Τραμπ-Σι: Συγκλίσεις και διαφωνίες – Μικρό καλάθι κρατούν οι αγορές, στα 104 δολάρια το μπρεντ

Παρά τις θετικές δηλώσεις Τραμπ-Σι, η συνάντηση δεν έφερε μεγάλη συμφωνία που θα μπορούσε να αλλάξει το κλίμα των αγορών

Ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζιπίνγκ και ο Αμερικανός ομόλογός του Ντόναλντ σετελετή υποδοχής στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο © EPA/Maxim Shemetov

Με δηλώσεις περί «απίστευτης επίσκεψης» και προσπάθεια να εμφανιστεί κλίμα συνεννόησης ολοκληρώθηκε η διήμερη σύνοδος κορυφής του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Παρά τον θετικό τόνο των δύο πλευρών, η συνάντηση δεν έφερε τη μεγάλη συμφωνία που θα μπορούσε να ανατρέψει το επιφυλακτικό κλίμα στις αγορές, οι οποίες παραμένουν προσηλωμένες στον συνδυασμό γεωπολιτικού ρίσκου, υψηλών τιμών ενέργειας και επιτοκιακής αβεβαιότητας.

Στο επίκεντρο των συνομιλιών βρέθηκε η κρίση με το Ιράν και, κυρίως, τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται ένα κρίσιμο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας. Σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, Τραμπ και Σι συμφώνησαν ότι το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα και ότι τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά για την ελεύθερη ροή της ενέργειας. Η Ουάσιγκτον υποστήριξε επίσης ότι ο Σι εξέφρασε ενδιαφέρον για αύξηση των αγορών αμερικανικού πετρελαίου, ώστε η Κίνα να μειώσει μελλοντικά την εξάρτησή της από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, όπως αναφέρει το Reuters.

Η κινεζική πλευρά, ωστόσο, κράτησε πιο προσεκτική στάση. Τα κινεζικά επίσημα ανακοινωθέντα δεν επιβεβαίωσαν συγκεκριμένη συμφωνία για αγορές αμερικανικής ενέργειας, ενώ το υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας περιορίστηκε να ζητήσει ταχεία αποκλιμάκωση, επίλυση της κρίσης και αποκατάσταση της σταθερότητας στις αλυσίδες εφοδιασμού και στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. Στην ανακοίνωσή του, το Πεκίνο τόνισε ότι η σύγκρουση έχει ήδη επιβαρύνει την παγκόσμια ανάπτυξη, το διεθνές εμπόριο και την ενεργειακή ασφάλεια.

Το πετρέλαιο είναι ο λόγος για τον οποίο η κρίση του Ορμούζ μετατράπηκε σε βασικό πεδίο πίεσης στις σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας. Σύμφωνα με την αμερικανική Energy Information Administration, το 2024 περνούσαν από τα Στενά του Ορμούζ περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχούσε περίπου στο 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαιοειδών. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι το 84% του αργού και συμπυκνωμάτων που διέρχονταν από τα Στενά κατευθυνόταν σε ασιατικές αγορές, με Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία και Νότια Κορέα να αποτελούν τους μεγαλύτερους προορισμούς.

Η ενεργειακή διάσταση εξηγεί γιατί η Ουάσιγκτον επιχειρεί να εμπλέξει περισσότερο το Πεκίνο στην πίεση προς την Τεχεράνη. Η Κίνα παραμένει μεγάλος εισαγωγέας αργού και σημαντικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, ενώ η σταθερότητα στον Περσικό Κόλπο είναι κρίσιμη τόσο για την ενεργειακή της ασφάλεια όσο και για την εξαγωγική της οικονομία. Τυχόν παρατεταμένη αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ δεν θα σήμαινε μόνο ακριβότερο πετρέλαιο, αλλά και υψηλότερο κόστος μεταφορών, πληθωριστικές πιέσεις και ασθενέστερη παγκόσμια ζήτηση για κινεζικά προϊόντα.

