Γερμανία: Φορολογική μαύρη τρύπα 52 δισ. τραντάζει τη συγκυβέρνηση Μερτς

Οι εσωτερικές τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό και η πτώση Μερτς στις δημοσκοπήσεις στη Γερμανία. Οικονομικές και δημοσιονομικές πιέσεις

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς © EPA/ANDRE COELHO

Έναν χρόνο μετά την ανάληψη της καγκελαρίας στη Γερμανία, ο Φρίντριχ Μερτς βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ολοένα πιο σύνθετη πολιτική και οικονομική πραγματικότητα.

Οι υποσχέσεις για οικονομική επανεκκίνηση και ισχυρότερη γερμανική ηγεσία στην Ευρώπη συγκρούονται πλέον με εσωτερικές κρίσεις που εντείνουν τις πολιτικές πιέσεις στον κυβερνητικό συνασπισμό, κοινωνική δυσαρέσκεια και διεθνείς αναταράξεις.

Στο μέτωπο της της πραγματικής οικονομιας και των δημοσιονομικών η Γερμανία βρίσκεται ήδη στα σχοινιά.

Γερμανία: Πλήγμα στη βιομηχανική παραγωγή

Η γερμανική μεταποίηση κατέγραψε νέα απρόσμενη πτώση τον Μάρτιο, εντείνοντας τις ανησυχίες για την πορεία της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης. Η κρίση στη Μέση Ανατολή, οι ενεργειακές πιέσεις και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού επιβαρύνουν τη βιομηχανική δραστηριότητα και δοκιμάζουν τις αντοχές του Βερολίνου.

Η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία μειώθηκε κατά 0,7% σε σύγκριση με τον Φεβρουάριο, σημειώνοντας δεύτερη διαδοχική μηνιαία υποχώρηση.

Η περιορισμένη διαθεσιμότητα ενέργειας, πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών επηρέασε σημαντικά τη γερμανική βιομηχανία, η οποία παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη από τις εισαγωγές και τη σταθερότητα του διεθνούς εμπορίου.

Το παρατεταμένο ράλι στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αύξησε περαιτέρω το λειτουργικό κόστος για τις επιχειρήσεις, ενώ η αβεβαιότητα γύρω από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης συνεχίζει να επιβαρύνει το επιχειρηματικό κλίμα.

Παράλληλα, τα διαθέσιμα στοιχεία αφορούν μόνο τον πρώτο μήνα της σύγκρουσης, γεγονός που ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι οι επιπτώσεις ενδέχεται να αποδειχθούν ακόμη πιο έντονες τους επόμενους μήνες.

Αμφιβολίες σε εξαγωγές και ανάπτυξη στη Γερμανία

Στο μέτωπο του εξωτερικού εμπορίου, οι γερμανικές εξαγωγές παρουσίασαν οριακή αύξηση 0,5%, ωστόσο οι εισαγωγές αυξήθηκαν αισθητά περισσότερο, κατά 5,1%, κυρίως λόγω της ενίσχυσης των εισαγωγών προϊόντων από την Κίνα.

Παρότι η γερμανική οικονομία κατέγραψε ανάπτυξη 0,3% στο πρώτο τρίμηνο, οι τελευταίες εξελίξεις θέτουν υπό αμφισβήτηση τον στόχο του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς να μετατρέψει το 2026 σε «έτος ανάπτυξης».

Η κυβέρνηση έχει ήδη αναθεωρήσει προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την οικονομική ανάπτυξη, εκτιμώντας πλέον ότι το ΑΕΠ θα αυξηθεί μόλις κατά 0,5% φέτος. Η αναθεώρηση αυτή ήρθε παρά τη σημαντική αύξηση των δημόσιων δαπανών για υποδομές και άμυνα, που θεωρητικά θα έπρεπε να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα.

Η επιβράδυνση της βιομηχανίας εντείνει επίσης τις πολιτικές πιέσεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, καθώς αυξάνονται οι διαφωνίες για τη δημοσιονομική πολιτική, την ενέργεια και τη στήριξη της οικονομίας απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.

