Η εικόνα ήταν σχεδόν τελετουργική: στρατιώτες της αμερικανικής τεθωρακισμένης ταξιαρχίας «Black Jack» στο Φορτ Χουντ του Τέξας μάζευαν τα χρώματα της μονάδας τους, ετοιμάζοντας την ανάπτυξη 4.000 ανδρών στην Πολωνία. Η αποστολή τους ήταν σαφής: ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ απέναντι στη ρωσική απειλή. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, η Ουάσιγκτον έστειλε το ακριβώς αντίθετο μήνυμα. Η ανάπτυξη ακυρώθηκε. Και δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν η δεύτερη φορά μέσα στον ίδιο μήνα που ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωνε περικοπές στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην Ευρώπη, μετά την απόφασή του να αποσύρει 5.000 στρατιώτες από τη Γερμανία και επιπλέον δυνάμεις από άλλες χώρες.
Σύμφωνα με τον Economist, η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητο: τι θα συμβεί αν, σε μια κρίσιμη στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σταθούν στο πλευρό του ΝΑΤΟ;
Από την αρχή της δεύτερης θητείας του, ο Τραμπ έχει αφήσει επανειλημμένα αμφιβολίες για τη δέσμευσή του στο Άρθρο 5, τη ρήτρα συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να ωθήσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε αύξηση των αμυντικών δαπανών. Όμως οι τελευταίες κινήσεις της Ουάσιγκτον έχουν προκαλέσει βαθύτερη ανησυχία.
Η απότομη μείωση της αμερικανικής παρουσίας ανατρέπει την ευρωπαϊκή παραδοχή ότι θα υπήρχε χρόνος για σταδιακή ενίσχυση των εγχώριων δυνατοτήτων. Η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από τις ΗΠΑ: πληροφορίες, επιτήρηση, διοίκηση, επικοινωνίες, πυραυλικά αποθέματα και στρατηγική καθοδήγηση. Η μεγάλη κατανάλωση αμερικανικών πυραύλων στον πόλεμο στο Ιράν έχει, κατά τον Economist, καθυστερήσει και τις αποστολές προς Ευρωπαίους συμμάχους και την Ουκρανία, καθώς η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αναπληρώσει τα δικά της αποθέματα.
Η ανησυχία δεν περιορίζεται πλέον στο σενάριο μιας αμερικανικής απουσίας. Ορισμένοι αξιωματούχοι φοβούνται κάτι ακόμη πιο περίπλοκο: ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν, σε ακραίες συνθήκες, να εμποδίσουν την αντίδραση άλλων μελών της Συμμαχίας. Το ενδεχόμενο θεωρείται απομακρυσμένο, αλλά όχι πια αδιανόητο.
Καθοριστικό σοκ, σύμφωνα με Ευρωπαίους αξιωματούχους που μίλησαν ανώνυμα στο βρετανικό περιοδικό, ήταν η κρίση γύρω από τη Γροιλανδία, όταν ο Τραμπ απείλησε τη Δανία με κατάληψη του νησιού. «Ήταν ένα καμπανάκι αφύπνισης», λέει Σουηδός αμυντικός αξιωματούχος. «Καταλάβαμε ότι χρειαζόμαστε ένα Plan B».
Το πρόβλημα είναι ότι το ΝΑΤΟ δεν είναι μια απλή συμμαχία κρατών που συντονίζονται περιστασιακά. Είναι ένας βαθιά ενσωματωμένος στρατιωτικός μηχανισμός, με την ηγεσία του να στηρίζεται παραδοσιακά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην κορυφή βρίσκεται ο Ανώτατος Συμμαχικός Διοικητής Ευρώπης, πάντα Αμερικανός στρατηγός, ο οποίος διοικεί ταυτόχρονα και τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ευρωπαϊκό Plan B δεν αφορά απλώς την αγορά περισσότερων όπλων. Αφορά τη δημιουργία μιας εναλλακτικής δομής διοίκησης: ποιος θα αποφασίζει, ποιος θα δίνει εντολές, ποιος θα συντονίζει στρατούς, στόλους και αεροπορίες σε περίπτωση πολέμου, αν το ΝΑΤΟ «δυσλειτουργήσει».
Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκονται οι χώρες της Βαλτικής, οι σκανδιναβικές χώρες και η Πολωνία. Πρόκειται για κράτη που αντιλαμβάνονται τη Ρωσία ως άμεση απειλή και θα ήταν πιθανότατα τα πρώτα που θα αντιδρούσαν σε περίπτωση κρίσης. Μαζί τους, όπως εκτιμούν αναλυτές, θα συμπαρασύρονταν και μεγαλύτερες ευρωπαϊκές δυνάμεις όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία, οι οποίες διαθέτουν ήδη δυνάμεις αποτροπής στην ανατολική πτέρυγα.
Ένα από τα σχήματα που εξετάζονται περισσότερο είναι η Joint Expeditionary Force, γνωστή ως JEF. Πρόκειται για μια βρετανικής ηγεσίας δύναμη δέκα χωρών, κυρίως από τη Βαλτική και τη βόρεια Ευρώπη, με μόνιμο στρατηγείο κοντά στο Λονδίνο. Δημιουργήθηκε το 2014 ως συμπλήρωμα του ΝΑΤΟ, ικανό να αντιδρά γρήγορα σε κρίσεις που δεν φτάνουν απαραίτητα στο κατώφλι του Άρθρου 5.
Η αξία της JEF, σύμφωνα με τον Economist, είναι ότι δεν απαιτεί την ομοφωνία όλων των μελών του ΝΑΤΟ. Μπορεί να κινηθεί ταχύτερα, με μικρότερο πολιτικό βάρος και χωρίς να μπλοκαριστεί από ένα απρόθυμο κράτος. Διαθέτει επίσης δικά της συστήματα επικοινωνιών, δυνατότητες σχεδιασμού, πληροφοριών και επιμελητείας, έστω σε περιορισμένη κλίμακα.
Ωστόσο, έχει και σοβαρές αδυναμίες. Η γεωγραφική της εστίαση παραμένει κυρίως η βόρεια Ευρώπη και η Βαλτική. Δεν περιλαμβάνει μεγάλες ηπειρωτικές δυνάμεις όπως η Γαλλία, η Γερμανία και η Πολωνία. Επιπλέον, υπάρχουν αμφιβολίες για τη στρατιωτική ετοιμότητα της ίδιας της Βρετανίας, καθώς χρόνια υποχρηματοδότησης έχουν αφήσει τις ένοπλες δυνάμεις της με περιορισμένο αριθμό πλοίων, υποβρυχίων και μονάδων άμεσης ανάπτυξης.
Η ένταξη της Γερμανίας σε ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα, ειδικά καθώς το Βερολίνο αυξάνει θεαματικά τις αμυντικές του δαπάνες. Παρά τα μειονεκτήματά της, η JEF εμφανίζεται σήμερα ως η πιο ώριμη εναλλακτική, σε περίπτωση που οι Ευρωπαίοι δεν μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά το υφιστάμενο πλαίσιο του ΝΑΤΟ χωρίς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το συμπέρασμα του Economist είναι σαφές, η Ευρώπη δεν μπορεί να στηρίζει την αποτροπή της σε έναν σύμμαχο που ενδέχεται να μην εμφανιστεί την κρίσιμη ώρα. Αν η αμερικανική εγγύηση πάψει να θεωρείται δεδομένη, τότε οι Ευρωπαίοι θα αναγκαστούν να χτίσουν κάτι που επί δεκαετίες απέφευγαν: μια δική τους, αξιόπιστη αρχιτεκτονική άμυνας.
