Η βελτίωση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία στην Ευρώπη, η οποία βλέπει τον ρόλο της να περιορίζεται στη διεθνή οικονομία και ιδιαίτερα στη στρατηγική μάχη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τις σπάνιες γαίες.
Παράλληλα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο «κινεζικό σοκ», καθώς η αυξανόμενη εξάρτηση από φθηνά εξαρτήματα και πρώτες ύλες από την Κίνα προκαλεί φόβους για αποβιομηχάνιση, απώλεια θέσεων εργασίας και στρατηγική αδυναμία της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Όπως σχολιάζουν αναλυτές στο Bloomberg, η νέα, πιο θερμή προσέγγιση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα φαίνεται να δημιουργεί νέες γεωοικονομικές ισορροπίες, αφήνοντας την Ευρώπη αντιμέτωπη με τον κίνδυνο περιθωριοποίησης σε έναν από τους πιο κρίσιμους τομείς της παγκόσμιας οικονομίας: τα κρίσιμα ορυκτά και τις σπάνιες γαίες.
Παράλληλα το ταξίδι του προέδρου της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, φέρνει νέα δεδομένα στην γεωοικονομική σκακιέρα και στις κινήσεις ισχύος των μεγάλων δυνάμεων.
Σύμφωνα με τους Financial Times, ο Σι Τζινπίνγκ φέρεται να είπε στον Ντόναλντ Τραμπ κατά τη συνάντησή τους την περασμένη εβδομάδα, ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν μπορεί τελικά να «μετανιώσει» για την απόφασή του να εισβάλει στην Ουκρανία. Την ίδια ώρα, όπως μεταδίδει το Bloomberg, ο Ρώσος πρόεδρος βρίσκεται στην Κίνα επιδιώκοντας να ξεμπλοκάρει τη συμφωνία για τον αγωγό φυσικού αερίου Power of Siberia 2, σε μια περίοδο που η Μόσχα αναζητάει ενεργειακές και διπλωματικές διεξόδους.
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αναζητά στήριξη από τον Σι Τζινπίνγκ , εμφανώς πιο ευάλωτος σε σχέση με την τελευταία τους συνάντηση τον Σεπτέμβριο, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία βαθαίνει την απομόνωση της Ρωσίας αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Τα drones στη Μόσχα και το ταξίδι Πούτιν στην Κίνα
Η μαζική ουκρανική επίθεση με drones στη Μόσχα την Κυριακή έφερε τον πόλεμο στην «καρδιά» της Ρωσίας, εντείνοντας την αίσθηση ανασφάλειας στο εσωτερικό της χώρας. Η επίθεση σημειώθηκε μόλις λίγες ημέρες μετά τη στρατιωτική παρέλαση για την Ημέρα της Νίκης στην Κόκκινη Πλατεία, η οποία πραγματοποιήθηκε υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας και με περιορισμένη παρουσία στρατιωτικού εξοπλισμού λόγω φόβων για ανάλογο χτύπημα.
Βίντεο και εικόνες με drones να πετούν πάνω από προάστια της Μόσχας κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρά την επίσημη απαγόρευση δημοσίευσής τους. Η εντεινόμενη πίεση στο εσωτερικό της Ρωσίας έρχεται τη στιγμή που ο Πούτιν επιδιώκει να ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία με την Κίνα. Η Μόσχα ελπίζει ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας θα επιταχύνουν τις συνομιλίες για νέο μεγάλο αγωγό φυσικού αερίου προς την Κίνα.
Η Ρωσία διαθέτει πλέον περιορισμένες εναλλακτικές, καθώς οι εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη έχουν μειωθεί δραστικά μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Παράλληλα, η ρωσική οικονομία, Η ρωσική οικονομία που συρρικνώθηκε 0,2% το 1ο τρίμηνο του 2026, για πρώτη φορά από το 2023, υπό καθεστώς κυρώσεων, εξαρτάται ολοένα περισσότερο από το Πεκίνο, αναφέρουν αναλυτές στο Semafor.

Η Ευρώπη καλείται να αναλάβει ρόλο στις συνομιλίες για την Ουκρανία
Με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να επικεντρώνεται πλέον κυρίως στην κρίση στη Μέση Ανατολή, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει πιο ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την Ουκρανία.
Σύμφωνα με ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές πουμίλησαν στο Politico, τόσο το Κίεβο όσο και η Μόσχα εμφανίζονται θετικά στον διορισμό ειδικού Ευρωπαίου απεσταλμένου για τις ειρηνευτικές συνομιλίες.
Μεταξύ των ονομάτων που συζητούνται βρίσκεται η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας Κάγια Κάλας, αν και η έντονα επικριτική στάση της απέναντι στη Ρωσία θεωρείται εμπόδιο για την αποδοχή της από τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Στη σχετική συζήτηση περιλαμβάνονται επίσης η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ, ο πρόεδρος της Φινλανδίας Αλεξάντερ Στουμπ και ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο Ντράγκι.
Κύκλοι κοντά στο Κίεβο εκτιμούν ότι ο απεσταλμένος ίσως πρέπει να προέρχεται εκτός ΕΕ, ώστε να είναι πιο αποδεκτός από τη Μόσχα. Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζονται και πρόσωπα όπως ο Νορβηγός υπουργός Εξωτερικών Έσπεν Μπαρθ Άιντε.
Η Κίνα αποκτά ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση
Σε αυτό το τοπίο η Μόσχα δείχνει να αντιμετωπίζει περισσότερες προκλήσεις. Μετά τη συνάντησή του με τον Ντόναλντ Τραμπ την προηγούμενη εβδομάδα, ο Σι Τζινπίνγκ εμφανίζεται να διαθέτει μεγαλύτερη διαπραγματευτική άνεση απέναντι στη Μόσχα. Παρότι οι δύο ηγέτες αναμένεται να επαναβεβαιώσουν τη «χωρίς όρια» στρατηγική τους συνεργασία, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι ισορροπίες έχουν πλέον μεταβληθεί αισθητά υπέρ της Κίνας.
Ενώ η γεωπολιτική επιρροή του Σι ενισχύεται, η ισχύς του Πούτιν δείχνει να φθίνει τόσο στο εσωτερικό όσο και στη διεθνή σκηνή.
Παράλληλα Κίνα και ΗΠΑ επαναπροσδιορίζουν τις ισορροπίες. Ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ εξήρε τις συνομιλίες του με τον Ντόναλντ Τραμπ την περασμένη εβδομάδα, κάνοντας λόγο για ένα νέο πλαίσιο διμερών σχέσεων και υιοθετώντας αισιόδοξο τόνο, παρά το γεγονός ότι δεν ανακοινώθηκαν σημαντικές συγκεκριμένες συμφωνίες.
Πριν από την αναχώρηση του Αμερικανού προέδρου με το Air Force One, ο Σι χαρακτήρισε τη συνάντηση «ιστορική επίσκεψη», υποστηρίζοντας ότι υπήρξε συναίνεση για σταθερές εμπορικές σχέσεις και ευρύτερη συνεργασία μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου.

Κίνα και ΗΠΑ επαναπροσδιορίζουν τις ισορροπίες
Για την Ευρώπη, η βελτίωση του κλίματος ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο ενισχύει τις ανησυχίες ότι οι μεγάλες γεωοικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται πλέον χωρίς ουσιαστική ευρωπαϊκή επιρροή.
Η ανησυχία αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών, όπου η Κίνα έχει αξιοποιήσει την κυριαρχία της στην παραγωγή και επεξεργασία σπάνιων γαιών για να περιορίσει εξαγωγές, ενώ οι ΗΠΑ επιδιώκουν επιθετικά νέες συμφωνίες με χώρες που διαθέτουν πλούσιους φυσικούς πόρους.
Οι σπάνιες γαίες αποτελούν βασικό συστατικό για πλήθος τεχνολογιών της σύγχρονης οικονομίας — από τα iPhone και τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έως τα data centers και τα μηχανήματα μαγνητικής τομογραφίας.
Καθώς η ζήτηση για αυτές τις πρώτες ύλες αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια, ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων εντείνεται, με την Ευρώπη να εμφανίζεται ολοένα και πιο αδύναμη να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση.
Η Κίνα κυριαρχεί στις σπάνιες γαίες
Οι συζητήσεις μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ εκτιμάται ότι έδωσαν ιδιαίτερη έμφαση στα κρίσιμα ορυκτά, καθώς τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη αναγνωρίζουν πλέον τους στρατηγικούς κινδύνους της υπερβολικής εξάρτησης από το Πεκίνο.
Τους τελευταίους μήνες, ένα από τα λίγα πεδία σύγκλισης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ ήταν ακριβώς η συνεργασία για τη διασφάλιση εναλλακτικών αλυσίδων εφοδιασμού και η ενίσχυση της πρόσβασης σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Ωστόσο, η επαναπροσέγγιση Ουάσιγκτον – Πεκίνου υπενθυμίζει στις Βρυξέλλες ότι οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες εξακολουθούν να εξαρτώνται από αποφάσεις που λαμβάνονται από μεγαλύτερες δυνάμεις με καθαρά στρατηγικά συμφέροντα.

Ο Σι Τζινπίνγκ και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/XINHUA / Huang Jingwen CHINA OUT
Η Ευρώπη αναζητεί στρατηγική αυτονομία
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει εδώ και χρόνια μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία στον τομέα των κρίσιμων πρώτων υλών, ωστόσο οι εξελίξεις δείχνουν ότι ο στόχος αυτός παραμένει δύσκολος.
Στις Βρυξέλλες υπάρχει ανησυχία ότι ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα μπορούσε να βελτιώσει την πρόσβαση αμερικανικών εταιρειών σε κρίσιμα ορυκτά, αφήνοντας τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις σε μειονεκτική θέση.
Το κατά πόσο οι συνομιλίες Τραμπ – Σι περιλαμβάνουν μια τέτοια κατανόηση αναμένεται να αποσαφηνιστεί τις επόμενες ημέρες. Μέχρι τότε, η Ευρώπη παρακολουθεί τις εξελίξεις με αυξανόμενη αμηχανία, καθώς η Κίνα και οι ΗΠΑ επαναχαράσσουν τους όρους του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού.
Νέο «σοκ από την Κίνα» απειλεί τη βιομηχανία της Ευρώπης
Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο «κινεζικό σοκ», καθώς η αυξανόμενη εξάρτηση από φθηνά εξαρτήματα και πρώτες ύλες από την Κίνα προκαλεί φόβους για αποβιομηχάνιση, απώλεια θέσεων εργασίας και στρατηγική αδυναμία της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ευρωπαϊκή βιομηχανία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν νέο γύρο πιέσεων από την Κίνα, με αναλυτές και εκπροσώπους της αγοράς να προειδοποιούν στον Guardian ότι η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από κινεζικά εξαρτήματα και βιομηχανικές εισαγωγές απειλεί να οδηγήσει σε αποδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής, μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας και μια μορφή «βιομηχανικού αποικισμού» από το Πεκίνο.
Οι φόβοι αυτοί αναζωπυρώνουν μνήμες από το λεγόμενο «China shock» στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν από περίπου 25 χρόνια, όταν η είσοδος της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου προκάλεσε έκρηξη των εισαγωγών και σοβαρό πλήγμα στη βιομηχανική παραγωγή των δυτικών οικονομιών.
Τότε, η μαζική εισροή φθηνών κινεζικών προϊόντων είχε οδηγήσει στο κλείσιμο εργοστασίων και στην απώλεια έως και 2,5 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ.

