Politico: Η μάχη για τον προϋπολογισμό της Ευρώπης, τα στρατόπεδα και η απειλή της Κίνας

Η οικονομική πρόκληση της Κίνας και η μάχη για τον επταετή προϋπολογισμό ύψους 2 τρισ. ευρώ της ΕΕ κυριαρχούν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

Εμανουέλ Μακρόν, Φρίντριχ Μερτς και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © consilium.europa.eu

Η Σύνοδος Κορυφής στις Βρυξέλλες διεξάγεται με βαριά ατζέντα, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να δώσουν απαντήσεις σε κρίσιμα οικονομικά και γεωπολιτικά μέτωπα. Σύμφωνα με το Politico, τέσσερα ζητήματα ξεχωρίζουν: η στάση απέναντι στην Κίνα, η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, η μάχη για τον νέο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ και οι διεθνείς κρίσεις, από την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή.

Στο επίκεντρο, ωστόσο, βρίσκονται δύο μεγάλα θέματα: η οικονομική πρόκληση της Κίνας και η διαπραγμάτευση για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως γράφει το Politico, τα δύο ζητήματα μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, άσχετα μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, όμως, συνδέονται πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται.

Δεν είναι εύκολο να είσαι Ευρωπαίος ηγέτης αυτή την περίοδο, σημειώνει το δημοσίευμα. Την Πέμπτη, οι ηγέτες της ΕΕ καλούνται να εξετάσουν πώς θα αντιμετωπίσουν την απειλή που συνιστά η Κίνα για την ευρωπαϊκή οικονομία. Την Παρασκευή, θα βρεθούν αντιμέτωποι με το ακόμη πιο δύσκολο ερώτημα: ποιος θα πληρώσει.

Οι δύο αυτές συζητήσεις αποτυπώνουν τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές της ιστορίας της. Οι διεθνείς πιέσεις αναγκάζουν την Ευρώπη να δώσει μάχη για τη θέση της στον κόσμο, την ώρα που η άνοδος λαϊκιστικών δυνάμεων στο εσωτερικό περιορίζει ολοένα και περισσότερο τα περιθώρια κινήσεων.

«Συναντιόμαστε με φόντο τον γεωπολιτικό κατακερματισμό, την οικονομική αναδιάταξη και την ταχεία τεχνολογική αλλαγή», δήλωσε τη Δευτέρα η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Η δήλωση αυτή έγινε πριν από τη σύνοδο των ηγετών της G7 στο Εβιάν-λε-Μπεν της Γαλλίας, η οποία άνοιξε μια εβδομάδα έντονης διεθνούς διπλωματίας που συνεχίζεται στις Βρυξέλλες.

Ενώ, όμως, στη G7 κυριάρχησαν από τα πιο «καυτά» διεθνή ζητήματα -το ειρηνευτικό σχέδιο για το Ιράν, η στρατιωτική στήριξη στην Ουκρανία και οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας- η ευρωπαϊκή σύνοδος έχει σχεδιαστεί ώστε να επιτρέψει στους ηγέτες να κάνουν ένα βήμα πίσω και να εξετάσουν τη μεγάλη εικόνα.

Ως η τελευταία τους συνάντηση πριν από το καλοκαιρινό διάλειμμα, η σύνοδος έχει στόχο να δώσει απαντήσεις στο εμπορικό ερώτημα της Κίνας και να προσφέρει ώθηση στην προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου γύρω από τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της ΕΕ. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη εσωτερική διαπραγμάτευση στις Βρυξέλλες φέτος.

Η συνάντηση δίνει σε ηγέτες όπως ο Εμανουέλ Μακρόν, ο Φρίντριχ Μερτς και η Τζόρτζια Μελόνι, που συμμετείχαν νωρίτερα στη σύνοδο της G7, αλλά και στους υπόλοιπους 24 Ευρωπαίους ηγέτες, την ευκαιρία να σκεφτούν πιο στρατηγικά.

