Συνάντηση Τραμπ-Σι Τζινπίνγκ: Πόσο κρίσιμη είναι για τον πλανήτη, τα μεγάλα ερωτήματα

Η σύνοδος κορυφής στο Πεκίνο αναμένεται να καθορίσει το μέλλον των σχέσεων ΗΠΑ & Κίνας, σε εμπόριο, τεχνολογία, ενέργεια και γεωπολιτική

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ © EPA/ROMAN PILIPEY

Η επικείμενη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Κίνα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες διπλωματικές επαφές των τελευταίων ετών, καθώς ΗΠΑ και Κίνα επιχειρούν να διαχειριστούν ταυτόχρονα εμπορικές συγκρούσεις, γεωπολιτικές εντάσεις και την παγκόσμια ενεργειακή κρίση.

Η σύνοδος κορυφής ανάμεσα στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και τον Κινέζο ηγέτη Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη διμερή συνάντηση υψηλού επιπέδου. Αντιθέτως, αντιμετωπίζεται ως μια κρίσιμη δοκιμασία που ενδέχεται να καθορίσει τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες υπερδυνάμεις για πολλά χρόνια, αν και ορισμένοι διεθνείς αναλυτές κρατούν μικρό καλάθι για συγκεκριμένες συμφωνίες.

Για μήνες, οι σχέσεις Ουάσιγκτον – Πεκίνου δεν βρίσκονταν στο επίκεντρο της αμερικανικής ατζέντας. Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε στρέψει την προσοχή του στον πόλεμο με το Ιράν, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο δυτικό ημισφαίριο και στις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η επίσκεψη στο Πεκίνο αλλάζει τα δεδομένα.

Το μέλλον του παγκόσμιου εμπορίου, η κλιμακούμενη ένταση γύρω από την Ταϊβάν, η ενεργειακή ασφάλεια και ο αγώνας κυριαρχίας στην τεχνητή νοημοσύνη και στους ημιαγωγούς βρίσκονται πλέον στο τραπέζι των συνομιλιών, αναφέρουν αναλυτές στο BBC.

Παρότι ο εμπορικός πόλεμος με τις ΗΠΑ και η κρίση στη Μέση Ανατολή δημιουργούν σημαντικές πιέσεις στην κινεζική οικονομία, το Πεκίνο θεωρεί ότι πολιτικά και γεωστρατηγικά διαθέτει ισχυρά διαπραγματευτικά χαρτιά απέναντι στην Ουάσιγκτον.

Κίνα και Ιράν: Το Πεκίνο ως πιθανός διαμεσολαβητής

Η Κίνα επιχειρεί το τελευταίο διάστημα να εμφανιστεί ως παράγοντας σταθερότητας στη Μέση Ανατολή, καθώς ο πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ, το Ισραήλ και το Ιράν εισέρχεται στον τρίτο μήνα του.

Το Πεκίνο, σε συνεργασία με το Πακιστάν, έχει παρουσιάσει σχέδιο πέντε σημείων για την επίτευξη κατάπαυσης του πυρός και την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ. Παράλληλα, σύμφωνα με διπλωματικές πληροφορίες, Κινέζοι αξιωματούχοι πιέζουν διακριτικά την Τεχεράνη να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ.

Η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει ήδη επιβράδυνση της ανάπτυξης και αυξημένη ανεργία. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου έχει αυξήσει σημαντικά το κόστος παραγωγής για βιομηχανίες που εξαρτώνται από πετροχημικά προϊόντα, από τα υφάσματα έως τα πλαστικά. Για ορισμένες κινεζικές επιχειρήσεις, το κόστος παραγωγής έχει αυξηθεί έως και 20%.

Παρά τα μεγάλα ενεργειακά αποθέματα της Κίνας και την ισχυρή της θέση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα ηλεκτρικά οχήματα, μια παρατεταμένη κρίση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να πλήξει σοβαρά ένα οικονομικό μοντέλο που βασίζεται στις εξαγωγές.

Το ταξίδι του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, στο Πεκίνο θεωρήθηκε σαφές μήνυμα για την επιρροή που διαθέτει η Κίνα στην περιοχή. Η Ουάσιγκτον παρακολουθεί στενά αυτές τις επαφές, με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να δηλώνει ότι ελπίζει το Πεκίνο να πιέσει το Ιράν ώστε να επαναλειτουργήσει το Στενό του Ορμούζ.

Αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική κυβέρνηση αναγνωρίζει πλέον πως η Κίνα μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε μια ενδεχόμενη συμφωνία με την Τεχεράνη.

