Διπλωματικό παράθυρο με Κρεμλίνο ανοίγει η ΕΕ

Επαφές Κόστα-Πούτιν δι' αντιπροσώπων, καθώς η Ευρώπη θα επηρεαστεί άμεσα από πιθανή μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία για το Ουκρανικό. Οι μεγάλες διαφορές και οι πολιτικοί κίνδυνοι

Αντόνιο Κόστα © EPA / Domenic Aquilina

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα έχει έρθει σε επαφή με το Κρεμλίνο σε μια προσπάθεια να ανοίξει δίαυλο επικοινωνίας με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν για πιθανές συνομιλίες σχετικά με τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Σύμφωνα με πηγές του Bloomberg, ανώτερος σύμβουλος του Κόστα έχει πραγματοποιήσει δύο τηλεφωνικές συνομιλίες με υψηλόβαθμο Ρώσο αξιωματούχο που θεωρείται στενός συνεργάτης του Πούτιν. Στόχος των επαφών αυτών είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για πιο ουσιαστικές διαπραγματεύσεις στο μέλλον.

Εκπρόσωπος του Κόστα αρνήθηκε να σχολιάσει τις πληροφορίες, ενώ ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δεν απάντησε σε σχετικό αίτημα.

Τον περασμένο μήνα, εξάλλου, ο Κόστα δήλωσε: «Θα χρειαστεί, τη σωστή στιγμή, να συνομιλήσουμε με τη Ρωσία για να αντιμετωπίσουμε τα κοινά ζητήματα ασφάλειας».

Ορισμένα κράτη-μέλη της ΕΕ έχουν προτείνει ακόμη και τον διορισμό ειδικού απεσταλμένου για διαπραγματεύσεις με τη Μόσχα, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο σε μια πιθανή ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας.

Ωστόσο, η ιδέα είναι αμφιλεγόμενη. Ο Πούτιν έχει κατά καιρούς αναφερθεί θετικά στον πρώην καγκελάριο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο οποίος διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία μέσω της συνεργασίας του με την Gazprom.

Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία εξετάζουν κοινή στρατηγική

Οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρώπη συζητούν χωριστά μια στρατηγική προσέγγισης του Πούτιν, σε συντονισμό με τον Ουκρανό πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι ίσως δημιουργείται παράθυρο ευκαιρίας για διαπραγματεύσεις, καθώς η προέλαση των ρωσικών δυνάμεων παραμένει αργή, η Ουκρανία έχει εντείνει τα πλήγματα στο εσωτερικό της Ρωσίας, ενώ το οικονομικό κόστος του πολέμου αυξάνεται για τη Μόσχα.

Ανώτεροι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι επιχειρούν να συντονίσουν τη στάση τους ενόψει μιας νέας φάσης του πολέμου και της πιθανής αύξησης των επαφών με το Κρεμλίνο.

Επιπλέον, ενδεχόμενη σταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή και μείωση των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσαν να περιορίσουν τα έσοδα της Ρωσίας από τις ενεργειακές εξαγωγές.

Τα εμπόδια στις ειρηνευτικές συνομιλίες

Παρά τις διπλωματικές κινήσεις, ο Πούτιν συνεχίζει να απορρίπτει τις εκκλήσεις για κατάπαυση του πυρός. Η ρωσική θέση είναι ότι τυχόν εκεχειρία θα έδινε χρόνο στην Ουκρανία να επανεξοπλιστεί και να ενισχύσει τις άμυνές της.

Η Μόσχα ζητά, επίσης, την αναγνώριση των εδαφικών κερδών της Ρωσίας και την παράδοση περιοχών της περιφέρειας Ντονέτσκ που δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν πλήρως οι ρωσικές δυνάμεις.

Η κυβέρνηση του Κιέβου έχει απορρίψει κατηγορηματικά αυτές τις απαιτήσεις.

Η Ρωσία έχει επίσης απορρίψει την παρουσία ευρωπαϊκών στρατευμάτων σε ουκρανικό έδαφος στο πλαίσιο οποιασδήποτε μελλοντικής συμφωνίας ασφαλείας.

Γιατί η ΕΕ πιέζει για συμμετοχή

Οι σχέσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ρωσίας ουσιαστικά κατέρρευσαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Από τότε, οι επαφές περιορίζονται κυρίως σε αποσπασματικές διμερείς επικοινωνίες.

Ωστόσο, αφότου ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε δικές του προσπάθειες διαμεσολάβησης με τον Πούτιν, οι Ευρωπαίοι ανησυχούν ότι ενδέχεται να μείνουν εκτός των διαπραγματεύσεων για το μέλλον της Ουκρανίας.

Για την ΕΕ, οποιαδήποτε συμφωνία τερματισμού του πολέμου θα έχει άμεσες συνέπειες για την ασφάλειά της, γεγονός που εξηγεί την επιθυμία των Βρυξελλών να εξασφαλίσουν θέση στο τραπέζι των συνομιλιών, σημειώνει το Bloomberg.

Ο κίνδυνος πολιτικής εκμετάλλευσης από τη Μόσχα

Παράλληλα, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχίες ότι μια συνάντηση με τον Πούτιν θα μπορούσε να προσφέρει στο Κρεμλίνο σημαντική επικοινωνιακή νίκη, ιδιαίτερα εάν πραγματοποιηθεί στη Μόσχα, όπου η ρωσική ηγεσία θα ελέγχει πλήρως το πολιτικό και συμβολικό πλαίσιο της συνάντησης.

Ο Πούτιν εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η Ευρώπη φέρει ευθύνη για την έναρξη της ουκρανικής κρίσης το 2014, όταν ανατράπηκε ο φιλορώσος πρόεδρος Βίκτορ Γιανουκόβιτς. Παράλληλα κατηγορεί τις ευρωπαϊκές χώρες ότι χρησιμοποίησαν τις Συμφωνίες του Μινσκ ως μέσο ενίσχυσης των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων.