύγχρονες αποθήκες και εγκαταστάσεις υψηλών προδιαγραφών παραμένει ισχυρή, υποστηριζόμενη από την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου, των υπηρεσιών διανομής και συνολικά της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Αυτό που περιορίζει τις συναλλαγές είναι η έλλειψη επαρκούς ποιοτικού αποθέματος. Με απλά λόγια, υπάρχουν κεφάλαια που αναζητούν σύγχρονα ακίνητα, αλλά δεν υπάρχουν αρκετά διαθέσιμα κτίρια που να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις τους. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετές από τις συναλλαγές που έγιναν στον κλάδο αφορούσαν αγορές για ιδιόχρηση και όχι αμιγώς επενδυτικές τοποθετήσεις. Οι υπόλοιπες κατηγορίες επαγγελματικών ακινήτων περιορίστηκαν περίπου στα 40 εκατ. ευρώ και στο 3% της αγοράς.

Τράπεζες, ξένα κεφάλαια και οικογενειακά επενδυτικά σχήματα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των 1,27 δισ. ευρώ ανάλογα με το προφίλ των αγοραστών. Οι τράπεζες βρέθηκαν στην πρώτη θέση με περίπου 550 εκατ. ευρώ, συγκεντρώνοντας το 42% του συνολικού επενδυτικού όγκου. Ακολουθούν τα εξειδικευμένα ξενοδοχειακά επενδυτικά κεφάλαια με περίπου 300 εκατ. ευρώ και μερίδιο 23%, γεγονός που επιβεβαιώνει τη μεγάλη βαρύτητα που εξακολουθεί να έχει ο ελληνικός τουρισμός στις αποφάσεις των επενδυτών.

Σημαντική ήταν και η παρουσία διεθνών ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, τα οποία τοποθέτησαν περίπου 160 εκατ. ευρώ και απέσπασαν το 12% της αγοράς. Παρά τις γεωπολιτικές και οικονομικές αβεβαιότητες διεθνώς, τα στοιχεία δείχνουν ότι τα ξένα κεφάλαια εξακολουθούν να εξετάζουν ενεργά ευκαιρίες στην Ελλάδα, κυρίως στη φιλοξενία και το λιανεμπόριο.

Περίπου 130 εκατ. ευρώ προήλθαν από εταιρείες και οργανισμούς που απέκτησαν ακίνητα για δική τους χρήση, ενώ ακόμη 110 εκατ. ευρώ τοποθετήθηκαν από ιδιώτες επενδυτές και οικογενειακά επενδυτικά σχήματα, τα οποία είχαν αισθητή παρουσία και στην αγορά γραφείων.

Οι ΑΕΕΑΠ κινήθηκαν πιο επιλεκτικά, με επενδύσεις περίπου 50 εκατ. ευρώ και μερίδιο 4%. Η στρατηγική τους επικεντρώθηκε κυρίως σε ακίνητα εισοδήματος και σε τοποθετήσεις με περισσότερο μακροπρόθεσμο χαρακτήρα.

Η αγορά αλλάζει κριτήρια

Πέρα από τα ποσά και τις επιμέρους συμφωνίες, τα στοιχεία του εξαμήνου αναδεικνύουν και μια βαθύτερη αλλαγή στην αγορά. Οι επενδυτές δεν αναζητούν απλώς διαθέσιμα επαγγελματικά ακίνητα. Δίνουν ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στην ποιότητα του κτιρίου, στην ενεργειακή του απόδοση, στη θέση του, στην αξιοπιστία των μισθωτών και στη δυνατότητα να δημιουργήσει σταθερές ταμειακές ροές. Σύμφωνα με την επικεφαλής της Cushman & Wakefield Proprius στην Ελλάδα, Νίκη Σύμπουρα, η αγορά επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, παρά τη γεωπολιτική αβεβαιότητα και τον περιορισμένο όγκο διαθέσιμων επενδυτικών ακινήτων.

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον ολοένα περισσότερο σε σύγχρονα, βιώσιμα και ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, τα οποία ανταποκρίνονται στις αυξημένες απαιτήσεις τόσο των χρηστών όσο και των επενδυτών. Αυτό είναι και ένα από τα βασικά στοιχήματα για την επόμενη περίοδο. Σε κλάδους όπως τα logistics, όπου η ζήτηση υπάρχει αλλά το κατάλληλο απόθεμα είναι περιορισμένο, η δημιουργία νέων σύγχρονων εγκαταστάσεων μπορεί να απελευθερώσει επενδυτικά κεφάλαια που σήμερα παραμένουν σε αναμονή. Αντίστοιχα, στα γραφεία η μάχη μεταφέρεται στα ποιοτικά και ενεργειακά αποδοτικά κτίρια, ενώ στα ξενοδοχεία η ισχυρή τουριστική ζήτηση εξακολουθεί να δημιουργεί χώρο για νέες επενδύσεις και αλλαγές ιδιοκτησίας.