“Όχι στο νόμο της ζούγκλας”: Το κοινό ανακοινωθέν Σι- Πούτιν με αιχμές κατά Τραμπ

Σε τι έμοιαζε και σε τι διέφερε η υποδοχή που ο Κινέζος ηγέτης Σι επιφύλαξε στους Πούτιν και Τραμπ

Βλαντιμίρ Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ © EPA/XINHUA / HUANG JINGWEN CHINA OUT / UK AND IRELAND OUT

Η υποδοχή του Βλαντίμιρ Πούτιν έξω από τη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού στο Πεκίνο ήταν σχεδόν ίδια με εκείνη του Ντόναλντ Τραμπ την περασμένη εβδομάδα, αναφέρει σε ρεπορτάζ του το BBC

Δύο προεδρικές επισκέψεις με  υψηλά διακυβεύματα, με διαφορά λίγων μόνο ημερών, ήταν ακριβώς η εικόνα που ο Σι Τζινπίνγκ ήθελε να προβάλλει στον κόσμο: ότι μιλάει με όλους, χωρίς να δεσμεύεται με κανέναν.

Για την Κίνα, οι επισκέψεις Τραμπ και Πούτιν αποτελούν την απόδειξη ότι, λόγω της γιγάντιας οικονομίας της και της νέας διπλωματικής επιρροής της, όλοι οι δρόμοι οδηγούν πια στο Πεκίνο.

Ο Σι εμφανιζόταν σίγουρος κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας καθώς υποδεχόταν τους επισκέπτες. Ωστόσο, οι πολιτικές δυναμικές κάτω από τις δύο επισκέψεις ήταν πολύ διαφορετικές. Ο Πούτιν, ο οποίος έχει επισκεφθεί την Κίνα περισσότερες από 20 φορές, φαίνεται να έχει στενή προσωπική σχέση με τον Σι.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι δυτικές κυρώσεις έχουν οδηγήσει το Ρώσο πρόεδρο να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στο Πεκίνο, που αποτελεί πλέον τον κορυφαίο εμπορικό εταίρο της Ρωσίας και τον μεγαλύτερο πελάτης τη για πετρέλαιο και φυσικό αέριο.

«Όχι στο νόμο της ζούγκλας»: Κοινό ανακοινωθέν Σι – Πούτιν με αιχμές κατά Τραμπ

Η συνεργασία μεταξύ Κίνας και Ρωσίας είναι άνιση όπως επιβεβαιώθηκε και σε αυτή την επίσκεψη. Οι συνομιλίες ολοκληρώθηκαν με την υπογραφή 20 συμφωνιών σε θέματα εμπορίου και τεχνολογίας, δεν υπήρξε όμως καμία πρόοδος στο θέμα του αγωγού φυσικού αερίου που προωθεί από καιρό ο Πούτιν, ούτε η μακροσκελής κοινή δήλωση των δύο ηγετών έφερε κάποια σημαντική εξέλιξη.

«Τόσο η Κίνα όσο και η Ρωσία χρειάζονται η μία την άλλη, αλλά η Ρωσία χρειάζεται σαφώς την Κίνα περισσότερο από πριν στη διεθνή σκηνή», δήλωσε στο BBC  ο Δρ Ζενγκ Ρουνγιού, από το Κέντρο Ρωσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου East China Normal στη Σαγκάη. «Δεδομένου του σημερινού διεθνούς περιβάλλοντος, η στενή συνεργασία με την Κίνα είναι εξαιρετικά σημαντική για τη Ρωσία, προκειμένου να αντιμετωπίσει πολλές από τις τρέχουσες προκλήσεις της».

Ο Κινέζος ηγέτης φάνηκε να έχει το πάνω χέρι και στις διαπραγματεύσεις με τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι ισχυρότερες εμπορικές σχέσεις με τον υπόλοιπο κόσμο και η κυριαρχία της Κίνας στα ορυκτά σπάνιων γαιών και στην προηγμένη μεταποίηση του έχουν δώσει πλεονέκτημα. Το Πεκίνο βρέθηκε σε ισότιμη θέση με την Ουάσινγκτον λόγω της απρόβλεπτης συμπεριφοράς του Τραμπ.

Και στις συνομιλίες του τόσο με τον Τραμπ όσο και με τον Πούτιν, ο Σι βρέθηκε αντιμέτωπος με ηγέτες που έχουν εμπλακεί σε δαπανηρούς πολέμους οι οποίοι έχουν παραταθεί περισσότερο από ό,τι είχαν προβλέψει.

Για τον Τραμπ, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει μετατραπεί σε παγκόσμια κρίση που οδηγεί σε πτώση τα ποσοστά δημοφιλίας του στις ΗΠΑ.

Για τον Πούτιν, η εισβολή στην Ουκρανία, που βρίσκεται πλέον στον πέμπτο χρόνο της, έχει απομονώσει τη Ρωσία και έχει επιφέρει βαρύ τίμημα ακόμη και στον ίδιο τον λαό της.