Φορο-τρύπα 50 δισ. στη Γερμανία, νέα δημοσιονομική πίεση

Στο δημοσιονομικό μέτωπο η Γερμανία αναμένει σημαντική μείωση στα φορολογικά της έσοδα έως το 2030, με την κυβέρνηση να αποδίδει την επιδείνωση των δημοσιονομικών προοπτικών στον πόλεμο στο Ιράν και στο νέο κύμα ενεργειακής αστάθειας που επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία.

Σύμφωνα με το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών, τα ομοσπονδιακά φορολογικά έσοδα προβλέπεται να είναι μειωμένα κατά περισσότερα από 52 δισ. ευρώ έως το 2030 σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις που είχαν δημοσιοποιηθεί τον περασμένο Οκτώβριο.

Για το 2026, η κυβέρνηση εκτιμά ότι τα φορολογικά έσοδα θα διαμορφωθούν στα 382,1 δισ. ευρώ, ποσό χαμηλότερο κατά 9,9 δισ. ευρώ σε σχέση με τις προηγούμενες προβλέψεις.

Όπως μεταδίδει το Bloomberg, o υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ συνέδεσε ευθέως την επιδείνωση της οικονομικής εικόνας με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις τους στις τιμές της ενέργειας.

Φρίντριχ Μερτς και Λαρς Κλινγκμπάιλ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Φρίντριχ Μερτς και Λαρς Κλινγκμπάιλ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Η Γερμανία και το κόστος του ενεργειακού σοκ

«Η σημερινή πρόβλεψη για τα φορολογικά έσοδα δείχνει πόσο έντονα μας επηρεάζει οικονομικά ο πόλεμος στο Ιράν», δήλωσε ο Κλίνγκμπαϊλ, υποστηρίζοντας ότι η σύγκρουση και το νέο σοκ στις διεθνείς αγορές ενέργειας επιβραδύνουν την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.

Οι αναθεωρημένες εκτιμήσεις αυξάνουν την πίεση προς την κυβέρνηση του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, η οποία ήδη καλείται να αντιμετωπίσει χαμηλή ανάπτυξη, διευρυνόμενα δημοσιονομικά κενά και ανάγκη μεταρρυθμίσεων στο κοινωνικό κράτος.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χρηματοδοτικό έλλειμμα περίπου 30 δισ. ευρώ για το 2028, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει σε περικοπές δαπανών και νέες μεταρρυθμίσεις.

Οι τελευταίες προβλέψεις βασίζονται σε εκτίμηση ανάπτυξης μόλις 0,5% για το 2026 και 1% για το 2027, επίπεδα αισθητά χαμηλότερα από τις προηγούμενες προβλέψεις.

Εκτίναξη δανεισμού και νέα χρέη με δημοσιονομικές προσαρμογές

ΠαράλλαλγΗ Γερμανία εισέρχεται σε νέα περίοδο έντονου δανεισμού και αυξημένων στρατιωτικών δαπανών, επιχειρώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στις γεωπολιτικές πιέσεις, την ασθενική ανάπτυξη και τα διογκούμενα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το Βερολίνο αναζητά παράλληλα νέα φορολογικά έσοδα και περικοπές δαπανών.

Η γερμανική κυβέρνηση προετοιμάζει έναν από τους μεγαλύτερους κύκλους δανεισμού της μεταπολεμικής περιόδου, με το ύψος του νέου χρέους για το 2027 να φθάνει τα 196,5 δισ. ευρώ. Το σχέδιο παρουσιάστηκε από τον αντικαγκελάριο και υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου και σηματοδοτεί σαφή αλλαγή κατεύθυνσης στη δημοσιονομική πολιτική της χώρας.

Από το συνολικό ποσό, περίπου 110,8 δισ. ευρώ θα αντληθούν μέσω του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ενώ τα υπόλοιπα θα διοχετευθούν μέσω ειδικών ταμείων για την ενίσχυση της Bundeswehr και τον εκσυγχρονισμό κρίσιμων υποδομών. Το επίπεδο αυτό δανεισμού συγκρίνεται μόνο με την περίοδο της πανδημίας Covid-19, γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος των πιέσεων που αντιμετωπίζει η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.

Γερμανία: Ραγδαία άνοδος στις αμυντικές δαπάνες

Κεντρικός άξονας του νέου προϋπολογισμού είναι η σημαντική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών. Η Γερμανία σχεδιάζει να διαθέσει 105,8 δισ. ευρώ για την άμυνα το 2027, έναντι 82,7 δισ. ευρώ φέτος, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 28%.

Αν προστεθούν οι δαπάνες για πολιτική προστασία, υπηρεσίες πληροφοριών και στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία, το συνολικό ποσό ανέρχεται στα 125 δισ. ευρώ. Μόνο για το Κίεβο προβλέπεται χρηματοδότηση 11,6 δισ. ευρώ την επόμενη χρονιά.

Η επιλογή αυτή αντανακλά τη βαθύτερη γεωπολιτική μετατόπιση που συντελείται στην Ευρώπη μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον. Το Βερολίνο επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο του ως βασικού πυλώνα ασφαλείας στην Ευρώπη, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται εγκατάλειψη της παραδοσιακής δημοσιονομικής πειθαρχίας.

τεθωρακισμενο leopard

Εργοστάσιο κατασκευής τεθωρακισμένων Leopard στη Γερμανία © EPA/RONALD WITTEK

Αυξανόμενο κόστος δανεισμού και οικονομικές πιέσεις

Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από αυξανόμενο οικονομικό κόστος. Οι δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους εκτιμάται ότι θα αυξηθούν θεαματικά έως το τέλος της δεκαετίας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, οι τόκοι θα φθάσουν τα 79 δισ. ευρώ έως το 2030, από περίπου 43 δισ. ευρώ το 2027.

Η άνοδος των επιτοκίων και οι διευρυμένες χρηματοδοτικές ανάγκες περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια της κυβέρνησης, την ώρα που η γερμανική οικονομία εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης. Η πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026 έχει ήδη περιοριστεί στο 0,5%, εν μέσω γεωπολιτικής αβεβαιότητας και αναταράξεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Παρά τις πιέσεις, ο Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ξεκαθάρισε ότι η κυβέρνηση δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει την επεκτατική πολιτική. Οι συνολικές ομοσπονδιακές δαπάνες αναμένεται να αυξηθούν κατά 3,6%, αγγίζοντας τα 543,3 δισ. ευρώ.

Φόροι, περικοπές και πολιτικές αντιδράσεις στη Γερμανία

Για να περιοριστεί το δημοσιονομικό κενό, το οποίο εκτιμάται στα 20 δισ. ευρώ για το 2027, η κυβέρνηση προωθεί ένα μείγμα νέων φόρων και περικοπών. Προβλέπονται μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα με εξοικονόμηση 4 δισ. ευρώ, αλλαγές στη χρηματοδότηση της υγείας ύψους 2 δισ. ευρώ, καθώς και οριζόντιες περικοπές 1% στα περισσότερα υπουργεία.

Παράλληλα, εξετάζονται νέοι φόροι σε πλαστικά και ζάχαρη, αυξήσεις στη φορολογία καπνού και αλκοόλ, αλλά και αυστηρότερο πλαίσιο φορολόγησης για τα κρυπτονομίσματα.

Η στρατηγική αυτή έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και οικονομικά ινστιτούτα, που αμφισβητούν τη βιωσιμότητα των προβλέψεων. Παρά τις εξαγγελίες, η κυβέρνηση παραδέχεται ότι παραμένει δημοσιονομικό κενό περίπου 30 δισ. ευρώ για το 2028, γεγονός που προμηνύει νέες πολιτικές συγκρούσεις και δύσκολες αποφάσεις τα επόμενα χρόνια.

Η Γερμανία χάνει ύψος στις Βρυξέλλες, καθώς πιέζεται η κυβέρνηση Μερτς

Η πολιτική αδυναμία της κυβέρνησης του Φρίντριχ Μερτς προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στις Βρυξέλλες, καθώς η πτώση της δημοτικότητάς του και οι τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό επηρεάζουν τη δυνατότητα της Γερμανίας να καθοδηγεί κρίσιμες ευρωπαϊκές πολιτικές.

Η πτώση των ποσοστών του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, σε συνδυασμό με τις εντάσεις στο εσωτερικό του κυβερνητικού συνασπισμού, περιορίζουν ολοένα και περισσότερο την ικανότητα του Βερολίνου να επηρεάζει τις εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό υποστηρίζουν τρεις Ευρωπαίοι διπλωμάτες, οι οποίοι μίλησαν στο Playbook υπό καθεστώς ανωνυμίας λόγω της ευαισθησίας των συζητήσεων.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η έλλειψη σαφών πολιτικών οδηγιών από το Βερολίνο έχει δημιουργήσει κενό ακόμη και σε τεχνικό επίπεδο διαπραγματεύσεων. Γερμανοί αξιωματούχοι που συμμετέχουν σε ομάδες εργασίας της ΕΕ εμφανίζονται χωρίς συγκεκριμένες εντολές ή επίσημες θέσεις για σημαντικούς φακέλους πολιτικής.

Ένας από τους διπλωμάτες σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «η γερμανική αντιπροσωπεία συχνά δεν έχει τίποτα να πει, επειδή δεν υπάρχουν οδηγίες από το Βερολίνο».

μερτσ λαιεν

Φρίντριχ Μερτς, Καγκελάριος Γερμανίας και Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν, πρόεδρος Κομισιόν © EPA/OLIVIER HOSLET / POOL

Γερμανία και καθυστερήσεις σε κρίσιμους ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες

Η κατάσταση αυτή, σύμφωνα με τους διπλωμάτες, επιβραδύνει την πρόοδο σε σειρά σημαντικών ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι νέες ρυθμίσεις για τα προϊόντα καπνού, αλλά και η προσπάθεια απλοποίησης των κανόνων για την τεχνητή νοημοσύνη.

Παράλληλα, προβλήματα καταγράφονται και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι διαφωνίες ανάμεσα στους Χριστιανοδημοκράτες του Μερτς και τους Σοσιαλδημοκράτες εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού έχουν καθυστερήσει ακόμη και την υιοθέτηση της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών.

«Το Βερολίνο μπορεί να διαμαρτύρεται για εμπλοκές στο Κοινοβούλιο, αλλά ενδέχεται το πρόβλημα να προκαλείται από τους ίδιους τους Γερμανούς ευρωβουλευτές», σχολίασε ένας από τους Ευρωπαίους διπλωμάτες.

Η βιομηχανική πολιτική και οι φόβοι για την ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας

Παρά τις δυσκολίες, η Γερμανία συνεχίζει να προωθεί ορισμένες φιλόδοξες ευρωπαϊκές θέσεις. Μεταξύ αυτών βρίσκεται και η πρόταση για περιορισμό του δικαιώματος βέτο στην εξωτερική πολιτική της ΕΕ.

Ωστόσο, οι οικονομικές πιέσεις στο εσωτερικό της χώρας καθιστούν πιο περίπλοκη τη στάση του Βερολίνου. Το νέο Industrial Accelerator Act της ΕΕ, που αποσκοπεί στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας μέσω στήριξης εγχώριων κατασκευαστών πράσινων τεχνολογιών — όπως ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά και μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων — προκαλεί επιφυλάξεις στη γερμανική βιομηχανία.

Γερμανικές εξαγωγικές επιχειρήσεις φοβούνται ότι η πιο επιθετική ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική απέναντι στην Κίνα θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντίποινα και περιορισμό της πρόσβασης στις ξένες αγορές.

Τα στοιχεία ενισχύουν την ανησυχία. Η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία έχει μειωθεί σχεδόν κατά 10% από την έναρξη της πανδημίας, ενώ περίπου 10.000 θέσεις εργασίας χάνονται κάθε μήνα κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.

Οι αμφιβολίες για την εποχή Μερτς

Παρά το γεγονός ότι αρκετοί διπλωμάτες θεωρούν πως η κατάσταση παραμένει καλύτερη σε σχέση με την περίοδο του πρώην καγκελάριου Όλαφ Σολτς, οι αρχικές προσδοκίες για μια ισχυρότερη γερμανική παρουσία στην Ευρώπη επί Μερτς φαίνεται να εξασθενούν.

Κατά τη διάρκεια πρόσφατης δημόσιας εμφάνισής του στο Βερολίνο, ο καγκελάριος βρέθηκε αντιμέτωπος περισσότερο με ερωτήματα για τη σταθερότητα της κυβέρνησής του παρά για το περιεχόμενο των μεταρρυθμίσεων που προωθεί. Η χαρακτηριστική δήλωσή του ότι «κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα» αποτύπωσε το κλίμα αβεβαιότητας που επικρατεί πλέον στη γερμανική πολιτική σκηνή.

Παράλληλα, η άνοδος της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) δημιουργεί νέα πολιτικά δεδομένα. Σε ορισμένες δημοσκοπήσεις, το κόμμα καταγράφει ποσοστά υψηλότερα από το μπλοκ των Χριστιανοδημοκρατών του Μερτς, κυρίως στα ανατολικά κρατίδια, όπου η δυσπιστία απέναντι στο πολιτικό σύστημα είναι εντονότερη.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση του ZDF-Politbarometer, η δημοτικότητα του Μερτς περιορίζεται μόλις στο 30%, ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από εκείνο που κατέγραφαν η Άνγκελα Μέρκελ και ο Όλαφ Σολτς στο αντίστοιχο στάδιο της θητείας τους. Ακόμη πιο αρνητική είναι η εικόνα για την κυβέρνηση συνεργασίας, καθώς έρευνα του ινστιτούτου Forsa δείχνει ότι το 87% των Γερμανών δηλώνει δυσαρεστημένο από τη λειτουργία του συνασπισμού.

ΤΡΑΜΠ ΜΕΡΤΣ

Ντόναλντ Τραμπ και Φρίντριχ Μερτς © EPA/SAMUEL CORUM/POOL

Οι διεθνείς κρίσεις πιέζουν τη Γερμανία

Το εξωτερικό περιβάλλον επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη θέση του καγκελάριου, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στο διεθνές προσκήνιο και η σκληρότερη αμερικανική στάση σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής έχουν ανατρέψει τις ισορροπίες στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης.

Ο πόλεμος με το Ιράν και οι γεωπολιτικές εντάσεις περιόρισαν τον ρόλο της Ευρώπης στις διεθνείς εξελίξεις, ενώ η Γερμανία εμφανίζεται χωρίς σαφή στρατηγική επιρροής. Ο Μερτς, που ανήκει στη γενιά των πολιτικών με έντονο διατλαντικό προσανατολισμό, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στο νέο πλαίσιο.

Οι δημόσιες επικρίσεις του προς την Ουάσινγκτον προκάλεσαν ένταση με τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος απείλησε με νέους δασμούς στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και μείωση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γερμανία.

Εσωτερικές συγκρούσεις και πολιτική φθορά Μερτς

Την ίδια στιγμή, ο κυβερνητικός συνασπισμός με τους Σοσιαλδημοκράτες παραμένει εύθραυστος. Διαφωνίες για την ενεργειακή πολιτική, την ακρίβεια και τις κοινωνικές δαπάνες προκαλούν συνεχείς καθυστερήσεις και πολιτικές τριβές.

Σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικούς κύκλους, οι σχέσεις του Μερτς με κορυφαία στελέχη των Σοσιαλδημοκρατών είναι συχνά τεταμένες, ενισχύοντας την εικόνα μιας κυβέρνησης που δυσκολεύεται να λειτουργήσει συντονισμένα.

Παρά τις πιέσεις, ο καγκελάριος επιμένει στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων, δίνοντας έμφαση στο φορολογικό, το συνταξιοδοτικό και το σύστημα υγείας. Ωστόσο, το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν διαθέτει τον πολιτικό χρόνο και την απαραίτητη στήριξη για να εφαρμόσει το σχέδιό του.

Η πορεία του πρώτου χρόνου δείχνει ότι οι πολιτικές φιλοδοξίες του Φρίντριχ Μερτς συγκρούονται με μια εξαιρετικά ασταθή διεθνή και εσωτερική πραγματικότητα, σε μια περίοδο όπου οι παραδοσιακές ισορροπίες στην Ευρώπη και τη Γερμανία μεταβάλλονται ραγδαία.