Στην αναμόρφωση του εκλογικού συστήματος της Ιταλίας προχωρά η Τζόρτζια Μελόνι, σε μια πρωτοβουλία που τα κόμματα της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζουν ως «αυταρχική» προσπάθεια διασφάλισης της νίκης στις γενικές εκλογές του επόμενου έτους.
Ενόψει της κοινοβουλευτικής συζήτησης που ξεκινά σήμερα Παρασκευή, η πρωθυπουργός δήλωσε ότι οι αλλαγές θα εξασφαλίσουν σταθερότητα, ύστερα από χρόνια πολιτικής αστάθειας που ταλαιπώρησαν την Ιταλία πριν αναλάβει η ίδια την εξουσία.
«Σήμερα θεωρούμαστε πυλώνας σταθερότητας στην Ευρώπη· μέχρι χθες ήμασταν μια ασταθής Ιταλία μέσα σε μια πιο σταθερή Ευρώπη», δήλωσε. «Σε καμία περίπτωση δεν θέλω η Ιταλία να επιστρέψει στην αστάθεια».
Στον πυρήνα της κυβερνητικής πρότασης βρίσκεται ένα σύστημα απλής αναλογικής, το οποίο όμως προβλέπει ένα πρόσθετο «μπόνους» στον πολιτικό συνασπισμό που θα συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους, επιτρέποντάς του να κυβερνήσει ακόμη κι αν δεν έχει εξασφαλίσει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Για να δικαιούνται το μπόνους, που μπορεί να φτάνει έως και το 17,5% των εδρών του Κοινοβουλίου, τα κόμματα θα πρέπει να κατεβαίνουν στις εκλογές με κοινό πρόγραμμα και να έχουν συμφωνήσει εκ των προτέρων σε κοινό υποψήφιο πρωθυπουργό.
Ο νικηφόρος συνασπισμός θα πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον το 42% των ψήφων για να λάβει το «μπόνους πλειοψηφίας». Αν δεν φτάσει αυτό το όριο, οι επιπλέον έδρες θα κατανέμονται αναλογικά.
«Πρόκειται για έναν αναλογικό εκλογικό νόμο – όποιος λαμβάνει τις περισσότερες ψήφους κυβερνά», υποστήριξε η Μελόνι. «Ταυτόχρονα, όμως, δίνει σε εκείνον που έρχεται πρώτος τη δυνατότητα να διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και να κυβερνά για πέντε χρόνια. Σ’ συτό θα έπρεπεόλοι να μπορούμε να συμφωνήσουμε, ιδιαίτερα η Αριστερά».
Ο Λορέντσο Καστελάνι, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Luiss της Ρώμης, εκτιμά ότι η μεταρρύθμιση αντανακλά την ανησυχία της Μελόνι για τις πιθανότητες επανεκλογής της στις εκλογές του επόμενου έτους, οι οποίες ενδέχεται να διεξαχθούν ακόμη και τον Απρίλιο, σημειώνουν οι Financial Times.
Το 2022 ο δεξιός συνασπισμός της Μελόνι επικράτησε άνετα απέναντι στη βαθιά διαιρεμένη κεντροαριστερή αντιπολίτευση. Σήμερα όμως το Δημοκρατικό Κόμμα, το λαϊκιστικό Κίνημα Πέντε Αστέρων και άλλες αντιπολιτευτικές δυνάμεις –οι οποίες συνεργάστηκαν πρόσφατα για να εμποδίσουν τη μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης που προωθούσε η κυβέρνηση– επιδιώκουν να δώσουν ενωμένο προεκλογικό αγώνα.
«Η αλλαγή του εκλογικού νόμου είναι πάντοτε ένδειξη αδυναμίας», δήλωσε ο Καστελάνι. «Αν χρειάζεται να αλλάξεις τους κανόνες για να κερδίσεις, σημαίνει ότι δεν αισθάνεσαι αρκετά σίγουρος».
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν δεσμευτεί να εμποδίσουν την ψήφιση της μεταρρύθμισης. «Δεν θα επιτρέψουμε να περάσει αυτός ο εκλογικός νόμος», δήλωσε την Τρίτη η Έλι Σλάιν, επικεφαλής του Δημοκρατικού Κόμματος, υποστηρίζοντας ότι ορισμένες διατάξεις του είναι «ξεκάθαρα αντισυνταγματικές».
Ο βουλευτής του ίδιου κόμματος Μάρκο Μελόνι (χωρίς συγγένεια με την πρωθυπουργό) χαρακτήρισε την πρόταση «ένα αυταρχικό σχέδιο που συγκεντρώνει την εξουσία στα χέρια ενός και μόνο προσώπου».
Ο Ρικάρντο Μάτζι, από το μικρότερο αντιπολιτευόμενο κόμμα Più Europa, έκανε λόγο για «ασυνεπές μείγμα διαφορετικών εκλογικών συστημάτων» που έχει σχεδιαστεί ώστε να εξασφαλίσει πλειοψηφία στον κυβερνητικό συνασπισμό.
«Το ιταλικό πολιτικό σύστημα πέφτει για ακόμη μια φορά θύμα αυτής της αντιδημοκρατικής κατάρας, που υπαγορεύεται από τη συνήθεια των μεγάλων κομμάτων να προσαρμόζουν τον εκλογικό νόμο στις δικές τους ανάγκες», δήλωσε.
Ο νέος νόμος βασίζεται στο αμφιλεγόμενο εκλογικό σύστημα που είχε εισαγάγει το 2005 ο τότε πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Ο νόμος εκείνος, γνωστός με το προσωνύμιο Porcellum («γουρουνιά») προέβλεπε επίσης «μπόνους πλειοψηφίας» και εφαρμόστηκε σε τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, έως ότου κρίθηκε αντισυνταγματικός από το Συνταγματικό Δικαστήριο το 2013.
Ο γερουσιαστής Λούτσιο Μαλάν, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος «Αδέλφια της Ιταλίας», δήλωσε ότι το νέο σύστημα θα εξασφαλίσει «σταθερή κυβέρνηση», επιτρέποντας στα κόμματα να εφαρμόσουν το πρόγραμμα με το οποίο εξελέγησαν, σε μια περίοδο κατά την οποία οι δημοσκοπήσεις δείχνουν το εκλογικό σώμα σχεδόν μοιρασμένο στα δύο.
Ωστόσο, αρνήθηκε ότι το σύστημα εγγυάται αυτόματα τη νίκη του συνασπισμού της Μελόνι.
«Μπορούμε κάλλιστα να ηττηθούμε», είπε. «Για να υπάρχει ισχυρή και σταθερή πλειοψηφία –είτε είναι η δική μας είτε της Αριστεράς– είναι προτιμότερο να υπάρχει ένας τέτοιος εκλογικός νόμος».
Η υποχρέωση των εκλογικών συνασπισμών να ανακοινώνουν εκ των προτέρων τον υποψήφιο πρωθυπουργό τους αναμένεται να δημιουργήσει δυσκολίες στην κεντροαριστερή αντιπολίτευση, καθώς τόσο η Έλι Σλάιν όσο και ο ηγέτης του Κινήματος Πέντε Αστέρων Τζουζέπε Κόντε φιλοδοξούν να ηγηθούν του χώρου.
Το σχέδιο νόμου θα δυσκολεύει επίσης τη συμμετοχή μικρότερων κομμάτων στις εκλογές, απαιτώντας τη συλλογή 500.000 υπογραφών. Η διάταξη αυτή θεωρείται ότι βάζει στο στόχαστρο τον στρατηγό Ρομπέρτο Βανατσάτσι και το νεοσύστατο ακροδεξιό κίνημά του Futuro Nazionale («Εθνικό Μέλλον»).
Ο Εντοάρντο Τζιέλο, πρώην βουλευτής της Λέγκας που προσχώρησε στο Futuro Nazionale, χαρακτήρισε την απαίτηση συλλογής υπογραφών «παράλογη», αλλά υποστήριξε ότι δεν θα ανακόψει την ανοδική πορεία του κινήματος.
