Η επόμενη μέρα του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν: Κούρσα με υψηλό τίμημα για αναπλήρωση των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου

Η διακοπή των ροών πετρελαίου αποκάλυψε τα κενά ενεργειακής ασφάλειας πολλών χωρών. Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν και η ζήτηση θα καθορίσουν τις τιμές

Βαρέλια με πετρελαίου © Freepik

Η ενεργειακή κρίση, με αιχμή το πετρέλαιο και φυσικό αέριο, που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν λειτούργησε ως προειδοποίηση για τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες. Η διακοπή των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ επαναφέρει στο προσκήνιο τη σημασία των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου, με το τίμημα να παραμένει υψηλό καθώς οι πλοιοκτήτες είναι ακόμα επιφυλακτικοί.

Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δημιουργεί θετικές προσδοκίες για την παγκόσμια ναυτιλία και την ομαλοποίηση της κυκλοφορίας στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου παγκοσμίως. Ωστόσο, παρά το θετικό κλίμα, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση.

Κινέζοι πλοιοκτήτες επισημαίνουν ότι τα αυξημένα ασφάλιστρα κινδύνου και η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα θα διατηρήσουν επιφυλακτική τη ναυτιλιακή κοινότητα. Στον Περσικό Κόλπο γίνονται προσπάθειες να προχωρήσουν πάνω από 600 πλοία, μεταξύ των οποίων 118 φορτωμένα δεξαμενόπλοια και περίπου 160 πλοία ελληνικών συμφερόντων, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος των επιπτώσεων στις εμπορικές ροές.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες δεν αναμένεται να μειώσουν άμεσα τις εκτιμήσεις κινδύνου για την περιοχή, με αποτέλεσμα η πλήρης αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και των μεταφορών να απαιτήσει χρόνο. Αναλυτές υπογραμμίζουν ότι καθοριστικός παράγοντας θα είναι η διάρκεια και η σταθερότητα της συμφωνίας, καθώς μόνο μια παρατεταμένη περίοδος ηρεμίας μπορεί να αποκαταστήσει πλήρως την εμπιστοσύνη της αγοράς.

Πάντως, τη Δευτέρα, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προχώρησε σε μια ιστορική κίνηση υπέρ του Ιράν εγκρίνοντας τις πωλήσεις ιρανικού πετρελαίου έως τον Αύγουστο. Μπορεί να διαρκέσει μόνο 60 ημέρες, αν και πιθανόν να γίνει γίνει μόνιμο, καθώς η κίνηση του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ ουσιαστικά αναιρεί τις εδώ και πάνω από 40 χρόνια αμερικανικές κυρώσεις κατά του Ιράν. Ακόμα και τα αμερικανικά διυλιστήρια πλέον επιτρέπεται να εισάγουν ιρανικό πετρέλαιο και να πληρώνουν για αυτό σε δολάρια, εξηγούν διεθνείς αναλυτές στο Bloomberg.

Τα Στενά του Ορμούζ

Τα Στενά του Ορμούζ © EPA/AMIRHOSSEIN KHORGOOEI/ ISNA NEWS AGENCY

Αγώνας δρόμου για τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου στη σκιά ΗΠΑ-Ιράν

Ο πόλεμος με το Ιράν και η σχεδόν πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ για περισσότερο από τρεις μήνες αποτέλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά σοκ των τελευταίων δεκαετιών. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου βρέθηκε εκτός αγοράς, προκαλώντας έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και εκτοξεύοντας την τιμή του Brent κοντά στα 120 δολάρια ανά βαρέλι.

Παρότι το σενάριο θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί σε πολύ σοβαρότερη κρίση, ένας βασικός παράγοντας σταθεροποίησης ήταν η δυνατότητα αξιοποίησης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, αναφέρουν αναλυτές στο Reuters.

Στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης, και τα 32 μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) συμφώνησαν σε μια ιστορική αποδέσμευση 400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να συνεισφέρουν το μεγαλύτερο μέρος της ποσότητας. Η κίνηση αυτή επιβεβαίωσε την αξία ενός μηχανισμού που δημιουργήθηκε μετά το πετρελαϊκό εμπάργκο του 1973, σύμφωνα με τον οποίο τα μέλη του οργανισμού οφείλουν να διατηρούν αποθέματα που αντιστοιχούν σε τουλάχιστον 90 ημέρες καθαρών εισαγωγών.

Το μάθημα της Κίνας και η σημασία των αποθεμάτων πετρελαίου

Ένα δεύτερο σημαντικό δίδαγμα προήλθε από την Κίνα. Αν και δεν είναι πλήρες μέλος του IEA, το Πεκίνο έχει επενδύσει επί χρόνια στη δημιουργία του μεγαλύτερου στρατηγικού αποθέματος πετρελαίου στον κόσμο, το οποίο εκτιμάται ότι ξεπερνά το ένα δισεκατομμύριο βαρέλια.

Η ύπαρξη αυτού του ενεργειακού «ταμείου έκτακτης ανάγκης» επέτρεψε στη μεγαλύτερη εισαγωγέα ενέργειας παγκοσμίως να μειώσει τις αγορές αργού πετρελαίου κατά περισσότερο από ένα τρίτο κατά τη διάρκεια της κρίσης. Ακόμη και αν η πραγματική χρήση αποθεμάτων ήταν μικρότερη από τη μείωση των εισαγωγών, η αγορά έλαβε το μήνυμα ότι η Κίνα μπορούσε να στηριχθεί στις εσωτερικές της εφεδρείες.

Η στρατηγική αυτή εξοικονόμησε δισεκατομμύρια δολάρια για την κινεζική οικονομία και περιόρισε σημαντικά τις πληθωριστικές πιέσεις που έπληξαν άλλες ασιατικές χώρες, οι οποίες εξαρτώνται από τη Μέση Ανατολή για περίπου το 60% των ενεργειακών εισαγωγών τους.

(IEA Φατίχ Μπιρόλ

O επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) Φατίχ Μπιρόλ © EPA/CLEMENS BILAN

Οι πιο ευάλωτες οικονομίες πλήρωσαν βαρύ τίμημα με το πετρέλαιο

Το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα έντονο σε χώρες όπως η Ινδία, το Πακιστάν και η Ταϊλάνδη. Η έλλειψη επαρκών στρατηγικών αποθεμάτων ανάγκασε τις κυβερνήσεις να καταφύγουν σε επιδοτήσεις καυσίμων, περιορισμούς κατανάλωσης, μειωμένα ωράρια λειτουργίας και άλλα μέτρα λιτότητας προκειμένου να περιορίσουν τη ζήτηση.

Η εμπειρία αυτή οδηγεί πλέον πολλές κυβερνήσεις στην επανεξέταση της ενεργειακής τους στρατηγικής. Όσες διαθέτουν δημοσιονομικά περιθώρια προχωρούν σε σχεδιασμούς επέκτασης των στρατηγικών αποθεμάτων, ενώ οι οικονομικά ασθενέστερες εξετάζουν μηχανισμούς μείωσης της κατανάλωσης σε περιόδους κρίσης.

Η Ινδία βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της νέας τάσης. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα του κόσμου, τον τρίτο μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου και έναν από τους βασικούς μοχλούς αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης έως το 2030.

Παρά το μέγεθός της, τα υφιστάμενα στρατηγικά αποθέματα καλύπτουν μόλις οκτώ ημέρες εισαγωγών. Για να φτάσει στο πρότυπο των 90 ημερών που εφαρμόζει ο IEA, θα απαιτούνταν περισσότερα από 400 εκατομμύρια επιπλέον βαρέλια, με εκτιμώμενο κόστος περίπου 28 δισ. δολάρια, αναφέρουν αναλυτές που μίλησαν στο Reuters.

Η κυβέρνηση του Νέου Δελχί έχει ήδη ξεκινήσει κινήσεις προς αυτή την κατεύθυνση, σχεδιάζοντας νέες εγκαταστάσεις αποθήκευσης που θα αυξήσουν σημαντικά την εθνική δυναμικότητα. Ανάλογες πρωτοβουλίες εξετάζει και το Πακιστάν, το οποίο πριν από τον πόλεμο κάλυπτε σχεδόν το 90% των αναγκών του σε πετρέλαιο και LNG από τη Μέση Ανατολή.

Νέα ζήτηση και επιπτώσεις στην αγορά πετρελαίου

Η τάση δεν περιορίζεται στην Ασία. Η Αυστραλία, η μόνη χώρα-μέλος του IEA που συστηματικά δεν κάλυπτε τις υποχρεώσεις στρατηγικών αποθεμάτων, ανακοίνωσε πρόγραμμα επενδύσεων ύψους 7 δισ. δολαρίων για τη δημιουργία αποθεμάτων καυσίμων.