Όπως σημειώνει το δημοσίευμα, η φθίνουσα οικονομική ισχύς της Ευρώπης απασχολεί έντονα την ΕΕ, όμως συχνά περνά σε δεύτερη μοίρα, καθώς οι ηγέτες αναγκάζονται να διαχειρίζονται διαδοχικές κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό, ο οποίος δεν θα τεθεί σε ισχύ πριν από τις αρχές του 2028. Ωστόσο, η επίτευξη συμφωνίας ανάμεσα στις 27 κυβερνήσεις -και στη συνέχεια με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο- είναι εξαιρετικά δύσκολη και απαιτεί πολιτική καθοδήγηση από το ανώτατο επίπεδο.

Δύο στρατόπεδα στην Ευρώπη

Οι κυβερνήσεις της ΕΕ φαίνεται να χωρίζονται σε δύο στρατόπεδα. Αν και τα δύο βασικά θέματα της συνόδου -η παγκόσμια οικονομική ανταγωνιστικότητα και ο κεντρικός προϋπολογισμός της Ένωσης, ύψους περίπου 2 τρισ. ευρώ για έργα που καλύπτουν από αγροτικές επιδοτήσεις και πολιτιστικές δράσεις έως νέους δρόμους- δεν φαίνεται να έχουν πολλά κοινά, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πρωτεύουσες είναι εντυπωσιακά παρόμοια.

Σε γενικές γραμμές, οι κυβερνήσεις της βόρειας και δυτικής Ευρώπης ζητούν μικρότερο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Παραδοσιακά αποκαλούνταν «φειδωλοί», λόγω της επιμονής τους στη δημοσιονομική πειθαρχία. Πλέον αυτοπροσδιορίζονται ως «φίλοι του εκσυγχρονισμού», θέλοντας να δείξουν ότι δεν ενδιαφέρονται μόνο για το ύψος των δαπανών, αλλά και για το πού κατευθύνονται τα χρήματα.

Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνήσεις του Νότου και της Ανατολής επιθυμούν μεγαλύτερο ευρωπαϊκό ταμείο και υπερασπίζονται τις παραδοσιακές προτεραιότητες των ευρωπαϊκών δαπανών. Αυτή η ομάδα αποκαλείται «φίλοι της συνοχής», με τη συνοχή να αποτελεί τον ευρωπαϊκό όρο για τις επενδύσεις στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες.

Για το πρώτο στρατόπεδο, στο οποίο ανήκουν η Γερμανία, η Σουηδία, η Ολλανδία, η Αυστρία και άλλες χώρες, η άνοδος της Κίνας, ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία και η συναλλακτική προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχουν αλλάξει ριζικά τη συζήτηση.

Κατά την άποψή τους, η Ευρώπη πιέζεται από όλες τις πλευρές. Οι Κινέζοι κατασκευαστές έχουν κυριαρχήσει σε τομείς στους οποίους άλλοτε πρωταγωνιστούσε η ΕΕ, από την αυτοκινητοβιομηχανία έως τις καθαρές τεχνολογίες. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει δασμούς και επιδιώκουν ολοένα περισσότερο να προσελκύσουν επενδύσεις και παραγωγή μακριά από την Ευρώπη.

Με την ευρωπαϊκή βιομηχανία να πιέζεται από τον κινεζικό ανταγωνισμό, τη βιομηχανική πολιτική της Ουάσιγκτον να τραβά επενδύσεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και τις παλαιές βεβαιότητες για τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας να αμφισβητούνται, οι κυβερνήσεις πιέζονται να διασφαλίσουν ότι οι ευρωπαϊκές δαπάνες αντανακλούν έναν πολύ πιο ασταθή κόσμο.

«Πρέπει να μπορούμε να προσαρμόσουμε τον προϋπολογισμό μας στις νέες προτεραιότητες και να διαθέσουμε περισσότερους ίδιους πόρους, αντί να μένουμε εγκλωβισμένοι σε παρωχημένα πλαίσια», δήλωσε στο Politico ανώτερος διπλωμάτης από χώρα που ανήκει σε αυτό το στρατόπεδο.

Η προοπτική να μείνει η ΕΕ πίσω από δύο οικονομικές υπερδυνάμεις, οι οποίες είναι διατεθειμένες να χρησιμοποιήσουν πολύ πιο επιθετικά την κρατική ισχύ για τη στήριξη των βιομηχανιών τους, θα πρέπει να ανησυχεί τις κυβερνήσεις, σημείωσε άλλος διπλωμάτης.

