Τραμπ-Σι Τζινπίνγκ: Συνάντηση κορυφής δύο υπερχρεωμένων δυνάμεων

Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες σε τροχιά υψηλού ρίσκου με φόντο χρέη και γεωπολιτική κρίση. Ο φόβος των μεσαίων δυνάμεων του πλανήτη

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ © EPA/ROMAN PILIPEY

Οι ηγέτες των δύο κορυφαίων οικονομιών του πλανήτη ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ πρόκειται να συναντηθούν Πέμπτη 14 Μαΐου στο Πεκίνο εν μέσω πολυκρίσης. Εκτός από τον πόλεμο στο Ιράν στην ατζέντα βρίσκονται οι αντιπαραθέσεις στη σκακιέρα του ανταγωνισμού στην παγκόσμια οικονομία που κινείται υπό τη βαριά σκιά του υψηλού χρέους.

Τους χωρίζουν πολλά. Αλλά και οι δύο τροφοδοτούν την ανάπτυξη των οικονομιών τους τεχνητά με υψηλά χρέη. Τόσο η σύγκρουση στο Ιράν όσο και οικονομικές ανισορροπίες έχουν την ίδια αφετηρία και για τις δύο πλευρές: την ανησυχία για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η οποία δεν θα έπρεπε να υποτιμάται τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Κίνα.

Όσο διαφορετικές και αν είναι οι κοινωνικές και πολιτικές δομές των δυο ανταγωνιστικών δυνάμεων, οι ομοιότητες είναι μεγάλες όσον αφορά τη δημοσιονομική συμπεριφορά και τον κίνδυνο μιας δημόσιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης, για διαφορετικούς λόγου, εξηγεί στη FAZ, ο Χέριμπερτ Ντίτερ, ερευνητής στο Ινστιτούτο Επιστήμης και Πολιτικής (Stiftung Wissenschaft und Politik – SWP), ένα από τα μεγαλύτερα και πιο σημαντικά γερμανικά think tank στον τομέα των διεθνών σχέσεων και της πολιτικής ασφάλειας.

Σήμερα, το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 93,9% του ΑΕΠ και αναμένεται να ξεπεράσει το 100% έως το 2028 — επίπεδα πρωτοφανή για περίοδο ειρήνης. Ταυτόχρονα, το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί σημαντικά, περιορίζοντας τη δημοσιονομική ευελιξία. Το παγκόσμιο χρέος εκτινάχθηκε στα 348 τρισ. δολ. το 2025, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση από την πανδημία, καθώς οι κυβερνήσεις ενίσχυσαν το δανεισμό σε ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Ρεκόρ χρέους στις ΗΠΑ

Στις ΗΠΑ καταγράφηκε πρόσφατα ένα νέο αρνητικό ρεκόρ χρέους. Για πρώτη φορά από το 1946, το καθαρό νέο χρέος ύψους 31,3 τρισ. δολ. υπερέβη την αμερικανική οικονομική παραγωγή (ΑΕΠ) του προηγούμενου έτους. Με άλλα λόγια: Οι ΗΠΑ παράγουν λιγότερα από ένα δολάριο για κάθε δολάριο που δανείζονται. Φέτος, το επιπλέον χρέος αναμένεται να φτάσει τα 1.9 τρισ. δολ.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή είναι η ταχεία αύξηση του χρέους των ΗΠΑ τα τελευταία σχεδόν 20 χρόνια. Ακόμη και το 2008, στην αρχή της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, το καθαρό νέο χρέος ήταν μικρότερο από το 40% του τότε ΑΕΠ. Οι ΗΠΑ είχαν μειώσει σημαντικά τη συσσωρευμένη επιβάρυνση του χρέους από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μόνο μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 άρχισε η ταχεία αύξηση του δημόσιου χρέους. Το ερώτημα είναι αν η τάση αυτή μπορεί να αντιστραφεί.

Σε αυτό το σημείο οι απόψεις διίστανται, αναφέρει στη FAZ, ο Ντίτερ. Ορισμένοι συντηρητικοί παρατηρητές στις ΗΠΑ προειδοποιούν για μια επικίνδυνη εξέλιξη. Ο συνδυασμός υψηλού χρέους και αυξανόμενων πραγματικών επιτοκίων είναι επικίνδυνος. Σε 10 χρόνια, η εξυπηρέτηση των τόκων από την αμερικανική κυβέρνηση θα μπορούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του ινστιτούτου Wharton, να ανέρχεται στο 20% του ΑΕΠ.

