Οι πρόσφατες επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν δεν φαίνεται να έχουν προκαλέσει καθοριστική νέα ζημιά στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, σύμφωνα με εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, αναφέρει το Reuters, που επικαλείται πηγές με γνώση του θέματος.
Παρά τους συνεχείς και σφοδρούς βομβαρδισμούς, το χρονικό διάστημα που θα χρειαζόταν το Ιράν για να κατασκευάσει πυρηνικό όπλο, εφόσον η πολιτική του ηγεσία αποφάσιζε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, παραμένει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι η Τεχεράνη θα χρειαζόταν περίπου εννέα μήνες έως έναν χρόνο για να φτάσει σε αυτό το σημείο.
Η εκτίμηση αυτή είναι ουσιαστικά ίδια με εκείνη που είχε διαμορφωθεί μετά τις προηγούμενες επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ, όταν οι αναλυτές των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών είχαν υπολογίσει ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα είχε καθυστερήσει έως και έναν χρόνο. Το γεγονός ότι το χρονοδιάγραμμα δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά, παρά τη νέα στρατιωτική κλιμάκωση, δείχνει ότι οι τελευταίες επιχειρήσεις δεν έπληξαν τον πυρήνα των δυνατοτήτων του Ιράν στον τομέα του εμπλουτισμού ουρανίου.
Οι ΗΠΑ απέφυγαν την άμεση στόχευση πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν, μερικά πλήγματα από Ισραήλ
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, οι πρόσφατες επιθέσεις που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου επικεντρώθηκαν κυρίως σε συμβατικούς στρατιωτικούς στόχους. Οι ΗΠΑ φέρονται να απέφυγαν σε μεγάλο βαθμό την άμεση στόχευση πυρηνικών εγκαταστάσεων, ενώ το Ισραήλ έχει πλήξει ορισμένες εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμα. Ωστόσο, οι ζημιές αυτές δεν φαίνεται να ήταν αρκετές ώστε να αλλάξουν ουσιαστικά την αξιολόγηση για τις δυνατότητες της Τεχεράνης.
Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι τα πλήγματα κατά συμβατικών στρατιωτικών υποδομών, της αεράμυνας και της στρατιωτικοβιομηχανικής βάσης του Ιράν έχουν δυσκολέψει την πορεία της χώρας προς την απόκτηση πυρηνικού όπλου. Κατά την άποψή τους, η αποδυνάμωση των αμυντικών δυνατοτήτων του Ιράν περιορίζει την ικανότητά του να προστατεύσει τις πυρηνικές του εγκαταστάσεις, εάν αποφάσιζε στο μέλλον να επιταχύνει την παραγωγή πυρηνικού όπλου.
Ωστόσο, η εικόνα που προκύπτει από τις υπηρεσίες πληροφοριών είναι πιο σύνθετη. Το βασικό πρόβλημα παραμένει το απόθεμα ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που εξακολουθεί να κατέχει η Τεχεράνη. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), δεν έχει καταστεί δυνατό να επαληθευτεί η τύχη περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60%, μετά την αναστολή των επιθεωρήσεων.
Το συγκεκριμένο απόθεμα θεωρείται κρίσιμο, καθώς, εάν εμπλουτιστεί περαιτέρω, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή πυρηνικών όπλων. Ο ΙΑΕΑ έχει εκτιμήσει ότι η ποσότητα αυτή θα ήταν θεωρητικά αρκετή για την παραγωγή υλικού που αντιστοιχεί σε πολλαπλές πυρηνικές βόμβες, υπό την προϋπόθεση ότι θα περάσει από επιπλέον στάδια εμπλουτισμού.
Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο υλικό δεν έχει εντοπιστεί ή καταστραφεί είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών δεν έχουν αλλάξει σημαντικά. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, η ουσιαστική καθυστέρηση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος θα απαιτούσε είτε την καταστροφή είτε την απομάκρυνση αυτού του αποθέματος.