Ανταγωνιστικότητα ή συνοχή: Το δίλημμα για τα ευρωπαϊκά κονδύλια

Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας είναι αυτό που τροφοδοτεί την πίεση των βόρειων και δυτικών χωρών για αναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο δαπανώνται τα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Για αυτές τις χώρες, υπερβολικά μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού της ΕΕ παραμένει δεσμευμένο σε κατηγορίες δαπανών που σχεδιάστηκαν για μια άλλη εποχή. Υποστηρίζουν ότι η Ένωση δεν μπορεί να συνεχίσει να διαθέτει τεράστια ποσά σε αγροτικές επιδοτήσεις και σε χρηματοδότηση λιγότερο ανεπτυγμένων περιοχών, ενώ δυσκολεύεται να χρηματοδοτήσει την άμυνα, την καινοτομία, την ενεργειακή ανθεκτικότητα και τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα.

Το επιχείρημα αυτό, ωστόσο, δεν πείθει την ομάδα των «φίλων της συνοχής». Οι χώρες αυτές υποστηρίζουν ότι, από τον επόμενο προϋπολογιστικό κύκλο, τα κονδύλια συνοχής μπορούν να διοχετευθούν σε νέες προτεραιότητες, όπως η άμυνα, η στέγαση και η ανταγωνιστικότητα, τομείς που δεν ήταν επιλέξιμοι τα προηγούμενα χρόνια.

Παράλληλα, επισημαίνουν ότι οι αγροτικές και περιφερειακές δαπάνες έχουν ήδη υποστεί σημαντικό πλήγμα στην αρχική πρόταση για τον προϋπολογισμό, την οποία παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον περασμένο Ιούλιο.

«Δεν θεωρούμε ότι οι παραδοσιακές πολιτικές προστατεύονται επαρκώς», δήλωσε την Τρίτη στους ομολόγους του ο υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Ιταλίας, Τομάζο Φότι.

Το συνολικό μερίδιο των αγροτικών και περιφερειακών ενισχύσεων έχει μειωθεί από 60% στον σημερινό προϋπολογισμό σε 41,4% στο τελευταίο διαπραγματευτικό έγγραφο που παρουσίασε η Κύπρος, στο πλαίσιο της εξάμηνης εκ περιτροπής προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.

«Αδιανόητο» να μείνει η ΕΕ χωρίς προϋπολογισμό το 2028

Η Παρασκευή αποτελεί την πρώτη ευκαιρία για τους ηγέτες να συζητήσουν την τελευταία εκδοχή του σχεδίου δαπανών.

«Δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι θέσεις δεν συγκλίνουν πλήρως. Το ζητούμενο, όμως, είναι αυτές οι συζητήσεις να συμβάλουν στη διαμόρφωση μιας πορείας προς συμφωνία έως το τέλος του έτους», δήλωσε ανώτερος αξιωματούχος της ΕΕ που εργάζεται πάνω στον προϋπολογισμό.

«Στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον, η προοπτική να μην υπάρχει λειτουργικός προϋπολογισμός το 2028 είναι απλώς αδιανόητη. Για να γίνει αυτό εφικτό, πρέπει να υπάρξει πλήρης συμφωνία στο τέλος της χρονιάς», πρόσθεσε.

Διπλωμάτης από χώρα που βρίσκεται στο ενδιάμεσο των δύο στρατοπέδων εκτίμησε ότι οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες δεν έχουν ακόμη προσαρμοστεί στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που καλείται να αντιμετωπίσει η ΕΕ.

«Αυτές οι χώρες εξακολουθούν να μιλούν σαν να βρισκόμαστε στο 2008 και σαν να μην υπάρχει καμία απειλή», είπε. «Πρέπει να πούμε: κοιτάξτε, φτιάξαμε δρόμους, αυτοκινητοδρόμους και γέφυρες. Τώρα πρέπει να επενδύσουμε στις παραμεθόριες περιοχές, στην άμυνα και στην ασφάλεια. Ο μόνος τρόπος να υπάρξει συμβιβασμός είναι τα νέα χρήματα να συνοδευτούν από καλύτερους τρόπους αξιοποίησής τους».

Η δυσαρέσκεια αυτή κερδίζει έδαφος μεταξύ κυβερνήσεων που θεωρούν ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες εδώ και χρόνια αναγνωρίζουν τις νέες γεωπολιτικές πραγματικότητες, χωρίς όμως να τις αποτυπώνουν στον προϋπολογισμό.