Κίνα: Η αθέατη εξάρτηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας
Σύμφωνα με τον Γενς Έσκελουντ, πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Εμπορικού Επιμελητηρίου στο Πεκίνο και έμπειρο αναλυτή της κινεζικής οικονομίας, το πρόβλημα για την Ευρώπη δεν περιορίζεται στα τελικά προϊόντα, όπως τα ηλεκτρικά οχήματα.
Όπως εξηγεί στον Guardian, η πραγματική ανησυχία αφορά τον τεράστιο όγκο βιομηχανικών εξαρτημάτων και ενδιάμεσων προϊόντων που εισάγονται από την Κίνα και ενσωματώνονται όλο και βαθύτερα στην ευρωπαϊκή παραγωγική αλυσίδα.
«Όταν οι άνθρωποι σκέφτονται τις κινεζικές εισαγωγές, φαντάζονται κυρίως τελικά προϊόντα, όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Όμως εκεί δεν βρίσκεται το βασικό πρόβλημα. Το ζήτημα είναι ο τεράστιος όγκος εξαρτημάτων που εισάγονται από την Κίνα. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη γίνεται ολοένα και πιο εξαρτημένη από την Κίνα», υπογράμμισε.
Η αυξανόμενη διείσδυση κινεζικών εξαρτημάτων στην ευρωπαϊκή βιομηχανία φέρνει πλέον την ΕΕ αντιμέτωπη με δύσκολες αποφάσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες των Financial Times, οι Βρυξέλλες εξετάζουν μέτρα που θα υποχρεώνουν τις ευρωπαϊκές εταιρείες να προμηθεύονται κρίσιμα εξαρτήματα από τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς προμηθευτές, ώστε να περιοριστεί η εξάρτηση από μία μόνο χώρα.
Η Κίνα πιέζει τις τιμές και την ευρωπαϊκή παραγωγή
Οι Ευρωπαίοι επίτροποι αναμένεται να πραγματοποιήσουν έκτακτη συνάντηση στις 29 Μαΐου για να εξετάσουν πιθανά μέτρα στήριξης της βιομηχανίας.
Ο Όλιβερ Ρίχτμπεργκ, επικεφαλής εξωτερικού εμπορίου του VDMA — του μεγαλύτερου συνδέσμου βιομηχανίας μηχανημάτων και εξοπλισμού στην Ευρώπη και τη Γερμανία — επαίνεσε τη στάση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημειώνοντας ότι οι Βρυξέλλες βρίσκονται σε διαρκή επαφή με τη βιομηχανία για τη συλλογή στοιχείων και αξιολόγηση των κινδύνων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι κρατικές επιδοτήσεις που προσφέρει το Πεκίνο στις κινεζικές επιχειρήσεις, ακόμη και σε λεγόμενες «εταιρείες-ζόμπι», επιτρέπουν στις κινεζικές βιομηχανίες να προσφέρουν προϊόντα σε τιμές που οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταγωνιστούν.
Ωστόσο, ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η πορεία της συναλλαγματικής ισοτιμίας. Ο Γερμανός οικονομολόγος Γιούργκεν Μάτες εκτιμά ότι το κινεζικό γουάν ενδέχεται να είναι υποτιμημένο έως και 40% έναντι του ευρώ τα τελευταία χρόνια, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την ανταγωνιστικότητα των κινεζικών προϊόντων.
Ο Ρίχτμπεργκ εξηγεί ότι για έναν διευθυντή προμηθειών, η επιλογή είναι συχνά μονόδρομος: όταν ένας Κινέζος προμηθευτής προσφέρει προϊόν με ποιότητα στο 95% του ευρωπαϊκού αντίστοιχου αλλά σε τιμή 30% έως 50% χαμηλότερη, η απόφαση είναι σχεδόν αυτονόητη.
