Λιγότερο από δύο χρόνια μετά τη θριαμβευτική νίκη των Εργατικών στις εκλογές του 2024, ο Κιρ Στάρμερ βρέθηκε αντιμέτωπος με μια πολιτική κατάρρευση που ελάχιστοι προέβλεπαν όταν αναλάμβανε την πρωθυπουργία.
Οι βαριές απώλειες στις τοπικές εκλογές του 2026, όπου οι Εργατικοί έχασαν περίπου 1.500 έδρες και το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο, πυροδότησαν εσωκομματικές εξελίξεις που οδήγησαν στην απομάκρυνση ενός ακόμα πρωθυπουργού – του 6ου κατά σειρά από την απόφαση για Brexit του 2016.
Όλα δείχνουν ότι ο Άντι Μπέρναμ καλείται να αναλάβει ένα τρομακτικά δύσκολο έργο, σε μια χώρα βαθιά διχασμένη και με προβλήματα που δεν δημιουργήθηκαν στη διάρκεια της πρωθυπουργίας Στάρμερ.
Προβλήματα τριών δεκαετιών
Η εύκολη εξήγηση είναι ότι ο Στάρμερ απέτυχε επειδή δεν αντιμετώπισε την οικονομική κρίση, τη μετανάστευση και την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αυτή όμως είναι μόνο η επιφάνεια.
Τα προβλήματα που κλήθηκε να διαχειριστεί ήταν αποτέλεσμα μιας πολιτικής και θεσμικής πορείας σχεδόν τριών δεκαετιών, την οποία υπηρέτησαν, με διαφορετικές αποχρώσεις, τόσο οι Συντηρητικοί όσο και οι Εργατικοί.
Όταν ανέλαβε την εξουσία, η Βρετανία βρισκόταν ήδη σε κατάσταση οικονομικής στασιμότητας μετά από σχεδόν 4 χρόνια εξόδου της χώρας από την ΕΕ λόγω Brexit.
Η παραγωγικότητα παρέμενε χαμηλή, το κόστος ζωής είχε εκτιναχθεί, η ενεργειακή κρίση είχε επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ οι δημόσιες υπηρεσίες λειτουργούσαν υπό διαρκή πίεση.
Η κυβέρνηση Στάρμερ προχώρησε σε ορισμένες επιμέρους παρεμβάσεις, όμως σύντομα υποχρεώθηκε σε πολιτικές αναδιπλώσεις, περικοπές που προηγουμένως είχε αποκλείσει και επιλογές που έπληξαν την εικόνα αξιοπιστίας της.
Οι Συντηρητικοί πλήρωσαν τελικά μια στρατηγική επιλογή του Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος το 2016 προκήρυξε το δημοψήφισμα για το Brexit παρά τις προειδοποιήσεις συμμάχων της Βρετανίας, μεταξύ των οποίων και ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, ότι η αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα είχε σημαντικό οικονομικό και γεωπολιτικό κόστος («θα μπείτε στο τέλος της ουράς για μια εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ»).
Αποτυχία Στάρμερ σε πολλαπλά επίπεδα
H πτώση του Στάρμερ ήταν αναμενόμενη ως συνέπεια της αποτυχίας του σε πολλαπλά επίπεδα, με τη μετανάστευση και την αποτυχημένη ενσωμάτωση να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο ως η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι μετά την οικονομική δυσπραγία.
Κι αν το Brexit συνέβαλε καίρια, η μοίρα του Στάρμερ υπογράφηκε από το πώς ο ίδιος και οι Εργατικοί διαχειρίστηκαν την πραγματικότητα μετά το 2024.
Το μεγαλύτερο πλήγμα, ωστόσο, δεν ήταν οικονομικό αλλά πολιτικό. Η μετανάστευση εξελίχθηκε στο κυρίαρχο ζήτημα της δημόσιας συζήτησης και ο Στάρμερ βρέθηκε εγκλωβισμένος ανάμεσα στις προεκλογικές του δεσμεύσεις και στις απαιτήσεις της κοινωνίας για αποτελεσματικότερο έλεγχο των συνόρων.
Επιχείρησε να υιοθετήσει αυστηρότερη ρητορική, κατηγορώντας ακόμη και τους προκατόχους του ότι είχαν αποτύχει να ελέγξουν τις μεταναστευτικές ροές. Ωστόσο, οι αλλαγές που προώθησε στις βίζες, στη μόνιμη διαμονή και στις προϋποθέσεις ένταξης θεωρήθηκαν περιορισμένες. Για πολλούς ψηφοφόρους ήταν μια καθυστερημένη προσαρμογή και όχι ουσιαστική αλλαγή πολιτικής.
Εδώ όμως βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο που συχνά παραβλέπεται στις περισσότερες αναλύσεις. Η πτώση του Στάρμερ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τις δικές του επιλογές, όπως δεν μπορεί να εξηγηθεί ούτε η διαδοχική φθορά των πρωθυπουργών που προηγήθηκαν.
Ένα Brexit, έξι διαφορετικοί πρωθυπουργοί
Από το δημοψήφισμα του Brexit μέχρι σήμερα, η Βρετανία άλλαξε διαδοχικά 6 ηγεσίες χωρίς να καταφέρει να αντιστρέψει ούτε την οικονομική στασιμότητα ούτε τη διαρκή κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
Το γεγονός ότι μέσα σε μόλις μία δεκαετία εναλλάχθηκαν τόσοι πρωθυπουργοί δείχνει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την επάρκεια ή την ανεπάρκεια κάθε ηγέτη. Οι κυβερνήσεις άλλαζαν, όμως το πλαίσιο μέσα στο οποίο κυβερνούσαν παρέμενε σε μεγάλο βαθμό το ίδιο.
Η ουσία λοιπόν βρίσκεται βαθύτερα. Η αποτυχία δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα λανθασμένων χειρισμών ενός πρωθυπουργού. Ήταν το προβλέψιμο αποτέλεσμα ενός θεσμικού και ιδεολογικού πλαισίου που διαμορφώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 και περιόρισε σταδιακά την ικανότητα των εκλεγμένων κυβερνήσεων να εφαρμόζουν συνεκτικές εθνικές πολιτικές.
Ένας από τους βασικούς άξονες αυτής της εξέλιξης ήταν η αυξανόμενη βαρύτητα υπερεθνικών νομικών δεσμεύσεων. Επικριτές του συστήματος υποστηρίζουν ότι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου περιόρισαν επανειλημμένα τη δυνατότητα των βρετανικών κυβερνήσεων να προχωρούν σε απελάσεις αλλοδαπών παραβατών ή να εφαρμόζουν αυστηρότερες μεταναστευτικές πολιτικές.
Ο ίδιος ο Στάρμερ, ως πρώην δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υπήρξε σταθερός υποστηρικτής αυτής της προσέγγισης και ουδέποτε επιδίωξε να αμφισβητήσει ουσιαστικά το υφιστάμενο πλαίσιο.
Η προβληματική ανταγωνιστικότητα της βρετανικής οικονομίας
Παράλληλα, η επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης χωρίς αντίστοιχη βιομηχανική στρατηγική δημιούργησε σημαντικές πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της βρετανικής οικονομίας. Πολλοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος και η αβεβαιότητα για τις επενδύσεις συνέβαλαν στην αποβιομηχάνιση και στην αδυναμία ανάκαμψης της παραγωγικότητας, ιδιαίτερα στις παραδοσιακές βιομηχανικές περιοχές της χώρας.
Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα αφορούσε τη σχέση ανάμεσα στη μετανάστευση και την κοινωνική συνοχή. Το ζήτημα δεν ήταν μόνο ο αριθμός των μεταναστών, αλλά κυρίως η απουσία μιας αποτελεσματικής στρατηγικής ενσωμάτωσης.
Σε αρκετές περιοχές της Βρετανίας δημιουργήθηκαν κοινότητες με περιορισμένη κοινωνική αλληλεπίδραση με τον υπόλοιπο πληθυσμό, γεγονός που ενίσχυσε το αίσθημα αποξένωσης και καχυποψίας.
Σκάνδαλα σεξουαλικής παραβατικότητας και εγκληματικότητας
Οι αδυναμίες αυτές αποκαλύφθηκαν με τον πιο δραματικό τρόπο στα σκάνδαλα σεξουαλικής παραβατικότητας και εγκληματικότητας γενικότερα. Οι επίσημες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι αστυνομικές και δημοτικές αρχές απέτυχαν -επί μακρόν- να προστατεύσουν χιλιάδες ανήλικα κορίτσια από οργανωμένα κυκλώματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης – ειδικά από αλλοδαπούς.
Οι εκθέσεις διαπίστωσαν ότι σε αρκετές περιπτώσεις υπήρχε απροθυμία αντιμετώπισης του προβλήματος, καθώς επικρατούσε φόβος ότι οποιαδήποτε αναφορά στην εθνοτική προέλευση ορισμένων δραστών θα οδηγούσε σε κατηγορίες περί ρατσισμού. Το αποτέλεσμα ήταν μια θεσμική παράλυση που τραυμάτισε σοβαρά την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος.
Οι επίσημες έρευνες δεν απέδωσαν την ευθύνη σε μια θρησκεία ή σε μια εθνότητα συνολικά (μουσουλμάνοι). Ανέδειξαν όμως ότι σε ορισμένες περιοχές υπήρχε υπερεκπροσώπηση δραστών συγκεκριμένης καταγωγής και, κυρίως, ότι οι αρμόδιες αρχές δίστασαν επί χρόνια να παρέμβουν, φοβούμενες τις κατηγορίες περί ρατσισμού.
Για πολλούς Βρετανούς, το μεγαλύτερο σκάνδαλο δεν ήταν μόνο τα εγκλήματα, αλλά η αδυναμία του κράτους να τα αντιμετωπίσει εγκαίρως.
Ζητήματα πολιτισμικής συνοχής
Η υπόθεση αυτή απέκτησε πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία επειδή συνδυάστηκε με την έξαρση των κοινωνικών εντάσεων μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023, τις μαζικές διαδηλώσεις που ακολούθησαν στη Βρετανία και τη γενικότερη αίσθηση ότι η χώρα δυσκολεύεται να διαχειριστεί ζητήματα πολιτισμικής συνοχής.
Για ένα αυξανόμενο τμήμα των Βρετανών ψηφοφόρων, το πρόβλημα δεν ήταν πλέον μόνο οικονομικό αλλά και ζήτημα ταυτότητας, ασφάλειας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Reform UK του Νάϊτζελ Φάρατζ κατάφερε να εμφανιστεί ως η μοναδική πολιτική δύναμη που έθετε τα ζητήματα αυτά στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Η εκλογική του άνοδος δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς ως μετατόπιση προς την άκρα δεξιά.
Αντανακλά κυρίως την απογοήτευση σημαντικού τμήματος των ψηφοφόρων απέναντι σε μια πολιτική τάξη που, κατά την άποψή τους, επί χρόνια απέφευγε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ή περιοριζόταν σε μικρές διορθωτικές κινήσεις.
Αυτό είναι και το πραγματικό δίδαγμα της πτώσης του Στάρμερ. Τα συμπτώματα ήταν εμφανή: οικονομική στασιμότητα, μεταναστευτική πίεση, απώλεια εμπιστοσύνης στους θεσμούς και ενίσχυση αντισυστημικών κομμάτων.
Άνισο μοντέλο διακυβέρνησης
Οι βαθύτερες αιτίες όμως βρίσκονται σε ένα μοντέλο διακυβέρνησης που πολλοί πλέον θεωρούν ότι έδωσε προτεραιότητα στην τεχνοκρατική διαχείριση και στις υπερεθνικές δεσμεύσεις, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα τον δημοκρατικό έλεγχο, την κοινωνική συνοχή και την αποτελεσματικότητα του κράτους.
Ο Άντι Μπέρναμ, εφόσον αναλάβει την ηγεσία, δεν θα κριθεί από τη διαχείριση της καθημερινότητας αλλά από το αν θα τολμήσει να αμφισβητήσει αυτό το μοντέλο. Θα χρειαστεί να πείσει ότι μπορεί να συνδυάσει οικονομική ανάπτυξη, αποτελεσματικό έλεγχο της μετανάστευσης, ουσιαστική ενσωμάτωση όσων ζουν νόμιμα στη χώρα και αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς, χωρίς να διολισθήσει ούτε στον λαϊκισμό ούτε στην άρνηση της πραγματικότητας.
Τόλμη για νέες επιλογές
Η πραγματική δοκιμασία για τον επόμενο πρωθυπουργό δεν θα είναι αν θα διαχειριστεί καλύτερα την καθημερινότητα από τον Στάρμερ. Θα είναι αν θα τολμήσει να αναθεωρήσει επιλογές που επί σχεδόν τρεις δεκαετίες θεωρούνταν αδιαμφισβήτητες στο βρετανικό πολιτικό σύστημα.
Πρέπει να βλέπουμε πέρα από τα συμπτώματα και τις επιφανειακές, πρόσκαιρες διαπιστώσεις. Το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται στην ιδεολογική και θεσμική αρχιτεκτονική που τα παρήγαγε.
Μέχρι αυτό το πλαίσιο να αντιμετωπιστεί άμεσα — και όχι απλώς να επιχειρείται διαχείριση με νέους ηγέτες και μικροαλλαγές — η Βρετανία θα συνεχίσει να αλλάζει πρωθυπουργούς, ενώ τα δομικά προβλήματα θα παραμένουν και η ακρο‑δεξιά θα ενισχύεται, ενώ ο κίνδυνος κοινωνικής αναταραχής θα αυξάνεται σταθερά.