Δύο διπλωμάτες εξέφρασαν την ενόχλησή τους για το γεγονός ότι διαδοχικά Ευρωπαϊκά Συμβούλια έχουν ζητήσει περισσότερες επενδύσεις στην ανταγωνιστικότητα, την οικονομική ασφάλεια και τη στρατηγική αυτονομία, αλλά οι διαπραγματεύσεις επιστρέφουν σταθερά στην προστασία των παραδοσιακών πυλώνων του προϋπολογισμού.

Το βόρειο μπλοκ επέκρινε ως ανεπαρκή την πρόταση της Κύπρου για μείωση κατά 2% του συνολικού προϋπολογισμού. Οι ίδιες χώρες απογοητεύτηκαν επίσης από το γεγονός ότι οι περισσότερες εξοικονομήσεις προέρχονται από τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και την αναπτυξιακή βοήθεια προς τρίτες χώρες, ενώ οι περιφερειακές ενισχύσεις αυξάνονται κατά 5 δισ. ευρώ στον επόμενο προϋπολογιστικό κύκλο.

Ζητήματα όπως το ενεργειακό κόστος, η έρευνα και η καινοτομία, η άμυνα και η ασφάλεια θα έπρεπε να έχουν λάβει μεγαλύτερη προτεραιότητα, υποστήριξαν οι δύο διπλωμάτες. Την ίδια στιγμή, εξέφρασαν τη λύπη τους για το γεγονός ότι πολλά κράτη-μέλη παραμένουν υπερβολικά εξαρτημένα από τις αγροτικές και τις διαρθρωτικές χρηματοδοτήσεις ώστε να εξετάσουν έναν ριζικό επανασχεδιασμό των οικονομικών της Ένωσης.

Οι εσωτερικές πιέσεις φρενάρουν τις φιλοδοξίες της ΕΕ

Το αποτέλεσμα είναι ένα αυξανόμενο χάσμα ανάμεσα στις προκλήσεις που περιγράφουν οι ηγέτες και στις δαπάνες που είναι διατεθειμένοι να υπερασπιστούν. Το χάσμα αυτό μπορεί να φανεί πολύ καθαρά ανάμεσα στη συζήτηση για την Κίνα και το εμπόριο το βράδυ της Πέμπτης και στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό το πρωί της Παρασκευής.

Η ένταση αναμένεται να γίνει ακόμη μεγαλύτερη, καθώς παρά τις απαιτήσεις για πιο φιλόδοξο προϋπολογισμό, οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρούς εσωτερικούς πολιτικούς περιορισμούς.

«Πώς μπορούμε να πούμε στους ψηφοφόρους ότι θέλουμε να βάλουμε περισσότερα χρήματα από όσα παίρνουμε πίσω;» διερωτήθηκε διπλωμάτης δυτικοευρωπαϊκής χώρας. «Ποιος μπορεί αυτή τη στιγμή να καταρτίσει προϋπολογισμό;»

Ο ίδιος διπλωμάτης αναφέρθηκε στην αυξανόμενη πίεση από εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα σε όλη την Ευρώπη, η οποία καθιστά πολιτικά επικίνδυνη για τις κυβερνήσεις τη στήριξη υψηλότερων συνεισφορών προς τις Βρυξέλλες.

Η λαϊκιστική Δεξιά αισθάνεται «αναζωογονημένη», είπε ο διπλωμάτης. «Τι καλύτερη δικαιολογία να πει κανείς στους ψηφοφόρους; “Τα χρήματά σας τα παίρνουν και τα δίνουν στις Βρυξέλλες – σε διπλωμάτες που πίνουν σαμπάνια και τρώνε χαβιάρι;”»

Όπως σημειώνει το Politico, η διπλή συζήτηση για την Κίνα και τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αναδεικνύει το ίδιο βασικό δίλημμα: η Ευρώπη γνωρίζει ότι πρέπει να κινηθεί πιο αποφασιστικά σε έναν κόσμο πιο σκληρό και ανταγωνιστικό, αλλά παραμένει βαθιά διχασμένη για το πώς θα πληρώσει αυτή τη μετάβαση.