Η παρατεταμένη διαταραχή στις παγκόσμιες ροές πετρελαίου γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει τη μεγάλη εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές. Σύμφωνα με μελέτη του Bruegel, η ΕΕ πρέπει να προετοιμαστεί για πιθανές ελλείψεις καυσίμων και όχι μόνο για υψηλότερες τιμές.
Η συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν για τον τερματισμό της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να ενίσχυσε την αισιοδοξία στις αγορές, όμως η διεθνής ναυτιλιακή βιομηχανία προειδοποιεί ότι η επιστροφή στην ομαλότητα θα είναι σταδιακή και γεμάτη προκλήσεις, γεγονός που επηρεάζει περισσότερο την Ευρώπη.
Η δανέζικη ναυτιλιακή εταιρεία Maersk διατηρεί σημαντικούς περιορισμούς στις μεταφορές φορτίων και έκτακτες προσαυξήσεις ναύλων στον Περσικό Κόλπο, υπογραμμίζοντας ότι η ναυσιπλοΐα στην περιοχή απέχει ακόμη από την εξομάλυνση, παρά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν. Η συμφωνία περιορίζει τους φόβους για μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση, ωστόσο, το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν ο πόλεμος θα αποτελέσει απλώς ένα προσωρινό σοκ ή σημείο καμπής για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.
Η τιμή του πετρελαίου υποχώρησε κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι για πρώτη φορά από τις αρχές Μαρτίου, αλλά παρά τις προσδοκίες για μια πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, οι διεθνείς τιμές πετρελαίου και ενέργειας εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα τουλάχιστον έως τις αρχές του 2027. Η ανάγκη αναπλήρωσης αποθεμάτων σε Ευρώπη και Ασία παραμένει ισχυρή και αναμένεται να στηρίξει τη ζήτηση.
Παράλληλα, η έλλειψη σαφούς εικόνας για τις ζημιές στις ενεργειακές εγκαταστάσεις και η διστακτικότητα των ναυτιλιακών ομίλων να επαναφέρουν άμεσα τα πλοία τους σε μια περιοχή που εξακολουθεί να θεωρείται εύθραυστη γεωπολιτικά, συγκρατούν την προσφορά. Για το λόγο αυτό οι αναλυτές δεν προβλέπουν σημαντική υποχώρηση των τιμών της ενέργειας μέσα στο 2026.
Σημαντικές αβεβαιότητες εξάλλου εξακολουθούν να υπάρχουν γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι το πέρασμα θα ανοίξει χωρίς επιβαρύνσεις για τα πλοία, ωστόσο, η Τεχεράνη έχει αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο επιβολής ειδικών τελών διέλευσης. Αναλυτές προειδοποιούν ότι ακόμη και περιορισμένες χρεώσεις θα μπορούσαν να αποθαρρύνουν πλοιοκτήτες και να καθυστερήσουν την επιστροφή της κανονικής κυκλοφορίας, αναφέρουν αναλυτές στο Politico.
Η Kpler εκτιμά ότι τα δεξαμενόπλοια που παραμένουν εγκλωβισμένα στην περιοχή μπορούν να αποχωρήσουν άμεσα, όμως η πλήρης αποκατάσταση των μεταφορών πιθανότατα θα απαιτήσει αρκετούς μήνες. Επιπλέον, απαιτείται χρόνος για την αποναρκοθέτηση της περιοχής, την αξιολόγηση των ζημιών και την προσαρμογή των ασφαλίστρων.
Ακόμη και αν αποκατασταθεί πλήρως η λειτουργία των Στενών του Ορμούζ, η Ευρώπη εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) καθώς υπολείπεται των στόχων αναπλήρωσης των αποθεμάτων φυσικού αερίου ενόψει του χειμώνα. Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει σε πιο επιθετικές αγορές LNG από ευρωπαϊκές χώρες.
Ταυτόχρονα, η Ασία αναμένεται να αυξήσει τη ζήτησή της λόγω των υψηλών θερμοκρασιών που συνδέονται με το φαινόμενο «Σούπερ Ελ Νίνιο», η δε Κίνα είναι πιθανόν να επιστρέψει δυναμικά στις αγορές για να αναπληρώσει τα στρατηγικά της αποθέματα, περιορίζοντας τα περιθώρια περαιτέρω πτώσης των τιμών.

Ο πληθωρισμός χωρίς την ενέργεια είναι ο αγαπημένος δείκτης του Φίλιπ Λέιν ©Bloomberg
Τα στελέχη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εκτιμούν άλλωστε ότι το ενεργειακό σοκ έχει ήδη προκαλέσει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία της Ευρωζώνης. Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, και άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρούν ότι η αποκλιμάκωση των τιμών δεν αρκεί για να εξαλείψει τις πληθωριστικές πιέσεις, αναφέρει το Bloomberg. Ο Πέτερ Καζίμιρ υπογράμμισε ότι το κόστος της ενέργειας πιθανότατα θα παραμείνει υψηλό για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι αναμενόταν.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, προειδοποίησε ότι οι τέσσερις μήνες υψηλών τιμών ενέργειας θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις τιμές τροφίμων, αγαθών και υπηρεσιών. Παράλληλα, αρκετοί αναλυτές εξακολουθούν να αναμένουν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση επιτοκίων έως το τέλος του έτους.
Όπως τόνισε η Κριστίν Λαγκάρντ, ακόμη και αν η συμφωνία οριστικοποιηθεί, η μάχη κατά του πληθωρισμού δεν έχει τελειώσει. «Αν ο πληθωρισμός ξεφύγει ξανά, το κόστος για να τεθεί υπό έλεγχο θα είναι πολύ μεγαλύτερο», προειδοποίησε, επισημαίνοντας ότι η αποκατάσταση της σταθερότητας των τιμών παραμένει η κορυφαία προτεραιότητα της ΕΚΤ.

Πετρέλαιο: Γιατί η κρίση μπορεί να διαρκέσει έως το 2027
Όπως σημειώνουν σε μελέτη οι αναλυτές του Bruegel, Τόμας Μράμορ, Αλεξάντερ Ροθ, Σιμόνε Ταλιαπιέτρα και Γκέοργκ Ζάχμαν, η ουσιαστική διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ στις 28 Φεβρουαρίου, μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, προκάλεσε το μεγαλύτερο ενεργειακό σοκ προσφοράς στην ιστορία, επηρεάζοντας κυρίως τις παγκόσμιες αγορές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και πετρελαίου.
Κατά τη διάρκεια του 2025, από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονταν καθημερινά περίπου 15 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου και ακόμη 5 εκατ. βαρέλια πετρελαϊκών προϊόντων, ποσότητα που αντιστοιχούσε σχεδόν στο 20% της παγκόσμιας προσφοράς. Από τη διακοπή της διέλευσης και μετά, οι σωρευτικές απώλειες έχουν ξεπεράσει το 1 δισ. βαρέλια.
Σύμφωνα με μελέτη του Bruegel, παρά τις διεθνείς προσπάθειες για κάλυψη του κενού, η προσφορά πετρελαίου από την πληγείσα περιοχή παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα προπολεμικά επίπεδα, ενώ η παγκόσμια αγορά συνεχίζει να εμφανίζει έλλειμμα. Καθώς η ζήτηση αυξάνεται λόγω της θερινής ταξιδιωτικής περιόδου, το κενό αυτό ενδέχεται να διευρυνθεί περαιτέρω.

Ακόμη και αν τα Στενά του Ορμούζ επαναλειτουργήσουν σύντομα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η παγκόσμια αγορά πετρελαίου θα παραμείνει ελλειμματική για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η επανεκκίνηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, η ανακατανομή εκατοντάδων δεξαμενόπλοιων και η αποκατάσταση των εφοδιαστικών αλυσίδων απαιτούν μήνες.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να εξαρτάται σχεδόν ολοκληρωτικά από το εξωτερικό για την κάλυψη των αναγκών της. Το 2024 το πετρέλαιο αντιστοιχούσε στο 38% του ενεργειακού μείγματος της ΕΕ, ενώ το 97% της κατανάλωσης αργού πετρελαίου προερχόταν από εισαγωγές.
Το μεγαλύτερο μέρος του αργού πετρελαίου διυλίζεται για την παραγωγή καυσίμων οδικών μεταφορών και αερομεταφορών ή χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη στη βιομηχανία.