Και στις δύο συναντήσεις  φάνηκε ότι η Κίνα έχει τη δύναμη να καθορίζει τον τόνο και τους όρους με τους οποίους επιθυμεί να εμπλακεί στη διεθνή σκηνή.

Η επιστροφή του Πεκίνου

Πρόκειται για μια αξιοσημείωτη ανατροπή της κατάστασης για μια χώρα που, μόλις πέντε χρόνια πριν, βρισκόταν στα πρόθυρα της διπλωματικής απομόνωσης.

Τα σύνορά της έκλεισαν λόγω της πανδημίας που ο πρόεδρος Τραμπ είχε τότε χαρακτηρίσει «κινεζικό ιό». Οι σχέσεις με τη Δύση είχαν επιδεινωθεί δραματικά ενώ Κινέζοι διπλωμάτες και κρατικά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιούσαν μια επιθετική ρητορική για να σιγήσουν τους δυτικούς επικριτές.

Υπήρχε επίσης αυξανόμενη διεθνής κριτική για τις σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Σινγιάνγκ και τον αυξανόμενο έλεγχο του Πεκίνου επί του Χονγκ Κονγκ, ενώ οι δυτικές κυβερνήσεις επέβαλαν κυρώσεις και ελέγχους στις εξαγωγές κινεζικών προϊόντων. Η Κίνα ανταποκρίθηκε με αντίμετρα.

Ωστόσο, πέντε χρόνια μετά, η Κίνα έχει επανατοποθετηθεί ως ένα απαραίτητο κέντρο της παγκόσμιας διπλωματίας και του εμπορίου. Αντί να αντιμετωπίζεται ως ένα πρόβλημα που πρέπει να περιοριστεί, η Κίνα έχει γίνει μια δύναμη με την οποία πρέπει να συνεργαστούμε, αναφέρει το BBC.

Το Πεκίνο έχει χαμηλώσει τους τόνους καθώς πιθανώς αντιλήφθηκε τις δυσάρεστες πραγματικότητες. Η οικονομική του επιβράδυνση σημαίνει ότι χρειάζεται περισσότερες ξένες επενδύσεις και ενίσχυση του εξωτερικού του εμπορίου κι αυτά απαιτούν σταθερές σχέσεις. Οι υψηλοί τόνοι που τα προηγούμενα χρόνια είχε υιοθετήσει οδήγησε επίσης σημαντικούς εμπορικούς εταίρους στην Ασία όπως η Νότια Κορέα, οι Φιλιππίνες και το Βιετνάμ, πιο κοντά στην Ουάσινγκτον.

Ωστόσο, τον τελευταίο 1,5 χρόνο πολλά έχουν αλλάξει. Από τότε οι ΗΠΑ εξέλεξαν τον Ντόναλντ Τραμπ, η Κίνα έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Αυστραλία, τον Καναδά και το Ηνωμένο Βασίλειο – όλους βασικούς συμμάχους των ΗΠΑ. Παγκόσμιοι ηγέτες, συμπεριλαμβανομένων των ηγετών του Καναδά, της Βρετανίας και της Γερμανίας  έχουν περπατήσει στο κόκκινο χαλί του Πεκίνου για να συνάψουν συμφωνίες με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.

Η στρατηγική του Σι

Ο Σι αναφέρθηκε μόνο σε έναν πόλεμο – τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή. Δήλωσε στον Πούτιν ότι η πλήρης παύση του πολέμου στο Ιράν είναι «υψίστης προτεραιότητας», χωρίς να κάνει καμία αναφορά στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Τόσο ο Σι όσο και ο Πούτιν καταδίκασαν «τις προδοτικές στρατιωτικές επιθέσεις εναντίον άλλων χωρών, την υποκριτική χρήση των διαπραγματεύσεων ως πρόσχημα για την προετοιμασία επιθέσεων, τη δολοφονία ηγετών κυρίαρχων κρατών, την αποσταθεροποίηση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης σε αυτά τα κράτη και την πρόκληση αλλαγής καθεστώτος, καθώς και την απροκάλυπτη απαγωγή εθνικών ηγετών με σκοπό τη δίκη τους».

Αυτό προκάλεσε εντύπωση και ενδέχεται να έχει συνέπειες πέρα από τα όρια της Μεγάλης Αίθουσας του Λαού.

Καθώς η Κίνα ζητά το τέλος των συγκρούσεων αλλού και στοχεύει τις καταγγελίες της ενάντια στις ΗΠΑ, η σιωπή της σχετικά με την Ουκρανία, όπου έχουν χάσει τη ζωή τους εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, αναπόφευκτα εγείρει ερωτηματικά στην Ευρώπη σχετικά με το κατά πόσο το Πεκίνο είναι πρόθυμο ή ικανό να ενεργήσει ως ένας πραγματικά αμερόληπτος παγκόσμιος παράγοντας.