Παράλληλα, χώρες όπως η Σιγκαπούρη, σημαντικός κόμβος διύλισης πετρελαίου στην Ασία, εξετάζουν την επέκταση των εγκαταστάσεων αποθήκευσης. Στην Ευρώπη, όπου ήδη λειτουργεί εκτεταμένο δίκτυο αποθηκών φυσικού αερίου, ενισχύεται η συζήτηση για νέες κρατικά ελεγχόμενες υποδομές, καθώς το LNG καλύπτει πλέον πάνω από το 40% της κατανάλωσης φυσικού αερίου.

Ακόμη και οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση. Εθνικές εταιρείες του Κόλπου αναζητούν πρόσθετους αποθηκευτικούς χώρους εκτός περιοχής ώστε να διατηρούν την ευελιξία των εξαγωγών τους σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης. Η Saudi Aramco, η οποία ήδη διαθέτει εγκαταστάσεις στην Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, την Αίγυπτο και τη βορειοδυτική Ευρώπη, εξετάζει νέα επέκταση του δικτύου της.

Αμίν Νάσερ, CEO της Saudi Aramco © EPA/ ARAMCO HANDOUT

Αμίν Νάσερ, CEO της Saudi Aramco © EPA/ ARAMCO HANDOUT

Σύμφωνα με υπολογισμούς της αγοράς, όλα αυτά τα σχέδια θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ανάγκη για περίπου 500 εκατομμύρια επιπλέον βαρέλια πετρελαίου και προϊόντων διύλισης τα επόμενα χρόνια.

Την ίδια στιγμή, τα ήδη απομειωμένα αποθέματα θα πρέπει να αναπληρωθούν. Από την έναρξη της κρίσης έχουν αντληθεί περίπου 400 εκατομμύρια βαρέλια από τα παγκόσμια στρατηγικά αποθέματα και η διαδικασία αναπλήρωσης αναμένεται να συνεχιστεί ακόμη και μετά την πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Συνολικά, η αγορά θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με πρόσθετη ζήτηση που προσεγγίζει το ένα δισεκατομμύριο βαρέλια. Ακόμη και αν αυτή η ζήτηση κατανεμηθεί σε βάθος αρκετών ετών, θα προσφέρει σημαντική στήριξη στις τιμές του πετρελαίου.

Μακροπρόθεσμα, η δημιουργία μεγαλύτερων στρατηγικών αποθεμάτων ενδέχεται να καταστήσει το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα πιο ανθεκτικό απέναντι σε γεωπολιτικές κρίσεις. Χώρες όπως η Ινδία θα μπορούν στο μέλλον να μειώνουν τις εισαγωγές τους σε περιόδους υψηλών τιμών, ακολουθώντας το παράδειγμα της Κίνας και περιορίζοντας τις ακραίες διακυμάνσεις της αγοράς.

Πόσο εφικτό είναι να κρατήσει η συμφωνία για ομαλοποίηση της αγοράς πετρελαίου

Τα ερωτήματα για τη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν διατηρούν τις επιφυλάξεις. Η συμφωνία, εφόσον εφαρμοστεί πλήρως έως τα μέσα Αυγούστου, επιτρέπει την απρόσκοπτη μεταφορά πετρελαίου, φυσικού αερίου, λιπασμάτων και άλλων ενεργειακών προϊόντων προς τις αγορές της Ευρώπης και της Ασίας.

Η εξέλιξη αυτή θεωρήθηκε καθοριστική για την αποκλιμάκωση μιας κρίσης που είχε προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν έως και 50%, ενώ τα στρατηγικά αποθέματα πολλών χωρών μειώθηκαν σημαντικά. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα αποθέματα πετρελαίου βρέθηκαν στα χαμηλότερα επίπεδα από τη δεκαετία του 1980.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, παρουσίασε τη συμφωνία ως σημαντική διπλωματική επιτυχία. Ωστόσο, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η συμφωνία ουσιαστικά επαναφέρει την κατάσταση στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, χωρίς να επιλύει οριστικά τα βαθύτερα αίτια της κρίσης.

Η στρατηγική πίεση που άσκησε το Ιράν στα Στενά του Ορμούζ μέσω του ελέγχου της ναυσιπλοΐας στην περιοχή ανάγκασε τελικά την Ουάσιγκτον να αναζητήσει διπλωματική διέξοδο. Η προοπτική παρατεταμένης διακοπής των ενεργειακών ροών θα μπορούσε να οδηγήσει πολλές οικονομίες σε ύφεση, ενώ θα επιβάρυνε περαιτέρω τον ήδη αυξημένο πληθωρισμό.