Ο Λόρενς Σάμερς ©EPA/LUKAS LEHMANN

Ο Λόρενς Σάμερς ©EPA/LUKAS LEHMANN

Ωστόσο, υπάρχουν και άλλοι παρατηρητές. Μια ομάδα ερευνητών γύρω από τον κορυφαίο οικονομολόγο του Χάρβαρντ Λόρενς Σάμερς υποστήριζε πριν από 10 χρόνια ότι η κυριαρχία των αμερικανικών ομολόγων θα διασφάλιζε την ηγετική θέση των ΗΠΑ. Η υψηλή ζήτηση για αμερικανικά κρατικά ομόλογα θα συνεπαγόταν επίσης χαμηλά επιτόκια στο μέλλον και θα επέτρεπε ένα επίπεδο δημόσιου χρέους που στο παρελθόν θα θεωρούνταν επικίνδυνο.

Ο Σι Τζινπίνγκ και οι σύμβουλοί του γνωρίζουν επίσης ότι ο γηράσκων πληθυσμός στις ΗΠΑ θα μπορούσε να αυξήσει τις δαπάνες για την υγεία στο 20% της οικονομικής παραγωγής. Αλλά οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να αυξήσουν το δημόσιο χρέος τους ακόμη και στο 250% του ΑΕΠ.

Η αισιοδοξία τους βασίζεται κυρίως στην υπόθεση ότι η αμερικανική κυβέρνηση είναι πολύ ισχυρή για να χρεοκοπήσει. Ωστόσο, η αμερικανική κοινωνία θα έπρεπε να αποταμιεύει όσο μια ηλικιωμένη γενιά για την εποχή της συνταξιοδότησης. Θα μπορούσαν οι ηλικιωμένοι πολίτες να απολαμβάνουν λιγότερες αποταμιεύσεις και ταυτόχρονα μικρότερα εισοδήματα στο μέλλον;

Η αύξηση του αμερικανικού δημόσιου χρέους δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την εισροή ξένων κεφαλαίων, γι’ αυτό οι αποδόσεις των αμερικανικών ομολόγων καίνε κάθε φορά τον Τραμπ που έχει επιδοθεί σε ένα κρεσέντο επιβολή δασμών διεθνώς

Αλλά ακόμη και αυτή η εξέλιξη μπορεί να μην συνεχιστεί επ’ αόριστον. Τραμπ, ο οποίος καυχιέται για τις οικονομικές του γνώσεις, θα μπορούσε να δει τους φίλους του να τον εγκαταλείπουν. Ήδη παρατηρείται μια αλλαγή στη συμπεριφορά των ξένων αγοραστών αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Αντί να αγοράζουν νέα ομόλογα, προτιμούν να επενδύουν σε άλλες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, εξηγεί ο διακεκριμένος Γερμανός ερευνητής στο Ινστιτούτο Επιστήμης και Πολιτικής και ακαδημαϊκός, ειδικός σε θέματα διεθνούς πολιτικής οικονομίας. Αυτό θα μπορούσε να φέρει την αμερικανική οικονομία σε δύσκολη θέση. Έως το 2027, το ένα τρίτο των κρατικών ομολόγων πρέπει να ανανεωθεί. Στο μέλλον, θα μπορούσε να υπάρξει έλλειψη αγοραστών.

Το βάρος του χρέους στην Κίνα

Η κατάσταση στην Κίνα δεν είναι λιγότερο ανησυχητική. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ανέφερε στην έκθεσή του τον Φεβρουάριο ότι το χρέος της κινεζικής κεντρικής κυβέρνησης αυξήθηκε στο 75,1% της οικονομικής παραγωγής το 2024. Αυτή η τιμή αναμένεται να αυξηθεί στο 88,9% έως το 2030. Το ΔΝΤ θεωρεί αυτές τις τιμές ανησυχητικές. Στην Κίνα, το συνολικό χρέος ανέρχεται στο 135% της οικονομικής παραγωγής.

