Βόλτα στη λογοτεχνική Αθήνα άλλων εποχών

Ιστορίες παλαιότερες, μιας Αθήνας τόσο διαφορετικής, αλλά και τόσο όμοιας με τη σημερινή: κοσμοπολίτικη και πνευματική, αλλά πάντα σύγχρονη της εποχής της.

Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

Μέσα από κείμενα, σταχυολογημένα και συνδεδεμένα από το Ιστορικό Αρχείο του ΕΚΠΑ, η παλιά αυτή Αθήνα και οι επιφανείς της κάτοικοι, άλλοτε ως φοιτητές, άλλοτε ως στοχαστές και άλλοτε ως παρατηρητές ζωντανεύουν τις γωνιές του κέντρου της πόλης.

Τα… φλάουτα στη Νεάπολη, οι συναυλίες στα Ολύμπια και οι φοιτητικοί καυγάδες

Ανάμεσα στους λόφους του Στρέφη και του Λυκαβητού, η Νεάπολη. Εκεί, ο Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886), ποιητής και βοτανολόγος, έγραφε γλαφυρά για τους μαθητές της συνοικίας: «Οι περισσότεροι των μαθητών κατοικούν εις την Νεάπολιν, την κατ’ εξοχήν αυτήν συνοικίαν του φλαούτου, διότι οι μαθηταί των Αθηνών έχουν σχεδόν όλοι την μανίαν του μουσικού αυτού οργάνου. Η ζωή των διέρχεται επάνω κάτω τοιουτοτρόπως.

»Το πρωί έκαστος μεταβαίνει εις το συνειθισμένον του μέρος να φάγη το γάλα του το θέρος, το σαλέπι ή τους λοκμάδες τον χειμώνα, και μετά τούτο εισέρχεται εις το διδακτήριον. Την μεσημβρίαν τρέχουν πατώ σε πατάς με εις το διδακτήριον. Ο καλός αυτός άνθρωπος ποτέ δεν ηρνήθη φαγητόν εις μαθητήν περιμένει και τρεις και πέντε μήνας να πληρωθή, ενίοτε και τον αιώνα άπαντα, αλλ’ ούτως ή άλλως πάντοτε κερδίζει. Μετά το γεύμα πάλιν εις τα μαθήματα τρέχουν, και όταν τελειώσουν, ολίγοι εις του Βαρνάβα πάλιν και οι περισσότεροι εις τον άρτον και το τυρίον, τα οποία δεν τους λείπουν από τα δωμάτια».

Με τις γλαφυρές του περιγραφές, ο Ορφανίδης περιέγραψε και τους φοιτητές της Αθήνας: «Το εσπέρας είναι ο καιρός, κατά τον οποίον διακρίνονται οι σπουδάζοντες εις τας Αθήνας από τους διασκεδάζοντας. Τους τελευταίους βλέπεις, άμα δειπνήσαντας, να τρέχουν πρώτον εις τον καφέν, χωρίς τον οποίον φοβούνται μη ο στόμαχός των πάθη μετά τούτον δίδονται εις το σφαιριστήριον και τα χαρτάκια τον χειμώνα, τρέχουν εις τους νυκτερινούς περιπάτους το θέρος ‘προ του μεσονυκτίου δεν πλαγιάζουν συνήθως, το μελετούν όσον ημπορούν, και εξακολουθούν φοιτώντες εις τα διδακτήρια χωρίς αποτέλεσμα».

Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

                                                      Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

Οι περίπατοι των φοιτητών, όπως περιγράφηκαν αργότερα από τον ποιητή Τάκη Σινόπουλο (1917 – 1981), περιελάμβαναν μαθήματα, συναυλίες και παλιατζήδικα, όλα στη γειτονιά γύρω από τα κτίρια του ΕΚΠΑ στο κέντρο μιας πόλης, που αγκάλιαζε τις νεανικές ανησυχίες: «Το 1935 είτανε η πρώτη μου χρονιά στο Πανεπιστήμιο. Από τη μια μεριά η Φυσική, η Χημεία, η Ανατομία, κι’ απ’ την άλλη ένας απέραντος και παράξενος κόσμος. Οι συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας στα “Ολύμπια” με τον Μητρόπουλο, τα υπαίθρια παλιατζίδικα της οδού Ιπποκράτους και της Ασκληπιού, οι παραδόσεις του καθηγητή Τσάτσου στην Νομική Σχολή, η ταραγμένη πολιτική ατμόσφαιρα κι η σκιά του Βενιζέλου πάνω στην Ελλάδα, ο Καρυωτάκης που έδυε, ο Καβάφης που μεσουρανούσε, η γενιά του ’30 κι ο Κοσμάς Πολίτης, ο υπερρεαλισμός και τα κοινωνικά προβλήματα, οι ατέλειωτοι καυγάδες στους φοιτητικούς κύκλους κι οι νεανικές ανησυχίες που έδιναν ιδιαίτερη αίγλη σε πολλά τυχαία και ασήμαντα της καθημερινής ζωής. Ο κόσμος δεν ήταν καθόλου απλός».

Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) έγραφε για τα φοιτητικά χρόνια: «Βρισκόμαστε στα 1934. Στο ανατολικό προαύλιο του Πανεπιστημίου, ίδιο κατάστρωμα καραβιού που απόμεινε ακυβέρνητο, ένα πλήθος αλλοπαρμένο και αλλοσούσσουμο πηγαινοέρχεται. Νέοι με φουντωτό μαλλί τριμμένα παλτά και τσάντες στο χέρι βολτέρνουνε απάνω-κάτω, συζητάνε, χειρονομούνε, φωνάζουνε. Κάποιος πρόχειρος ομιλητής, ανεβασμένος σ’ ένα παγκάκι, έχει αρχίσει να προκαλεί την προσοχή και, μέσα σε λίγα λεπτά, εχθροί και σύμμαχοι έχουνε σχηματίσει γύρω του ομάδες ετοιμοπόλεμες που κοιτάζονται απειλητικά και προχωράνε η μία καταπάνω στην άλλη. Δεν αργεί να δοθεί το σύνθημα. Κάποιος βρίσκεται πάντοτε για να κάνει την αρχή. Τα χέρια δουλεύουνε απανωτά, οι γροθιές πέφτουνε αλύπητα, βλέπεις βιβλία να σκορπάνε χάμου, κουμπιά να τινάζουνται στον αέρα, πατημένες τραγιάσκες στο πλακόστρωτο κάποτε και σταγόνες αίμα».

Ανάλογες εικόνες δίνει για τις αρχές της δεκαετίας του 1920 ο ‘Αγγελος Τερζάκης (1907- 1979): «Εκεί κατά τις έξη η ώρα το βράδυ -βράδυ φθινοπωρινό- η Νομική Σχολή της οδού Σίνα είταν ανάστατη. Κάτω από το κιτρινωπό φως που έριχναν τρία-τέσσερα λαμπιόνια, ένας λαός δαιμόνοι ανάβραζε, βούιζε, ξελαρυγκιαζόταν. Στο βάθος η έδρα, ατέλειωτη σε μάκρος και ψηλή σα σκηνή θεάτρου, έμοιαζε τελευταίο απομεινάρι από κάστρο που ερειπώθηκε ενώ έρχεται ακόμα να θρυμματιστεί πάνω του τ’ αφηνιασμένο πέλαγο των επιδρομέων (…) Έπρεπε να είταν ίσαμε πεντακόσιοι φοιτητές συναγμένοι εκείνο το φθινοπωρινό βράδι του 1922 στη Νομική Σχολή […]. Φωνές, σφυρίγματα, βρόντοι τρανταχτοί, όλα ανάκατα δόνησαν την ατμόσφαιρα, πανδαιμόνιο απίθανο».

Εξεταστική και αγωνία

« 2 Αυγούστου 1921

“Πρόκειται να πάρω πάλι άδεια για να μελετήσω. Αρχίζει πάλι η μέριμνα των εξετάσεων! Και κάνει μία ζέστη!”» έγραφε η ποιήτρια Μαρία Πολυδούρη (1902-1930) στο φοιτητικό της ημερολόγιο.

Οι εξετάσεις αποτέλεσαν πηγή… ανησυχίας για πολλούς διακεκριμένους διανοούμενους, κατά την περίοδο που ήταν φοιτητές. Ο πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης (1904-1995) περιέγραφε για τις τελικές εξετάσεις της Νομικής στα χρόνια του μεσοπολέμου: « […] ο τελοιόφοιτος φοιτητής περνούσε όλα τα μαθήματα μέσα σε μια και μόνη μέρα, πράγμα απάνθρωπο και παράλογο. Από τις 6 το πρωί, καταπονημένος κιόλας από την υπερένταση της μελέτης πολλών ημερών, έως τις 8 ή 9 το βράδυ με μια ελάχιστη μεσημβρινή διακοπή […]».

Η Πολυδούρη έγραφε, επίσης: «Απηλλάγην και από τις εξετάσεις· ένα φορτίο ολόκληρο νομίζω ότι εσηκώθη από το σώμα μου. Μία ανακούφισις, μια ειλικρινής ευχαρίστησις βασιλεύει μέσα μου μολονότι επέτυχα παρά κοινά στις εξετάσεις αυτές. Ένα “αρκετά καλά παιδί μου” του Καθηγητού του Συνταγματικού βουίζει στα αυτιά μου».

Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

Ακόμη και ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) περιέγραφε ότι πέρασε το Ρωμαϊκό Δίκαιο με τη βοήθεια της… μπύρας: «Πάμε στην μπιραρία, να πιούμε, νά ‘έρθουμε στο κέφι να λυθεί η γλώσσα μας […]. […] Με κέφι μεγάλο, με άνεση λίγο αυθάδη, ανακατεύοντας κάθε τόσο λατινικά ρητά, απαντήσαμε, πήγαινε η γλώσσα μας ροδάνι, πήραμε κι οι δύο άριστα».