Στο πλαίσιο της συμφωνίας προβλέπεται η άρση των οικονομικών και εμπορικών κυρώσεων κατά του Ιράν, επιτρέποντας στην Τεχεράνη να επανέλθει πλήρως στις διεθνείς αγορές πετρελαίου. Η επιστροφή ιρανικών ποσοτήτων στην αγορά εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την προσφορά και θα συμβάλει στη σταθεροποίηση των τιμών.

τραμπ ιραν

O Τραμπ υπογράφει τη συμφωνία με το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου ©YouTube/ printscreen

Τα εμπόδια για μια μόνιμη συμφωνία

Παρά το θετικό κλίμα, οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές, εξηγούν διεθνείς αναλυτές. Το μεγαλύτερο αγκάθι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Οι δύο πλευρές διαθέτουν μόλις 60 ημέρες για να καταλήξουν σε μια πιο ολοκληρωμένη συμφωνία σχετικά με τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου και τους μηχανισμούς διεθνούς εποπτείας.

Οι διαπραγματεύσεις θεωρούνται εξαιρετικά σύνθετες. Άλλωστε, η συμφωνία του 2015 για τα πυρηνικά είχε χρειαστεί περισσότερο από ενάμιση χρόνο διαβουλεύσεων μέχρι να ολοκληρωθεί.

Επιπλέον, η κατάσταση στη Μέση Ανατολή παραμένει εύθραυστη. Οι συγκρούσεις στον Λίβανο και οι εντάσεις μεταξύ Ισραήλ και φιλοϊρανικών οργανώσεων εξακολουθούν να αποτελούν παράγοντα αστάθειας. Οποιαδήποτε αναζωπύρωση των συγκρούσεων θα μπορούσε να οδηγήσει εκ νέου σε περιορισμούς στη ναυσιπλοΐα και σε νέα άνοδο των τιμών του πετρελαίου.

Οι οικονομικές επιπτώσεις δεν έχουν τελειώσει

Παρότι οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν από τα επίπεδα των περίπου 100 δολαρίων το βαρέλι κατά τη διάρκεια της κρίσης στα περίπου 75 δολάρια σήμερα, παραμένουν σημαντικά υψηλότερες από τα περίπου 60 δολάρια που ίσχυαν πριν από τον πόλεμο.

Η σταδιακή απελευθέρωση των φορτίων που είχαν εγκλωβιστεί στην περιοχή αναμένεται να αυξήσει την προσφορά τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, νέα έργα σε χώρες όπως η Βραζιλία, οι ΗΠΣ και η Γουιάνα ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω την παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου.

Ωστόσο, οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ δεν εξαφανίζονται άμεσα. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει ήδη τροφοδοτήσει πληθωριστικές πιέσεις στις μεγάλες οικονομίες, ενώ οι κεντρικές τράπεζες εξετάζουν το ενδεχόμενο διατήρησης ή ακόμη και αύξησης των επιτοκίων.

Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι η παγκόσμια ανάπτυξη επιβραδύνεται, με τις υψηλές τιμές ενέργειας να αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες πίεσης. Ιδιαίτερα η Ευρώπη και αρκετές ασιατικές οικονομίες παραμένουν ευάλωτες στις εξελίξεις της ενεργειακής αγοράς.

Πίσω την κρίση του Ορμούζ και το θολό τοπίο, φαίνεται κάτι σαφές: γεγονότα που θεωρούνται απίθανα, μπορούν πράγματι να συμβούν, να διαρκέσουν περισσότερο από όσο αναμένεται και να πλήξουν κυρίως όσους δεν διαθέτουν επαρκή ενεργειακά αποθέματα. Για πολλές χώρες, η ενεργειακή ασφάλεια δεν αποτελεί πλέον επιλογή, αλλά στρατηγική αναγκαιότητα.

Η εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν προσφέρει μια σημαντική ανάσα στις αγορές και περιορίζει τον κίνδυνο μιας νέας ενεργειακής κρίσης. Ωστόσο, η σταθερότητα της συμφωνίας θα κριθεί τους επόμενους μήνες. Για την ώρα, το πετρέλαιο επιστρέφει σταδιακά στις διεθνείς αγορές, αλλά οι γεωπολιτικές εντάσεις που προκάλεσαν την κρίση εξακολουθούν να αποτελούν απειλή για την παγκόσμια οικονομία.