Κίνα και Ταϊβάν: Το πιο επικίνδυνο μέτωπο

Παράλληλα με τη Μέση Ανατολή, το ζήτημα της Ταϊβάν παραμένει η σοβαρότερη γεωπολιτική εστία έντασης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.

Τον περασμένο Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ ενέκριναν εξοπλιστικό πακέτο ύψους 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν, προκαλώντας οργισμένες αντιδράσεις στο Πεκίνο. Παρότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποφύγει ιδιαίτερα επιθετική ρητορική υπέρ της Ταϊβάν, η Κίνα θεωρεί ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές πωλήσεις υπονομεύουν ευθέως τα κινεζικά συμφέροντα.

Ο ίδιος ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι ο Σι Τζινπίνγκ θεωρεί την Ταϊβάν μέρος της Κίνας, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αντιλαμβάνεται τη θέση του Πεκίνου. Παράλληλα, έχει επικρίνει την Ταϊβάν ότι δεν αποζημιώνει επαρκώς τις ΗΠΑ για την αμερικανική προστασία και έχει κατηγορήσει το νησί για «κλοπή» της αμερικανικής βιομηχανίας ημιαγωγών.

Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο αυξάνει διαρκώς τη στρατιωτική πίεση γύρω από την Ταϊβάν, αποστέλλοντας σχεδόν καθημερινά πολεμικά αεροσκάφη και ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Κίνα θα επιδιώξει να αποσπάσει αλλαγή ακόμη και στη διατύπωση της αμερικανικής πολιτικής για την Ταϊβάν. Σήμερα, η Ουάσιγκτον δηλώνει ότι «δεν υποστηρίζει» την ανεξαρτησία της Ταϊβάν. Το Πεκίνο θα ήθελε μια αυστηρότερη διατύπωση, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ «αντιτίθενται» στην ανεξαρτησία του νησιού.

Παρόλα αυτά, αρκετοί ειδικοί θεωρούν δύσκολο να υπάρξει επίσημη αλλαγή πολιτικής, ακόμη κι αν ο Τραμπ χρησιμοποιήσει πιο ήπια ή αμφίσημη γλώσσα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.

Το εμπόριο παραμένει στο επίκεντρο της σύγκρουσης ΗΠΑ-Κίνας

Παρά την προσωρινή αποκλιμάκωση, οι εμπορικές σχέσεις ΗΠΑ – Κίνας παραμένουν εύθραυστες.

Κατά τη διάρκεια του 2025, οι δύο πλευρές βρέθηκαν αρκετές φορές κοντά σε έναν νέο εμπορικό πόλεμο που θα μπορούσε να προκαλέσει ισχυρούς κλυδωνισμούς στην παγκόσμια οικονομία. Ο Τραμπ αύξησε επανειλημμένα τους δασμούς στα κινεζικά προϊόντα, με ορισμένους να ξεπερνούν ακόμη και το 100%.

Η Κίνα απάντησε περιορίζοντας τις εξαγωγές σπάνιων γαιών προς τις ΗΠΑ και μειώνοντας τις αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, πλήττοντας πολιτείες που στηρίζουν πολιτικά τον Τραμπ.

Παρότι η συνάντηση των δύο ηγετών στη Νότια Κορέα πέρυσι οδήγησε σε προσωρινή ύφεση των εντάσεων, παραμένουν πολλά ανοιχτά μέτωπα.

Ο Τραμπ αναμένεται να πιέσει για μεγαλύτερες αγορές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων από την Κίνα, ενώ το Πεκίνο θα επιδιώξει να μπλοκάρει νέες αμερικανικές έρευνες περί αθέμιτων εμπορικών πρακτικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επαναφορά υψηλών δασμών.

Την ίδια ώρα, ο Λευκός Οίκος φέρεται να έχει προσκαλέσει κορυφαίους επιχειρηματικούς κολοσσούς —μεταξύ αυτών οι Nvidia, Apple, Exxon και Boeing— να συνοδεύσουν τον Αμερικανό πρόεδρο στην επίσκεψη στο Πεκίνο.

τραμπ τζινπινγκ

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ © EPA/POOL/Freepik/Powergame.gr

Η μάχη της τεχνητής νοημοσύνης και των σπάνιων γαιών

Πίσω από τις γεωπολιτικές διαφωνίες βρίσκεται και ένας τεράστιος τεχνολογικός ανταγωνισμός.