Τα στέκια

Λίγο πιο κάτω, στην οδό Γραβιάς, ο Τάσος Αθανασιάδης (1913−2006) στα «Τα παιδιά της Νιόβης», έγραφε για τα μέλη της «Αλληλεγγύης», που συναντιούνταν «σε κάποιο λιγοσύχναστο καφενείο στο παραδρόμι της Σόλωνος, την οδό Γραβιάς», ενώ ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) στους «Διαπρεπείς» περιέγραφε τον Σύλλογο Νομικών Πανεπιστημιακών Διαλέξεων, όπου «είκοσι φοιτητάκια» μετά το τέλος της συνεδρίασης, έβγαιναν «με πρόσωπο φωτισμένο από τις υπεριώδεις ακτίνες της Επιστήμης» και πήγαιναν «να τα κοπανήσουν» «σε κανένα βρωμερό ταβερνείο του Μεταξουργείου».

Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

Αθήνα, ©ΑΠΕ-ΜΠΕ / ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΚΠΑ

Τελευταία στάση, η φοιτητική Λέσχη της οδού Πειραιώς. Ο Αναστάσιος Π. Χριστοφιλόπουλος έγραφε: «Το 1929 ήμουν δευτεροετής φοιτητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όταν πληροφορήθηκα ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εξελέγη υφηγητής της Κοινωνιολογίας. Η είδηση με χαροποίησε, όπως και τη λοιπή συντροφιά μας, που συνεδρίαζε τότε στην παλαιά Φοιτητική Λέσχη, οδός Πειραιώς 29, και της οποίας ειρήσθω εν παρόδω, τακτικό μέλος ήταν και ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης, μετέπειτα Οδυσσέας Ελύτης».

Και η Ντόρα Ρωζέττη (1908-1989) έγραφε στο μυθιστόρημά της: «Στη Φοιτητική Λέσχη. Τ’ απόγεμα είναι η πραγματική νεολαία εδώ. Οι πρωτάρηδες φοιτητές με τις μαγκούρες, οι φοιτήτριες οι φεμινίζουσες. Τις παρακολουθώ που παίζουν σκάκι ή ντόμινο, και με τι πείσμα, διάολε! Δυο τρεις, οι συνηθισμένοι πάντα, κάθουνται στο πιάνο. Κομμάτια που τα παίζει και η ρομβία. Μα εδώ έχουν πιότερο γούστο.[…] Φεύγω μαζί με τους τελευταίους… θαμώνες.[…] Αφήνω με θλίψη το χτίριο της οδού Πειραιώς. Η Λέσχη έχει τόσο δεθεί με τη φοιτητική ζωή μου».

Βιβλιογραφία

1. Θεόδωρος Ορφανίδης, Τα ‘Απαντα, Εκδοτικός Οίκος Γεωργίου Φέξη, Εν Αθήναις 1915, δ. 296. «Η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι»
2. Μιχάλης Πιερής, Ο χώρος και τα χρόνια του Τάκη Σινόπουλου 1917-1981. Σχεδίασμα βιο-εργογραφίας, Ερμής 1988, σ. 19.
3. Οδυσσέας Ελύτης, «Το χρονικό μιας δεκαετίας»
4. ‘Αγγελος Τερζάκης, Απρίλης, Το βιβλίο του γιου μου, Δ Έκδοση Αναθεωρημένη, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986, σ. 66, 69-70.
5. Μαρία Πολυδούρη, «Ζωή με παραφορά…». Αθηναϊκό ημερολόγιο 1921-1922, 1925, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2005, σ. 18, 28-29, 46.
6. Θανάσης Πετσάλης Διομήδης, Διαφάνειες. Ο μεσοπόλεμος. Ο δεύτερος τόμος της ζωής μου, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1985, σ.171-172
7. Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο, εκδόσεις Καζαντζάκη, Αθήνα 1982, σ.155-156
8. Τάσος Αθανασιάδης, «Τα παιδιά της Νιόβης»
9. Μ. Καραγάτσης, «Οι διαπρεπείς», Νέα Εστία, τομ. 22 (1937), σ. 1850-1851
10. Αναστάσιος Π. Χριστοφιλόπουλος, «Παναγιώτης Κανελλόπουλος», Νέα Εστία, τομ. 140 (1996), σ. 53-54
11. ΝΤΟΡΑ ΡΩΖΕΤΤΗ, Η ερωμένη της

*Τα κείμενα παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο εκδήλωσης του Ιστορικού Αρχείου ΕΚΠΑ, με τίτλο: «Λογοτεχνική περιδιάβαση στην ιστορία του ΕΚΠΑ» με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 189 χρόνων από την ίδρυσή του