Πώς άλλαξε το λιανεμπόριο τα τελευταία 7 χρόνια – Οι τρεις φάσεις και ο ρόλος της ακρίβειας

Ο όγκος στο +11,0%, από την έναξη της πανδημίας το 2019, η αξία στο +40,6%. Aποκαλυπτική έκθεση της Eurobank για το λιανεμπόριο

Λιανεμπόριο, μαγαζιά στην Ερμού©eurokinissi

Η πανδημία και η ακρίβεια άλλαξαν το λιανεμπόριο τα τελευταία επτά χρόνια στην Ελλάδα. Πώς; Τις απαντήσεις έδωσε η έκθεση της Eurobank. Στο προ ημερών εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο της, «7 Ημέρες Οικονομία», η τράπεζα, κάνει λόγο για αύξηση 40,6% στον τζίρο και μόλις 11% στον όγκο πωλήσεων από το 2019, (λίγο πριν ξεκινήσει η πανδημία) και μιλά για τρεις φάσεις του λιανεμπορίου από το 2020 έως και σήμερα.

Πιο συγκεκριμένα, η Eurobank εξέτασε την πορεία δύο δεικτών, του δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου και του αντίστοιχου δείκτη κύκλου εργασιών. Ο πρώτος αποτυπώνει τον όγκο των πωλήσεων, αφαιρεί δηλαδή την επίδραση του πληθωρισμού από την αξία των πωλήσεων και απαντά στο ερώτημα του πόσο μεταβάλλεται η ποσότητα προϊόντων που αγοράζουν οι καταναλωτές. Ο δεύτερος δείχνει τον τζίρο των επιχειρήσεων, δηλαδή παρουσιάζει την αξία των πωλήσεων σε τρέχουσες τιμές και απαντά στο ερώτημα του πόσο μεταβάλλονται οι νομισματικές μονάδες που δαπανούν οι καταναλωτές (ονομαστική δαπάνη) για την αγορά προϊόντων. Ακόμη, πραγματοποιείται ανάλυση για  οκτώ βασικές κατηγορίες καταστημάτων λιανικού εμπορίου. Ποιες είναι αυτές; Μεγάλα καταστήματα τροφίμων (super markets), πολυκαταστήματα, καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων, τρόφιμα-ποτά-καπνός, φαρμακευτικά-καλλυντικά, ένδυση-υπόδηση, έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός και βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη.

Όλα όσα αναφέρει η έκθεση της Eurobank

Ας δούμε αναλυτικά τι συνέβη στο λιανεμπόριο τα τελευταία επτά χρόνια, σύμφωνα με όσα ανέφερε η έκθεση της Eurobank.

Στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 ο μέσος γενικός δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου στην Ελλάδα ήταν κατά 11,0% υψηλότερος σε σύγκριση με το αντίστοιχο, προ πανδημίας διάστημα του 2019, επίδοση σχετικά κοντά στη σωρευτική αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, το οποίο το α’ τρίμηνο του 2026 ήταν υψηλότερο κατά 12,7% έναντι του α’ τριμήνου του 2019. Την ίδια στιγμή, όμως, η αξία των λιανικών πωλήσεων ήταν κατά 40,6% υψηλότερη σε σχέση με το πρώτο πεντάμηνο του 2019, με τον αποπληθωριστή, τον αριθμοδείκτη δηλαδή που χρησιμοποιείται για να μετράει τη μεταβολή των τιμών, να καταγράφει σωρευτική άνοδο 26,7%.

Η ανάλυση παρακολουθεί δύο μεγέθη. Ο δείκτης όγκου αφαιρεί την επίδραση του πληθωρισμού και δείχνει πόσο μεταβάλλεται η ποσότητα προϊόντων που αγοράζουν οι καταναλωτές, ενώ ο δείκτης κύκλου εργασιών αποτυπώνει την αξία των πωλήσεων σε τρέχουσες τιμές, δηλαδή την ονομαστική δαπάνη. Όταν ο κύκλος εργασιών αυξάνεται ταχύτερα από τον όγκο, η μεταξύ τους απόκλιση αντανακλά αύξηση των τιμών. Η ίδια ανάλυση γίνεται και για τις οκτώ βασικές κατηγορίες καταστημάτων, από τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων και τα πολυκαταστήματα έως τα βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη.

Οι τρεις φάσεις

Πρώτη φάση, η πανδημία

Βάσει των εποχικά διορθωμένων μηνιαίων στοιχείων, μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2020, ο γενικός δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου μειώθηκε κατά 26,4%. Στη δεύτερη περίοδο επιβολής αυστηρών περιοριστικών μέτρων η υποχώρηση ήταν αισθητά ηπιότερη, καθώς μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2020 ο δείκτης μειώθηκε κατά 13,0%, εξέλιξη που αντανακλά, μεταξύ άλλων, τη σταδιακή προσαρμογή επιχειρήσεων και καταναλωτών στις νέες συνθήκες, καθώς και τα εκτεταμένα μέτρα στήριξης.