Η Κίνα επενδύει επιθετικά στην τεχνητή νοημοσύνη, στη ρομποτική και στις τεχνολογίες αιχμής, τις οποίες ο Σι Τζινπίνγκ χαρακτηρίζει «νέες παραγωγικές δυνάμεις» που θα οδηγήσουν την κινεζική οικονομία στο μέλλον.

Οι ΗΠΑ, ωστόσο, κατηγορούν εδώ και χρόνια το Πεκίνο ότι χρησιμοποιεί κρατικές πολιτικές για να αποκτά αμερικανική τεχνολογία και τεχνογνωσία. Αυτό οδήγησε σε περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων μικροτσίπ προς την Κίνα.

Η αντιπαράθεση πλέον μεταφέρεται ανοιχτά στο πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης. Η Ουάσιγκτον κατηγορεί κινεζικές εταιρείες ότι αντιγράφουν ή αξιοποιούν αμερικανικά μοντέλα AI, ενώ το Πεκίνο θεωρεί ότι οι ΗΠΑ επιχειρούν να εμποδίσουν την τεχνολογική άνοδο της Κίνας.

Ταυτόχρονα, η Κίνα διατηρεί ένα ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο: τις σπάνιες γαίες. Η χώρα επεξεργάζεται περίπου το 90% των παγκόσμιων αποθεμάτων αυτών των κρίσιμων μετάλλων που χρησιμοποιούνται σε smartphones, ανεμογεννήτριες, αεροσκάφη και προηγμένα οπλικά συστήματα.

Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι θα μπορούσε να διαμορφωθεί μια νέα συμφωνία ανταλλαγής: πρόσβαση των ΗΠΑ σε κινεζικές σπάνιες γαίες με αντάλλαγμα χαλάρωση των περιορισμών στην εξαγωγή προηγμένων μικροτσίπ προς την Κίνα.

Αν και η επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο θα είναι σύντομη, οι αποφάσεις και τα μηνύματα που θα προκύψουν ενδέχεται να διαμορφώσουν τη μελλοντική πορεία των σχέσεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του πλανήτη — είτε προς τη συνεργασία είτε προς μια νέα εποχή σκληρής αντιπαράθεσης.

Κίνα, τεχνητή νοημοσύνη © EPA/MARK R. CRISTINO

Κίνα, τεχνητή νοημοσύνη © EPA/MARK R. CRISTINO

Η Κίνα αλλάζει προτεραιότητες πριν από τη συνάντηση Τραμπ – Σι

Στις 20 Φεβρουαρίου, αξιωματούχος του Λευκού Οίκου επιβεβαίωσε ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επρόκειτο να ταξιδέψει στο Πεκίνο τον επόμενο μήνα για συνάντηση με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ. Στην κορυφή της ατζέντας βρισκόταν τότε ο εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη.

Ωστόσο, μόλις μία εβδομάδα αργότερα, η κατάσταση άλλαξε δραματικά. Ο Τραμπ ενέκρινε κοινές στρατιωτικές επιχειρήσεις με το Ισραήλ κατά του Ιράν, ανοίγοντας ένα νέο πολεμικό μέτωπο στη Μέση Ανατολή. Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης επεκτάθηκαν πολύ πέρα από την περιοχή, προκαλώντας έντονη ανησυχία στο Πεκίνο και οδηγώντας στην αναβολή της συνόδου κορυφής.

Πλέον, η πολυαναμενόμενη συνάντηση Τραμπ – Σι αναμένεται να πραγματοποιηθεί στο Πεκίνο μεταξύ 14 και 15 Μαΐου, αλλά με εντελώς διαφορετικές προτεραιότητες για την κινεζική ηγεσία.

Το Πεκίνο εξακολουθεί να επιδιώκει τη διατήρηση της εμπορικής εκεχειρίας με τις ΗΠΑ, ώστε να μην επανέλθουν οι εξαιρετικά υψηλοί δασμοί που είχε επιβάλει ο Τραμπ και οι οποίοι είχαν φθάσει έως και το 145% πριν από τη συμφωνία ανακωχής του Οκτωβρίου.