Πετρέλαιο: Η εξάρτηση της ΕΕ από τις εισαγωγές καυσίμων
Αν και οι συνολικές εισαγωγές πετρελαίου έχουν παραμείνει σχετικά σταθερές τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, η σύνθεσή τους έχει μεταβληθεί σημαντικά. Η Ευρώπη εισάγει πλέον περισσότερα επεξεργασμένα προϊόντα, κυρίως ντίζελ και αεροπορικά καύσιμα.
Η προμήθεια αργού πετρελαίου είναι σχετικά διαφοροποιημένη, με βασικούς προμηθευτές τη Νορβηγία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Καζακστάν. Ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική για τα καύσιμα. Περίπου το 17% της προσφοράς ντίζελ στην ΕΕ προέρχεται από εισαγωγές, κυρίως από τη Σαουδική Αραβία, τις ΗΠΑ και την Ινδία. Αντίστοιχα, σχεδόν το 38% των αναγκών σε αεροπορικά καύσιμα καλύπτεται από εισαγωγές, με βασικούς προμηθευτές το Κουβέιτ, την Ινδία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Την ίδια στιγμή, η συνολική ικανότητα διύλισης της ΕΕ έχει μειωθεί κατά περίπου 5% από το 2015. Παρότι τα διυλιστήρια μπορούν να προσαρμόσουν σε έναν βαθμό την παραγωγή διαφορετικών προϊόντων, η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται όσο απομακρύνονται από τις βέλτιστες συνθήκες λειτουργίας τους.

Μετά το ξέσπασμα της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν, οι τιμές κατέγραψαν έντονη άνοδο. Το αργό Brent αυξήθηκε κατά περισσότερο από 90% σε σχέση με τις αρχές του έτους, το ντίζελ κατά πάνω από 75%, ενώ τα αεροπορικά καύσιμα σημείωσαν άνοδο που ξεπέρασε το 170% στα υψηλά τους.
Για να περιορίσουν τις επιπτώσεις στους καταναλωτές, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν διαθέσει πάνω από 11 δισ. ευρώ σε δημοσιονομικά μέτρα στήριξης. Ωστόσο, σύμφωνα με μελέτη του Bruegel, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των παρεμβάσεων αφορά γενικευμένες επιδοτήσεις ή φορολογικές μειώσεις, οι οποίες διατηρούν τεχνητά υψηλή τη ζήτηση κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περιορισμένης προσφοράς.
Παρά τη συνεχιζόμενη διαταραχή, οι αγορές εμπορευμάτων δεν φαίνεται να προεξοφλούν μια μακροχρόνια κρίση προσφοράς. Οι επενδυτές εξακολουθούν να ελπίζουν σε μια σχετικά γρήγορη αποκλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν. Ωστόσο, η εικόνα θα μπορούσε να αλλάξει απότομα εάν τα αποθέματα συνεχίσουν να μειώνονται.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στα αποθέματα αεροπορικών καυσίμων. Ενώ τα αποθέματα αργού πετρελαίου και ντίζελ παραμένουν κοντά στους μέσους όρους των τελευταίων ετών, τα αποθέματα jet fuel έχουν υποχωρήσει σημαντικά από τις αρχές του έτους, φτάνοντας κάτω από το 70% του μέσου όρου της τελευταίας πενταετίας.

Σύμφωνα με τη μελέτη του Bruegel, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προετοιμαστεί άμεσα για το ενδεχόμενο φυσικών ελλείψεων σε ορισμένα πετρελαϊκά προϊόντα τους επόμενους μήνες.
- Πρώτον, τα κράτη-μέλη θα πρέπει να σταματήσουν τις γενικευμένες επιδοτήσεις καυσίμων που ενισχύουν τη ζήτηση σε περιόδους σπανιότητας.
- Δεύτερον, η ΕΕ οφείλει να καταρτίσει σχέδιο συντονισμένης μείωσης της ζήτησης πετρελαίου, αντίστοιχο με τα μέτρα που εφαρμόστηκαν για το φυσικό αέριο κατά την ενεργειακή κρίση του 2022-2023.
- Τρίτον, θα πρέπει να αποφευχθεί νέα μαζική αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων, ώστε να διατηρηθεί επαρκές απόθεμα ασφαλείας για πραγματικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.
- Τέταρτον, απαιτείται σημαντική βελτίωση της διαφάνειας και της ταχύτητας δημοσίευσης ενεργειακών δεδομένων. Σήμερα οι ευρωπαϊκές στατιστικές εμφανίζουν σημαντικές χρονικές υστερήσεις, δυσχεραίνοντας τον έγκαιρο εντοπισμό πιθανών ελλείψεων.
- Πέμπτον, η ΕΕ πρέπει να χαράξει σαφή στρατηγική περιορισμού της εξάρτησής της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και να επαναξιολογήσει τους μελλοντικούς προμηθευτές της.
- Τέλος, η τρέχουσα κρίση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την επιτάχυνση της ηλεκτροποίησης και της μετάβασης σε καθαρές μορφές ενέργειας, μειώνοντας τόσο τις εκπομπές όσο και την ευπάθεια της Ευρώπης σε μελλοντικές κρίσεις εφοδιασμού.

Πετρέλαιο © Freepik