Οι δηλώσεις Τραμπ για τα πυρηνικά του Ιράν ανεβάζουν το πετρέλαιο

Οι αγορές πετρελαίου αντέδρασαν νευρικά. Το Brent καταγράφει άνοδο πάνω από 3% στα 109 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI ξεπέρασε τα 104 δολάρια σημειώνοντας άνοδο 3,55%, μετά τις δηλώσεις Τραμπ ότι οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πως το Ιράν δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Παρά τις αναφορές ότι ορισμένα πλοία πέρασαν από τα Στενά, οι ροές παραμένουν χαμηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα, διατηρώντας ζωντανό τον φόβο νέων ανατιμήσεων στην ενέργεια.

Στο εμπορικό πεδίο, ο Τραμπ επιχείρησε να παρουσιάσει τη σύνοδο ως οικονομική επιτυχία, δηλώνοντας ότι η Κίνα συμφώνησε να αγοράσει αμερικανικό πετρέλαιο, σόγια και 200 αεροσκάφη Boeing. Ωστόσο, οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες και η αντίδραση των επενδυτών ήταν συγκρατημένη, καθώς οι προσδοκίες για μεγαλύτερες συμφωνίες ήταν υψηλότερες. Η μετοχή της Boeing υποχώρησε μετά την ανακοίνωση για τα 200 αεροσκάφη, καθώς αναλυτές ανέμεναν δυνητικά μεγαλύτερη παραγγελία.

«Αγκάθι» παραμένει η Ταϊβάν

Παράλληλα, δεν υπήρξε σαφής πρόοδος σε πιο ευαίσθητα ζητήματα, όπως οι εξαγωγές προηγμένων τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, οι τεχνολογικοί περιορισμοί και η Ταϊβάν. Ο Σι προειδοποίησε την Ουάσιγκτον ότι ο λάθος χειρισμός του ζητήματος της Ταϊβάν θα μπορούσε να οδηγήσει τις σχέσεις των δύο χωρών σε επικίνδυνη τροχιά, επιβεβαιώνοντας ότι η στρατηγική αντιπαλότητα παραμένει βαθιά, ακόμη και όταν οι δύο πλευρές επιχειρούν να δείξουν διάθεση διαχείρισης των εντάσεων.

Η εικόνα στις αγορές αποτύπωσε αυτή την επιφυλακτικότητα. Οι ασιατικές μετοχές υποχώρησαν την Παρασκευή, με τους επενδυτές να εστιάζουν στην άνοδο των αποδόσεων των αμερικανικών ομολόγων, στις πληθωριστικές πιέσεις από το ακριβό πετρέλαιο και στην απουσία συγκεκριμένων ανακοινώσεων ικανών να αλλάξουν άμεσα το επενδυτικό κλίμα.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σύνοδος Τραμπ–Σι δεν σηματοδότησε επανεκκίνηση των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας, αλλά προσπάθεια ελεγχόμενης αποκλιμάκωσης. Το Πεκίνο θέλει σταθερότητα χωρίς να αναλάβει πλήρως το κόστος της κρίσης με το Ιράν. Η Ουάσιγκτον θέλει κινεζική πίεση προς την Τεχεράνη και εμπορικές ανακοινώσεις με πολιτικό αντίκρισμα. Οι αγορές, όμως, βλέπουν ακόμη ανοιχτά μέτωπα: Ορμούζ, πετρέλαιο, πληθωρισμό, επιτόκια, Ταϊβάν και τεχνολογικό ανταγωνισμό.

Έτσι, παρά το θετικό κλίμα που επιχείρησαν να εκπέμψουν οι δύο ηγέτες, η σύνοδος άφησε περισσότερο την εικόνα μιας εύθραυστης διαχείρισης κρίσεων παρά μιας ουσιαστικής επίλυσης διαφορών. Και όσο το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια και τα Στενά του Ορμούζ δεν επιστρέφουν σε κανονική λειτουργία, οι αγορές δύσκολα θα πειστούν ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει υποχωρήσει.