Κίνα και Στενά του Ορμούζ: Ο φόβος για παγκόσμια ύφεση

Πλέον όμως η μεγαλύτερη ανησυχία της Κίνας αφορά το Στενό του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ήμισυ των εισαγωγών αργού πετρελαίου της χώρας. Παρότι η κινεζική οικονομία εμφανίζεται πιο προστατευμένη απέναντι στις ενεργειακές αναταράξεις σε σχέση με άλλες ασιατικές χώρες, χάρη στα μεγάλα αποθέματα και στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας, ο κίνδυνος μιας παγκόσμιας ύφεσης θεωρείται πολύ πιο σοβαρός.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει ήδη προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος με το Ιράν θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια οικονομική επιβράδυνση. Για την Κίνα, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε σημαντικές συνέπειες, καθώς περίπου το 20% του ΑΕΠ της προέρχεται από τις εξαγωγές. Εάν οι μεγάλες οικονομίες περιορίσουν την κατανάλωση και τη ζήτηση προϊόντων, τότε η κινεζική παραγωγή και οι εξαγωγές θα δεχθούν ισχυρό πλήγμα.

Ο Άλι Γουάιν, ανώτερος σύμβουλος του International Crisis Group, σημείωσε στον Guardian ότι καμία χώρα δεν ωφελείται από τη συνέχιση της σύγκρουσης. Όπως υπογράμμισε, η Κίνα είναι περισσότερο προετοιμασμένη από αρκετούς συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία για μια βραχυπρόθεσμη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα μέσω του Ορμούζ, όμως μια παρατεταμένη κρίση θα δημιουργούσε σοβαρότερα προβλήματα.

Το μεγάλο ερώτημα που πλανάται πλέον πάνω από τη συνάντηση Τραμπ – Σι είναι κατά πόσο το Πεκίνο θα διαδραματίσει ενεργότερο ρόλο στην αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν.

Στενά του Ορμούζ, ©Χ

Στενά του Ορμούζ, © Χ.com

Πληροφορίες του προηγούμενου μήνα ανέφεραν ότι η Κίνα είχε συμβάλει στην επανέναρξη διαπραγματεύσεων ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον στο πλαίσιο προηγούμενων προσπαθειών για κατάπαυση του πυρός.

Την περασμένη εβδομάδα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί, συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον Κινέζο ομόλογό του Ουάνγκ Γι. Σύμφωνα με την κινεζική πλευρά, ο Ουάνγκ κάλεσε σε «πλήρη παύση των εχθροπραξιών» στη Μέση Ανατολή και επανέλαβε ότι η Κίνα στηρίζει το Ιράν στην προστασία της εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειάς του.

Ταυτόχρονα, η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται ολοένα και πιο ξεκάθαρη ως προς την ανάγκη κινεζικής παρέμβασης. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον επιθυμεί το Πεκίνο να αυξήσει την πίεση προς το Ιράν για την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ.

Αυτό αλλάζει και τη δυναμική της συνάντησης. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Σικάγο, Ντάλι Γιανγκ, ο Τραμπ βρίσκεται πλέον σε μια ασυνήθιστη θέση, καθώς ζητά τη βοήθεια του Κινέζου προέδρου.

Κίνα: Σταυρόλεξο, Ταϊβάν και εμπορικός πόλεμος

Η επιρροή της Κίνας στο ζήτημα του Ιράν ενδέχεται να αποτελέσει ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για το Πεκίνο στα δύο άλλα μεγάλα θέματα της συνόδου: το εμπόριο και την Ταϊβάν.

Παρά τον εμπορικό πόλεμο, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έφθασε πέρυσι σε ιστορικό υψηλό 1,2 τρισ. δολαρίων, με τις ΗΠΑ να παραμένουν ο μεγαλύτερος αγοραστής κινεζικών προϊόντων.

Αναλυτές εκτιμούν ότι δεν αναμένεται κάποια θεαματική εμπορική συμφωνία, αλλά πιθανότατα μια γενική πολιτική διακήρυξη που θα επιτρέψει και στις δύο πλευρές να παρουσιάσουν τη συνάντηση ως επιτυχημένη. Το πιθανότερο σενάριο θεωρείται η παράταση της εμπορικής εκεχειρίας που συμφωνήθηκε στη Νότια Κορέα τον Οκτώβριο.

Παρ’ όλα αυτά, το πιο ευαίσθητο ζήτημα για το Πεκίνο παραμένει η Ταϊβάν. Η αμερικανική Βουλή είχε εγκρίνει πέρυσι πακέτο εξοπλισμών ύψους 11 δισ. δολαρίων προς την Ταϊβάν, γεγονός που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Κίνα.

Παρότι το συγκεκριμένο πακέτο φαίνεται να έχει προσωρινά «παγώσει» ενόψει της συνάντησης κορυφής, το Πεκίνο επιθυμεί την οριστική ακύρωσή του. Παράλληλα, η κινεζική ηγεσία επιδιώκει αλλαγές ακόμη και στη ρητορική της Ουάσιγκτον για την Ταϊβάν, θεωρώντας ότι μια πιο ήπια αμερικανική στάση θα αποτελούσε σημαντική διπλωματική νίκη.