Η επίδραση δεν ήταν ομοιόμορφη. Στην ένδυση-υπόδηση ο όγκος των πωλήσεων μειώθηκε κατά 72,3% μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2020, ενώ απώλειες άνω του 50% στο ίδιο διάστημα κατέγραψαν τα καλλυντικά, τα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός και τα βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη. Σημαντικές ήταν οι απώλειες και στα πολυκαταστήματα (-27,8%), στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (-26,4%) και στα τρόφιμα-ποτά-καπνός (-22,2%). Αντίθετα, τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων επέδειξαν ανθεκτικότητα, με τον όγκο των πωλήσεων να αυξάνεται κατά 16,5% τον Μάρτιο του 2020 σε σχέση με τον Φεβρουάριο και να παραμένει συνολικά κοντά στα προ πανδημίας επίπεδα κατά το πρώτο lockdown.

Δεύτερη φάση, ανάκαμψη και ενεργειακή κρίση

Με τη σταδιακή άρση των μέτρων, τον Μάιο του 2021 ο γενικός δείκτης όγκου διαμορφώθηκε σε επίπεδο κατά 8,7% υψηλότερο σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2020, με βασική πηγή χρηματοδότησης τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις της περιόδου της πανδημίας. Στην ένδυση-υπόδηση ο όγκος των πωλήσεων, υπερέβαινε τον ίδιο μήνα κατά 25,9% το επίπεδο του Φεβρουαρίου του 2020. Ο αποπληθωριστής του κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο, ο οικονομικός δείκτης που αφαιρεί την επίδραση του πληθωρισμού από τα έσοδα μιας επιχείρησης ή ενός κλάδου, αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 3,9% τον Δεκέμβριο του 2021, έναντι -1,9% τον αντίστοιχο μήνα του 2020, στοιχείο που σημαίνει ότι η αρχική επιτάχυνση του πληθωρισμού αντανακλούσε εν μέρει και επίδραση βάσης. Με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, ο πληθωρισμός ανήλθε τον Σεπτέμβριο του 2022 στο 12,1%, την υψηλότερη τιμή από τον Ιανουάριο του 1997, οπότε και ξεκινά η διαθεσιμότητα των σχετικών στοιχείων.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η ενεργειακή κρίση αποτυπώθηκαν σε απότομη απόκλιση των δύο δεικτών. Το 2022 οι πωλήσεις σε τρέχουσες τιμές ενισχύθηκαν κατά μέσο όρο 12,4%, ενώ ο όγκος κατά μόλις 3,4%. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών, καταγράφηκαν στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (24,5%), στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (10,6%) και στα τρόφιμα-ποτά-καπνός (9,7%), με τις δύο κατηγορίες που συνδέονται με την κατανάλωση τροφίμων να καταγράφουν μείωση όγκου κατά 2,6% και 1,8% αντίστοιχα.

Η απόκλιση διατηρήθηκε και το 2023. Ο συνολικός όγκος μειώθηκε κατά 3,3%, ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 3,8% και ο δείκτης τιμών ενισχύθηκε κατά 7,4%. Στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων ο όγκος υποχώρησε κατά 3,1% με τον τζίρο στο +8,1%, ενώ στα τρόφιμα-ποτά-καπνός ο όγκος αυξήθηκε κατά μόλις 1,9% έναντι αύξησης του κύκλου εργασιών κατά 12,0%. Παράλληλα, ο ρυθμός αύξησης του όγκου επιβραδύνθηκε στην ένδυση-υπόδηση και στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακό εξοπλισμό, ενώ στα φαρμακευτικά-καλλυντικά καταγράφηκε υποχώρηση.

Τρίτη φάση, αποκλιμάκωση και επιστροφή του όγκου

Παρά την αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων το 2024, με τον δείκτη που μετρά τις συνολικές μεταβολές των τιμών όλων των αγαθών και υπηρεσιών,  να αυξάνεται κατά 3,3%, ο όγκος των πωλήσεων υποχώρησε εκ νέου κατά 1,6%, με ηπιότερο ωστόσο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι πραγματικές πωλήσεις ανέκαμψαν το 2025 (2,1%), τάση που συνεχίστηκε και στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 (3,5%). Με εξαίρεση τα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων και την ένδυση-υπόδηση, σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες καταγράφηκε άνοδος του όγκου των πωλήσεων.

Η εικόνα της επταετίας, με βάση τη σύγκριση Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 έναντι Ιανουαρίου-Μαΐου 2019, δείχνει ιδιαίτερα ισχυρή άνοδο όγκου στα φαρμακευτικά-καλλυντικά (83,4%, με τζίρο 98,4% και αποπληθωριστή 8,2%), στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακό εξοπλισμό (39,5%, με τζίρο 45,2% και τιμές 4,0%) και στα βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη (38,4%, με τζίρο 46,0% και τιμές 5,5%). Στον αντίποδα, στην ένδυση-υπόδηση ο όγκος παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος (0,5%), με τον κύκλο εργασιών στο 25,1% και τις τιμές στο 24,4%. Στα πολυκαταστήματα, ο όγκος υποχώρησε κατά 2,7%, με τζίρο 11,2% και τιμές 14,3%, ενώ στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων ο όγκος μειώθηκε κατά 13,0%, παρά την αύξηση της αξίας των πωλήσεων κατά 5,8% και τη σωρευτική άνοδο των τιμών κατά 21,7%. Στα τρόφιμα-ποτά-καπνός η αξία αυξήθηκε κατά 35,6% και ο όγκος κατά μόλις 1,6%, με τον αποπληθωριστή στο 33,5%.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει η πορεία των καναλιών λιανικής πώλησης τροφίμων. Στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων ο όγκος αυξήθηκε κατά 13,3% σε σχέση με το πρώτο πεντάμηνο του 2019, με τον τζίρο στο 53,7% και τον δείκτη τιμών στο 35,7%, έναντι αύξησης όγκου μόλις 1,6% στην κατηγορία τρόφιμα-ποτά-καπνός. Δεδομένου ότι η σωρευτική αύξηση των τιμών ήταν παρόμοια στις δύο κατηγορίες, η απόκλιση παρέχει ενδείξεις μετατόπισης μέρους της καταναλωτικής δαπάνης προς τα σούπερ μάρκετ έναντι των εξειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων.

Η τρέχουσα συγκυρία

Στις γεωπολιτικές εντάσεις, στην άνοδο των δασμών και στην όξυνση των εμπορικών εντάσεων διεθνώς προστέθηκε, κατά τους τελευταίους πέντε μήνες, σύμφωνα πάντα με την έκθεση της Eurobank, ένα νέο αρνητικό σοκ προσφοράς, το οποίο συνδέεται με την κρίση στον Περσικό Κόλπο και την αύξηση των τιμών της ενέργειας, γεγονός που δημιουργεί καθοδικούς κινδύνους για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Προς το παρόν, πάντως, τόσο ο όγκος των λιανικών πωλήσεων όσο και ο δείκτης εμπιστοσύνης στον κλάδο παρουσιάζουν ανθεκτικότητα, εξέλιξη που συνδέεται σε έναν βαθμό και με τη θετική πορεία της τουριστικής δραστηριότητας.

Ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου ενισχύθηκε κατά 3,4% σε μηνιαία βάση και 6,5% σε ετήσια τον Μάιο του 2026, από -1,5% και -0,1% αντίστοιχα τον Απρίλιο, ενώ στο δωδεκάμηνο Ιουνίου 2025 έως Μαΐου 2026 η άνοδος ήταν 2,8%, έναντι 0,1% την περίοδο Μαΐου 2024 έως Απριλίου 2025. Ο δείκτης εμπιστοσύνης στο λιανικό εμπόριο διαμορφώθηκε στις 17,0 μονάδες τον Ιούλιο του 2026, από 7,1 μονάδες τον Ιούνιο και 1,7 μονάδες τον Ιούλιο του 2025.

Το ευρύτερο μακροοικονομικό πλαίσιο περιλαμβάνει ετήσια μεταβολή του πραγματικού ΑΕΠ 2,0% το α’ τρίμηνο του 2026, από 2,3% το δ’ τρίμηνο του 2025, ποσοστό ανεργίας 8,0% τον Ιούνιο του 2026 έναντι 9,2% τον Ιούνιο του 2025 και ετήσιο πληθωρισμό 2,7% τον Ιούλιο του 2026, από 3,9% τον Ιούνιο. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος βρέθηκε στις 107,6 μονάδες τον Ιούλιο του 2026, έναντι 96,9 μονάδων στην Ευρωζώνη, ενώ ο δείκτης εμπιστοσύνης καταναλωτή παρέμεινε στις -47,8 μονάδες, έναντι -15,9 μονάδων στην Ευρωζώνη. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Μαΐου 2026 τοποθετούν την ανάπτυξη στο 1,8% φέτος και στο 1,6% το 2027, την ανεργία στο 8,3% και στο 7,9% και τον πληθωρισμό στο 3,7% και στο 2,4% αντίστοιχα.

Συνολικά, όπως καταγράφει η ανάλυση, το λιανικό εμπόριο επέδειξε ανθεκτικότητα παρόμοια με εκείνη του πραγματικού ΑΕΠ, με την πολύ ισχυρότερη αύξηση της αξίας των πωλήσεων να καταδεικνύει τη σημαντική σωρευτική επίδραση των ανατιμήσεων. Η διατήρηση της πρόσφατης ανάκαμψης των πραγματικών πωλήσεων θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από την πορεία του διαθέσιμου εισοδήματος των εγχώριων νοικοκυριών, της ζήτησης από την αλλοδαπή και των τιμών, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και νέων πιέσεων στις διεθνείς τιμές της ενέργειας.