Η ηγεσία της Κίνας επικεντρώνεται στην κρατική οικονομική πολιτική. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει μετατρέψει τη χώρα σε μια βιομηχανική υπερδύναμη και η εσωτερική αγορά έχει ενισχυθεί σημαντικά. Η Κίνα ανταγωνίζεται τη Δύση με νέα μέσα. Το ΔΝΤ επικρίνει τις κρατικές επιδοτήσεις για τη μεταποιητική βιομηχανία. Αυτές οι επιδοτήσεις στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό.

Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου βασίζονται σε μια βραχυπρόθεσμη στρατηγική. Η ανάπτυξη των ΗΠΑ και της Κίνας τροφοδοτείται από χρέη. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε ήδη στη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και μια επανάληψη δεν είναι απίθανη προειδοποιεί ο Χέριμπερτ Ντίτερ.

Παραμένει ασαφές πόσο καιρό μπορεί να συνεχιστεί αυτός ο δρόμος. Η εμπιστοσύνη θα μπορούσε να χαθεί και να οδηγήσει σε μια κρίση, όπως συνέβη στη Μεγάλη Βρετανία το 2022.

Αντόνιο Κόστα, Σι Τζινπινγκ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/XINHUA / Xie Huanchi CHINA OUT / UK AND IRELAND OUT / MANDATORY CREDIT EDITORIAL USE ONLY

Αντόνιο Κόστα, Σι Τζινπινγκ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/XINHUA / Xie Huanchi CHINA OUT / UK AND IRELAND OUT

Τα χρέη, ο AI ανταγωνισμός ΗΠΑ-Κίνας και ο ρόλος της Ευρώπης

Εάν συναντηθούν ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ, θα ανακοινώσουν μια επιτυχία. Η Ευρώπη πρέπει να βιαστεί να βρει μια δική της στρατηγική, εξηγεί ο ίδιος αναλυτής στη FAZ.

Οι προσδοκίες για τη συνάντηση κορυφής μεταξύ του Τραμπ και του Σι είναι μεγάλες. Πρόκειται για μια στρατηγική κίνηση και η Ευρώπη πρέπει να βρει τη δική της θέση. Μια παράταση της «εκεχειρίας» είναι πιθανή. Οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές πλησιάζουν τον Νοέμβριο και ο Τραμπ χρειάζεται μια επιτυχία.

Στο τεχνολογικό πεδίο, η εικόνα παραμένει ασαφής, επίσης. Ο ανταγωνισμός στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (ΙΑ) είναι έντονος. Η Κίνα επενδύει μαζικά στην εγχώρια παραγωγή. Η συνάντηση κορυφής είναι ένας επανυπολογισμός συσχετισμών δυο υπερχρεωμένων δυνάμεων και όχι μια αλλαγή πορείας.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμείνει θεατής, υπογραμμίζει ο Ντίτερ. Πρέπει να αναπτύξει τις δικές της ικανότητες και να μειώσει την εξάρτησή της. Το ερώτημα είναι αν η Ευρώπη μπορεί να δράσει ενωμένη.

Οι δυο «πλανητάρχες» στη συνάντησή τους έχουν να μετρήσουν επίσης και κάτι ακόμα. Πώς επηρεάζεται στη σκακιέρα του διεθνούς ανταγωνισμού ο συσχετισμών των λεγόμενων μεσαίων δυνάμεων του πλανήτη, όχι μόνο των υπερδυναμεων.

Η συνάντηση προκαλεί έντονη ανησυχία στις μεσαίες δυνάμεις, οι οποίες φοβούνται ότι μια πιθανή αμερικανοκινεζική συνεννόηση θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες ασφαλείας και εμπορίου σε Ασία και Δύση.

Οι μεσαίες δυνάμεις προετοιμάζονται για έναν αβέβαιο κόσμο

Η Πολωνία ετοιμάζεται να φιλοξενήσει γραμμές παραγωγής νοτιοκορεατικών αρμάτων μάχης. Η Αυστραλία αγοράζει πολεμικά πλοία από την Ιαπωνία. Ο Καναδάς σχεδιάζει αποστολές ουρανίου προς την Ινδία, ενώ η Ινδία προσφέρει πυραύλους cruise στο Βιετνάμ. Την ίδια ώρα, η Βραζιλία κατασκευάζει στρατιωτικά μεταγωγικά αεροσκάφη για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Όλες αυτές οι συμφωνίες, που ολοκληρώθηκαν μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, αποτυπώνουν την αυξανόμενη κινητικότητα των μεσαίων δυνάμεων σε ένα διεθνές περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από ανασφάλεια και γεωπολιτική ρευστότητα. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη διαταράξει σοβαρά τις παγκόσμιες ενεργειακές ροές, ενώ η επικείμενη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο ενισχύει τους φόβους για μια νέα ανακατανομή ισχύος, αναφέρει ανάλυση στους New York Times.