Πριν από τις επιθέσεις του Ιουνίου, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούσαν ότι το Ιράν θα μπορούσε να παραγάγει επαρκές υλικό για πυρηνικό όπλο και να κατασκευάσει βόμβα μέσα σε περίπου τρεις έως έξι μήνες. Μετά τα πλήγματα σε πυρηνικά συγκροτήματα όπως το Νατάνζ, το Φόρντοου και το Ισφαχάν, το χρονοδιάγραμμα αυτό μετατοπίστηκε σε περίπου εννέα μήνες έως έναν χρόνο.
Παρότι οι επιθέσεις εκείνες κατέστρεψαν ή προκάλεσαν σοβαρές ζημιές σε γνωστές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, δεν εξάλειψαν πλήρως τις δυνατότητες του Ιράν. Το μεγαλύτερο ερώτημα παραμένει πού βρίσκεται το εναπομείναν υλικό και κατά πόσο είναι προστατευμένο σε υπόγειες εγκαταστάσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να πληγούν ακόμη και με προηγμένα αμερικανικά πυρομαχικά.
Ο Έρικ Μπρούερ, πρώην ανώτερος αναλυτής των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και ειδικός σε ζητήματα πυρηνικής διάδοσης, εκτίμησε ότι δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως οι αξιολογήσεις παραμένουν αμετάβλητες. Όπως ανέφερε, οι πρόσφατες αμερικανικές επιδρομές δεν είχαν ως προτεραιότητα την καταστροφή πυρηνικών στόχων, ενώ το Ιράν φαίνεται να εξακολουθεί να διαθέτει το πυρηνικό του υλικό.
Παράλληλα, στις ΗΠΑ εξετάστηκαν, σύμφωνα με πληροφορίες, ακόμη πιο επικίνδυνα σενάρια, όπως χερσαίες επιχειρήσεις με στόχο την ανάκτηση αποθεμάτων ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού που πιστεύεται ότι βρίσκονται στο Ισφαχάν. Τέτοιες επιλογές, όμως, θα ενείχαν μεγάλο στρατιωτικό και πολιτικό ρίσκο.
Οι ΗΠΑ επιμένουν ότι ο βασικός στόχος να μην αποκτήσει το Ιράν πυρηνικά όπλα
Η Ουάσιγκτον επιμένει ότι βασικός στόχος της παραμένει να μην αποκτήσει ποτέ το Ιράν πυρηνικά όπλα. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να φτάσει σε τέτοια δυνατότητα.
Από την πλευρά του, το Ιράν αρνείται σταθερά ότι επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και ο IAEAέχουν αναφέρει ότι η Τεχεράνη σταμάτησε οργανωμένη προσπάθεια ανάπτυξης πυρηνικής κεφαλής το 2003. Ωστόσο, το Ισραήλ και ορισμένοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι το Ιράν διατήρησε κρίσιμη τεχνογνωσία και στοιχεία του προγράμματος.
Ένας ακόμη παράγοντας αβεβαιότητας είναι οι δολοφονίες κορυφαίων Ιρανών πυρηνικών επιστημόνων από το Ισραήλ. Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι οι ενέργειες αυτές μπορεί να έχουν πλήξει την τεχνογνωσία της Τεχεράνης και να έχουν καθυστερήσει περισσότερο απ’ όσο δείχνουν οι επίσημες εκτιμήσεις την ικανότητά της να κατασκευάσει λειτουργικό πυρηνικό όπλο.
Παρά ταύτα, η συνολική εικόνα παραμένει ανησυχητική για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους. Οι βομβαρδισμοί φαίνεται πως αποδυνάμωσαν μέρος της στρατιωτικής υποδομής του Ιράν, αλλά δεν εξάλειψαν τον βασικό πυρηνικό κίνδυνο. Το πρόγραμμα της Τεχεράνης μπορεί να έχει υποστεί ζημιές, όμως δεν φαίνεται να έχει τεθεί εκτός λειτουργίας.