«Αυτό ακριβώς μας πλήττει. Δεν μπορούμε πλέον να το αποδεχθούμε, γιατί πρόκειται για αθέμιτο ανταγωνισμό», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Βιομηχανία Γερμανία ©Pixabay
Απώλειες θέσεων εργασίας και φόβοι αποβιομηχάνισης
Η πίεση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία αποτυπώνεται ήδη στα στοιχεία απασχόλησης. Μόνο στη Γερμανία, ο κλάδος μηχανημάτων έχασε 22.000 θέσεις εργασίας τον τελευταίο χρόνο.
Συνολικά, υπολογίζεται ότι περίπου 250.000 βιομηχανικές θέσεις εργασίας έχουν χαθεί στη Γερμανία από το 2019, με τη μεγαλύτερη συρρίκνωση να καταγράφεται στην αυτοκινητοβιομηχανία.
Μεταξύ 2024 και 2025, περίπου 51.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν μόνο στον τομέα κατασκευής αυτοκινήτων.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και τα στοιχεία που παρουσίασε η πλατφόρμα παρακολούθησης κινεζικού εμπορίου Soapbox, σε συνεργασία με το γερμανικό ινστιτούτο Mercator Institute for China Studies.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι σε ορισμένους κρίσιμους τομείς η εξάρτηση της Ευρώπης από την Κίνα έχει φτάσει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Για παράδειγμα, στα αμινοξέα — που χρησιμοποιούνται ευρέως σε φαρμακευτικά προϊόντα και ενισχυτικά γεύσης — η ΕΕ εισάγει από την Κίνα το 88% του όγκου των προϊόντων της αγοράς.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στα πολυυδρικά αλκοόλες, που χρησιμοποιούνται σε πλαστικά, καλλυντικά, βαφές και αντιψυκτικά: περίπου το 96% των εισαγωγών της ΕΕ προέρχεται από την Κίνα.

Εργαζόμενος σε γραμμή παραγωγής αυτοκινητοβιομηχανίας © EPA/XINHUA / Guo Xulei
Η Ευρώπη αναζητά άμεση απάντηση
Αναλυτές προειδοποιούν ότι ο κίνδυνος δεν είναι απλώς η αγορά φθηνών κινεζικών προϊόντων, αλλά η σταδιακή καταστροφή της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας.
«Το πρόβλημα είναι ότι οι χαμηλές τιμές καθιστούν την ευρωπαϊκή παραγωγή οικονομικά μη βιώσιμη, αφήνοντας τελικά την Ένωση εξαρτημένη από την ίδια πηγή που εκτόπισε την εγχώρια βιομηχανία», σημειώνει αναλυτής της Soapbox.
Ταυτόχρονα, το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση διευρύνεται ταχύτατα. Παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς έως και 35% στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι το όφελος εξουδετερώθηκε πλήρως από τη συναλλαγματική ισοτιμία.
Ο Άντριου Σμόλ, διευθυντής του προγράμματος Ασίας στο European Council on Foreign Relations και πρώην σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για θέματα Κίνας, εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή απάντηση παραμένει ανεπαρκής σε σχέση με το μέγεθος της πρόκλησης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη προτείνει δύο νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες: τον Industrial Accelerator Act, γνωστό και ως «Made in EU», και την αναθεώρηση του νόμου για την κυβερνοασφάλεια του 2019, που θα επιτρέπει τον αποκλεισμό κινεζικών προμηθευτών για λόγους ασφαλείας.
Ωστόσο, τα μέτρα αυτά δεν αναμένεται να εφαρμοστούν πριν από το 2027, αυξάνοντας τις πιέσεις προς τις Βρυξέλλες για άμεσες παρεμβάσεις.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται διστακτικές απέναντι σε νέους δασμούς, καθώς η εμπειρία των προηγούμενων εμπορικών συγκρούσεων θεωρείται πολιτικά και οικονομικά επώδυνη.
Την ίδια στιγμή, το Πεκίνο θεωρείται ότι διατηρεί το πλεονέκτημα κινήσεων, καθώς μπορεί να καθυστερεί ή να μπλοκάρει τις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, διατηρώντας ανοιχτή τη ροή των εξαγωγών του προς την ευρωπαϊκή αγορά.