Διεθνείς δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η εμπιστοσύνη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Τόσο ο Ντόναλντ Τραμπ όσο και ο Σι Τζινπίνγκ έχουν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν το οικονομικό και στρατηγικό τους βάρος για να πιέσουν ή να τιμωρήσουν άλλες χώρες. Ως αποτέλεσμα, μικρότερα κράτη επιχειρούν να κινηθούν προσεκτικά, αποφεύγοντας να προκαλέσουν την αντίδραση των δύο υπερδυνάμεων.

Όπως σχολίασε στους NYT, ο Ρίτσαρντ Χαϊνταριάν, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, πρόκειται για «50 αποχρώσεις της στρατηγικής εξισορρόπησης». Αντίστοιχα, ο αναλυτής ασφαλείας Τζα Ίαν Τσονγκ από τη Σιγκαπούρη σημείωσε ότι «καμία χώρα δεν θέλει να έρθει σε σύγκρουση ούτε με το Πεκίνο ούτε πλέον με την Ουάσιγκτον».

Τραμπ και Σι: Ο μεγάλος φόβος της Ασίας

Για πολλές ασιατικές κυβερνήσεις, η συνάντηση Τραμπ–Σι αντιμετωπίζεται περισσότερο ως πηγή κινδύνου παρά ως ευκαιρία σταθερότητας. Η Ασία έχει ήδη πληγεί έντονα από τις ελλείψεις πετρελαίου λόγω του πολέμου, αλλά και από τον αυστηρό έλεγχο που ασκεί η Κίνα στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων.

Σύμφωνα με αξιωματούχους της περιοχής, η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να επιδιώξει μια «μεγάλη συμφωνία» με τον Σι Τζινπίνγκ, προσφέροντας ανταλλάγματα σε κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας. Εδώ και μήνες, κυβερνητικοί κύκλοι στην Ασία φοβούνται ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα μπορούσε να περιορίσει τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν ή να υιοθετήσει πιο ήπια πολιτική γλώσσα, διευκολύνοντας έτσι την κινεζική πίεση απέναντι στο δημοκρατικό νησί.

Αξιωματούχος της Ταϊβάν, μιλώντας στους NYT, χαρακτήρισε ένα τέτοιο σενάριο ως «τον μεγαλύτερο εφιάλτη». Παρότι εκτίμησε ότι η πλήρης εγκατάλειψη της Ταϊβάν από τις ΗΠΑ παραμένει απίθανη, τόνισε ότι ακόμη και περιορισμένες υποχωρήσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν αλυσιδωτές αντιδράσεις.
Μια πιθανή αμερικανική μετατόπιση στο ζήτημα της Ταϊβάν θα ενίσχυε παράλληλα τις κινεζικές πιέσεις σε άλλες διαφιλονικούμενες περιοχές, από τα σύνορα με την Ινδία έως τη Νότια Σινική Θάλασσα.

Αξιωματούχοι του Βιετνάμ εκφράζουν επίσης ανησυχία ότι ακόμη και μια συμβολική κίνηση προσέγγισης του Τραμπ προς τον Σι θα μπορούσε να δώσει στο Πεκίνο μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση απέναντι στις μικρότερες χώρες της περιοχής.

Taiwan Navy

Σκάφη του πολεμικού ναυτικού της Ταϊβάν σε ασκήσεις © ROC/DoD/X.com

Οι φόβοι για ανταλλαγή ασφάλειας με οικονομικά οφέλη

Ένα ακόμη σενάριο που συζητείται έντονα στην Ασία αφορά το ενδεχόμενο ο Ντόναλντ Τραμπ να τροποποιήσει μακροχρόνιες στρατηγικές δεσμεύσεις των ΗΠΑ με αντάλλαγμα καλύτερους οικονομικούς όρους στις σχέσεις με την Κίνα.

Η πρόσφατη απόφαση της Ουάσιγκτον να μεταφέρει αεροναυτική δύναμη κρούσης από τον Ειρηνικό προς τη Μέση Ανατολή, καθώς και πυρομαχικά από τη Νότια Κορέα για τις ανάγκες του πολέμου στο Ιράν, ενίσχυσε τους φόβους περί ευρύτερων αναδιατάξεων αμερικανικών δυνάμεων.

Παράλληλα, η απόφαση του Πενταγώνου να αποσύρει τουλάχιστον 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία, μετά τη δυσαρέσκεια που εξέφρασε ο Τραμπ προς τη γερμανική κυβέρνηση, υπενθύμισε στους συμμάχους των ΗΠΑ πόσο γρήγορα μπορεί να αποδυναμωθεί η συλλογική αποτροπή.

Ο Τραμπ έχει κατά το παρελθόν απειλήσει με αποχώρηση αμερικανικών στρατευμάτων από την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα — χώρες που φιλοξενούν συνολικά δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες. Αναλυτές εκτιμούν ότι εάν ο Σι Τζινπίνγκ προσέφερε σημαντικά οικονομικά ανταλλάγματα, ο Αμερικανός πρόεδρος ίσως να εξέταζε ακόμη και μια τέτοια συμφωνία.

Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται και η συμμαχία AUKUS μεταξύ Αυστραλίας, Ηνωμένου Βασιλείου και ΗΠΑ, η οποία έχει σχεδιαστεί ως αντίβαρο στην κινεζική επιρροή μέσω της παροχής πυρηνοκίνητων υποβρυχίων και προηγμένης τεχνολογίας στην Καμπέρα. Αναλυτές φοβούνται ότι ακόμη και τέτοιες στρατηγικές πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να ανατραπούν αιφνιδιαστικά.

Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ αναζητούν εναλλακτικές ισορροπίες

Ο πρώην αξιωματούχος πληροφοριών της Αυστραλίας, Χιου Γουάιτ, υποστήριξε ότι πλέον είναι διάχυτη η αίσθηση πως οι αμερικανικοί σύμμαχοι «πρέπει να στηριχθούν περισσότερο ο ένας στον άλλο, επειδή δεν μπορούν πλέον να βασίζονται πλήρως στην Αμερική».

Παρότι δημόσια οι περισσότερες κυβερνήσεις διατηρούν προσεκτική ρητορική, σε ιδιωτικές συνομιλίες Ευρωπαίοι και Ασιάτες αξιωματούχοι συζητούν ολοένα συχνότερα την ανάγκη στρατηγικής διαφοροποίησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ωστόσο, καμία χώρα δεν επιθυμεί να θεωρηθεί ότι αμφισβητεί ανοιχτά ούτε την Ουάσιγκτον ούτε το Πεκίνο. Η Ιαπωνία, υπό τη νέα πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι, επιχειρεί να ενισχύσει τη στρατιωτική συνεργασία με άλλες χώρες της περιοχής, αλλά παράλληλα ανησυχεί για το πώς θα ερμηνευθούν αυτές οι κινήσεις από την αμερικανική πλευρά.

Την ίδια στιγμή, χώρες όπως η Ινδονησία και το Βιετνάμ αποφεύγουν να υιοθετήσουν σκληρή δημόσια στάση απέναντι στην Κίνα, παρά τις επιμέρους διαφορές τους με το Πεκίνο.

Παρά τη δημόσια επιφυλακτικότητα, οι μεσαίες δυνάμεις συνεχίζουν να ενισχύουν σιωπηρά τη μεταξύ τους συνεργασία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπογραφή έξι συμφωνιών συνεργασίας μεταξύ Ιαπωνίας και Βιετνάμ, συμπεριλαμβανομένης ανταλλαγής δορυφορικών δεδομένων και ενεργειακών προμηθειών.

Όπως σημείωσε στους NYT ο καθηγητής διεθνών σχέσεων του Πρίνστον, Ρόμπερτ Κίοχαν, «οι ΗΠΑ έχουν γίνει λιγότερο αξιόπιστες, επομένως είναι λογικό οι χώρες να αναζητούν εναλλακτικές». Και ακόμη κι αν αυτές οι εναλλακτικές παραμένουν αδύναμες, πρόσθεσε, «είναι προτιμότερες από το να μην υπάρχει καμία επιλογή».