Η Κίνα εκτιμά ότι η νέα προεδρία Τραμπ εμφανίζεται πιο διαλλακτική σε σύγκριση με προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις. Ο Τραμπ έχει ήδη χαλαρώσει περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων ημιαγωγών προς την Κίνα, έχει δείξει περιορισμένη δημόσια στήριξη προς την Ταϊβάν και έχει δηλώσει ότι περιμένει μια «μεγάλη, θερμή αγκαλιά» από τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο.

Η Κίνα βλέπει τις ΗΠΑ του Τραμπ ως αυτοκρατορία σε φθίνουσα πορεία

Η Κίνα υιοθετεί ολοένα και πιο έντονα το αφήγημα της αμερικανικής παρακμής, καθώς η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο ενισχύει την εικόνα των ΗΠΑ ως αποσταθεροποιημένης υπερδύναμης και αναδιαμορφώνει τη γεωπολιτική ρητορική του Πεκίνου.

Όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ επισκέφθηκε την Κίνα στα τέλη του 2017, ο Σι Τζινπίνγκ τον υποδέχθηκε με μια εντυπωσιακή επίδειξη πολιτιστικής ισχύος, που περιλάμβανε ιδιωτική ξενάγηση στην Απαγορευμένη Πόλη και παράσταση της Πεκινέζικης Όπερας. Εκείνη την περίοδο, η σχέση ΗΠΑ–Κίνας διατηρούσε ακόμη στοιχεία διπλωματικής ισορροπίας, παρά τις υποβόσκουσες εντάσεις.

Οκτώ χρόνια αργότερα, μετά την πανδημία, δύο εμπορικούς πολέμους και βαθιές γεωπολιτικές ανακατατάξεις, ο Τραμπ επιστρέφει στο Πεκίνο σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Η Κίνα δεν παρουσιάζεται πλέον ως ανερχόμενη δύναμη που προσπαθεί να φτάσει τη Δύση, αλλά ως υπερδύναμη που φιλοδοξεί να την ξεπεράσει.

Η Κίνα και το αφήγημα της «παρακμάζουσας αυτοκρατορίας»

Στο εσωτερικό της χώρας, κρατικά συνδεδεμένοι αναλυτές και εθνικιστικοί σχολιαστές υποστηρίζουν ότι η πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ ενισχύει, έμμεσα, τη στρατηγική του Πεκίνου. Η ρητορική περί «Ανατολής που ανεβαίνει και Δύσης που υποχωρεί» έχει πλέον ενσωματωθεί σε μεγάλο μέρος του επίσημου λόγου.

Μια έκθεση κινεζικού think tank που συνδέεται με το Πανεπιστήμιο Ρενμίν χαρακτήρισε τις πολιτικές Τραμπ —από τους δασμούς έως τη ρήξη με συμμάχους— ως παράγοντες που επιταχύνουν την εσωτερική αποσταθεροποίηση των ΗΠΑ. Το έγγραφο, με τον προκλητικό τίτλο «Ευχαριστούμε τον Τραμπ», περιέγραφε τις ΗΠΑ ως χώρα που διολισθαίνει προς πολιτική πόλωση και θεσμική δυσλειτουργία.

Η χρήση της λέξης «παρακμή» για τις Ηνωμένες Πολιτείες έχει πλέον αυξηθεί σημαντικά στα κινεζικά επίσημα κείμενα, σύμφωνα με έρευνα του Brookings Institution.

Για δεκαετίες, η Κίνα αντιμετώπιζε τις ΗΠΑ με ένα μείγμα θαυμασμού και αντιπαλότητας. Η αμερικανική οικονομική ισχύς, η τεχνολογική υπεροχή και οι θεσμοί της λειτουργούσαν ως σημείο αναφοράς ακόμη και για τους επικριτές της Ουάσιγκτον.

Ωστόσο, η πολιτική αστάθεια στις ΗΠΑ, η κοινωνική πόλωση και οι εικόνες εσωτερικών συγκρούσεων έχουν αλλάξει δραστικά αυτή την αντίληψη. Η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία θεωρείται από πολλούς Κινέζους αναλυτές ως επιβεβαίωση ότι το αμερικανικό πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε φάση δομικής κρίσης.

