Ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να εξαπολύσει νέα δασμολογική επίθεση εναντίον δεκάδων χωρών, κατά πάσα πιθανότητα ως την Παρασκευή, παρά τις προειδοποιήσεις των συμβούλων του να μην προκαλέσει νέους οικονομικούς κραδασμούς, αντίστοιχους με εκείνους του εμπορικού πολέμου που είχε εξαπολύσει πέρσι τον Απρίλιο, ιδίως εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Κυβερνητικοί αξιωματούχοι έχουν προετοιμάσει εναλλακτικά σχέδια που θα επιτρέψουν στον Τραμπ να επιβάλει νέους δασμούς σε δεκάδες χώρες, καθώς οι οριζόντιοι δασμοί 10% που βρίσκονται τώρα σε ισχύ λήγουν την Παρασκευή, ανέφεραν στους FT πηγές της αμερικανικής κυβέρνησης.
Χτες ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θέτει σε ισχύ δασμούς της τάξης του 50% στα προϊόντα του Καναδά, ενώ είχε ήδη επιβάλει δασμούς 25% στις εισαγωγές από τη Βραζιλία.
Ο νέος γύρος επιβολής δασμών έρχεται μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου που απέρριψε νωρίτερα φέτος τους δασμούς Τραμπ. Με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λεγόμενοι «αμοιβαίοι δασμοί» που είχαν επιβληθεί πέρσι στις αρχές Απριλίου, κατά τη λεγόμενη «Ημέρα Απελευθέρωσης» καταργήθηκαν.
Μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου τον περασμένο Φεβρουάριο, η Ουάσιγκτον πέρασε σε ένα καθεστώς δασμών 10%. Ωστόσο, τα συγκεκριμένα μέτρα λήγουν την Παρασκευή. Οι νέες επιβαρύνσεις θα επιβληθούν μετά την ολοκλήρωση έρευνας σχετικά με πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας, επιτρέποντας στον Τραμπ να αποφύγει τη χρήση των έκτακτων προεδρικών εξουσιών που απορρίφθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Παρότι οι άμεσες νέες επιβαρύνσεις αναμένεται να κινηθούν περίπου στα ίδια επίπεδα με τους υφιστάμενους δασμούς 10%, η αμερικανική κυβέρνηση προχωρά και σε άλλες έρευνες, προκειμένου να διασφαλίσει μια νομική βάση που θα της επιτρέψει να αυξήσει τους δασμούς.
Ανώτατοι αξιωματούχοι συμβουλεύουν τον πρόεδρο να μην διαταράξει τις σχέσεις με τους εμπορικούς εταίρους και να τηρήσει τις συμφωνίες που υπέγραψε η Ουάσιγκτον μαζί τους το 2025 για τη μείωση των δασμών, σύμφωνα με δύο πρόσωπα που γνωρίζουν το ζήτημα.
Η προσπάθεια του Τραμπ να δώσει νέα ώθηση στον εμπορικό πόλεμο πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία κλιμακώνεται η αντιπαράθεση μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν. Η ένταση έχει αναστατώσει τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και απειλεί να εξελιχθεί σε ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση.
Ο πόλεμος έχει επιφέρει αξιοσημείωτη οικονομική επιβάρυνση στον αμερικανικό πληθυσμό, ανεβάζοντας τις τιμές της βενζίνης πάνω από τα 4 δολάρια ανά γαλόνι και ενισχύοντας τον κίνδυνο να αυξηθεί η δυσαρέσκεια των ψηφοφόρων για το υψηλό κόστος ζωής.
Δημοσκόπηση που πραγματοποίησε η Focaldata για λογαριασμό των Financial Times στις αρχές του μήνα έδειξε ότι περισσότεροι από τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων αποδοκιμάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο Τραμπ διαχειρίζεται ότι έχει να κάνει με το κόστος ζωής.
Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν πείσει τον Τραμπ να περιορίσει το ύψος των αρχικών, ιδιαίτερα μεγάλων δασμών του Τραμπ, μέσα από σημαντικές εξαιρέσεις για βασικά καταναλωτικά αγαθά, μεταξύ των οποίων το βοδινό κρέας και ο καφές. Παράλληλα, χαλάρωσαν ορισμένες από τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται σε προϊόντα τα οποία κατασκευάζονται με χάλυβα και αλουμίνιο.
Μετά την ολοκλήρωση δύο πρόσφατων εμπορικών ερευνών για τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τα εξαρτήματα αεροσκαφών, αξιωματούχοι πρότειναν στην Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις με τους εμπορικούς εταίρους της, αντί να επιβάλει νέους δασμούς.
«Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αυξήσεις των δασμών ανήκουν πλέον στο παρελθόν», δήλωσε η Γουέντι Κάτλερ, πρώην αξιωματούχος εμπορίου των ΗΠΑ και νυν ανώτερη αντιπρόεδρος του Asia Society Policy Institute.
«Δείχνει, όμως, ότι απαιτείται πλέον μια περισσότερο προσεκτική προσέγγιση, ιδιαίτερα κατά την περίοδο που προηγείται των ενδιάμεσων εκλογών», πρόσθεσε.
Οι δασμοί που ενδέχεται να ανακοινωθούν ως την Παρασκευή θα κυμαίνονται από 10% έως 12,5% και θα αφορούν 60 χώρες, θα δικαιολογηθούν δε με την επίκληση των όχι επαρκών περιορισμών στις πρακτικές καταναγκαστικής εργασίας. Η επιβολή τους προτάθηκε για πρώτη φορά από Αμερικανούς αξιωματούχους εμπορίου τον Ιούνιο.
Οι ΗΠΑ ξεκίνησαν τη σχετική έρευνα τον Μάρτιο, βάσει του Άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974. Παράλληλα, άρχισαν ακόμη μία έρευνα για την πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα, ενώ έχουν ήδη πραγματοποιηθεί δημόσιες ακροάσεις σχετικά με τις προτάσεις.
Η δεύτερη αυτή έρευνα περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Κίνα, τη Σιγκαπούρη, την Ελβετία, τη Νορβηγία, την Ινδονησία, τη Μαλαισία, την Καμπότζη, την Ταϊλάνδη, τη Νότια Κορέα, το Βιετνάμ, την Ταϊβάν, το Μπανγκλαντές, το Μεξικό, την Ιαπωνία και την Ινδία.