Σε δημόσιες αναλύσεις, η αμερικανική κοινωνία περιγράφεται πλέον ως παράδειγμα «θεσμικής αποσύνθεσης», ενώ τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου στο Καπιτώλιο έχουν γίνει αντικείμενο συγκρίσεων με ιστορικές περιόδους αναταραχής στην ίδια την Κίνα, σημειώνουν αναλυτές στους New York Times.

Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε

Ο Πρόεδρος της Ταϊβάν Λάι Τσινγκ-τε © EPA/RITCHIE B. TONGO

Η Κίνα και η γεωπολιτική εργαλειοποίηση της αμερικανικής κρίσης

Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, η Κίνα φαίνεται να αξιοποιεί τη μεταβαλλόμενη εικόνα των ΗΠΑ για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση. Ακαδημαϊκοί στην Κίνα υποστηρίζουν ότι η Ουάσιγκτον υπό τον Τραμπ είναι πιο «συναλλακτική» και επομένως πιο προβλέψιμη στις διαπραγματεύσεις.

Ορισμένοι αναλυτές μάλιστα θεωρούν ότι η αμερικανική πολιτική αστάθεια δημιουργεί ευκαιρίες για το Πεκίνο να αποσπάσει οικονομικά και στρατηγικά οφέλη, χωρίς να απαιτείται άμεση σύγκρουση.

Την ίδια στιγμή, η Κίνα επιδιώκει να εμφανιστεί ως δύναμη σταθερότητας, ιδιαίτερα σε αντίθεση με τις μεταβαλλόμενες πολιτικές προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Η σύγκρουση στο Ιράν έχει ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη δυναμική. Κινεζικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή αποσπά στρατηγικούς πόρους από τον ανταγωνισμό με την Κίνα, μειώνοντας την πίεση στον Ινδο-Ειρηνικό.

Παράλληλα, το Πεκίνο επιδιώκει να εμφανιστεί ως πιθανός διαμεσολαβητής, ενισχύοντας τη διπλωματική του επιρροή στην περιοχή.

Ωστόσο, πίσω από αυτή τη στάση, η κινεζική οικονομία παραμένει εξαρτημένη από τις εξαγωγές και ευάλωτη σε παγκόσμιες αναταράξεις.

Η Κίνα και η νέα γεωπολιτική ισορροπία

Παρά την ενίσχυση του αφηγήματος περί αμερικανικής παρακμής, πολλοί Κινέζοι στρατηγιστές αναγνωρίζουν ότι οι ΗΠΑ παραμένουν ισχυρή και απρόβλεπτη υπερδύναμη. Η υπερβολική αποδυνάμωση της Ουάσιγκτον δεν θεωρείται απαραίτητα θετική εξέλιξη, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε διεθνή αστάθεια.

Η κινεζική οικονομία, που εξαρτάται από τη σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, χρειάζεται ένα προβλέψιμο διεθνές περιβάλλον — κάτι που δεν εξασφαλίζει μια αποσταθεροποιημένη Αμερική.

Στο πεδίο της τεχνολογίας, η αντιπαράθεση ΗΠΑ–Κίνα κλιμακώνεται με επίκεντρο την τεχνητή νοημοσύνη, τους ημιαγωγούς και τις σπάνιες γαίες. Η Ουάσιγκτον περιορίζει την πρόσβαση της Κίνας σε προηγμένα τσιπ, ενώ το Πεκίνο επενδύει σε εγχώρια τεχνολογικά οικοσυστήματα.

Αναλυτές κάνουν λόγο για μια «πρώιμη μορφή ψυχρού πολέμου στην τεχνητή νοημοσύνη», όπου το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η τεχνολογία, αλλά το ανθρώπινο κεφάλαιο που θα καθορίσει την επόμενη φάση της παγκόσμιας ισχύος.

Η εικόνα που διαμορφώνεται στο Πεκίνο για τις ΗΠΑ δεν είναι μονοδιάστατη. Η Κίνα βλέπει ταυτόχρονα μια υπερδύναμη σε σχετική υποχώρηση και έναν αντίπαλο ικανό να προκαλέσει παγκόσμιες αναταράξεις.

Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ ενισχύει το αφήγημα της αμερικανικής αστάθειας, αλλά ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι η διεθνής ισορροπία παραμένει εύθραυστη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση των δύο δυνάμεων δεν κινείται προς μια ξεκάθαρη σύγκλιση ή ρήξη, αλλά προς μια περίπλοκη συνύπαρξη ανταγωνισμού και αναγκαστικής αλληλεξάρτησης — μια νέα πραγματικότητα στην παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή.