Μπέρναμ: Eνέκρινε τη χρήση βρετανικών βάσεων για αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν

Οι ΗΠΑ μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν δύο κρίσιμες βρετανικές εγκαταστάσεις, στο Fairford και στη βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό

Ο Άντι Μπέρναμ © EPA/Tolga Akmen

Ο νέος πρωθυπουργός της Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ, ενέκρινε τη συνέχιση της πολιτικής που επιτρέπει στις Ηνωμένες Πολιτείες να χρησιμοποιούν βρετανικές στρατιωτικές βάσεις για επιχειρήσεις που το Λονδίνο χαρακτηρίζει «αμυντικά πλήγματα» κατά του Ιράν, διατηρώντας ουσιαστικά τη γραμμή της προηγούμενης κυβέρνησης του Κιρ Στάρμερ.

Πριν αποχωρήσει από την πρωθυπουργία, ο Στάρμερ προήδρευσε την περασμένη Παρασκευή σε σύσκεψη ανώτερων υπουργών και αξιωματούχων ασφαλείας, όπου εξετάστηκε η στάση της Βρετανίας μετά την επανέναρξη των αμερικανικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν στις αρχές Ιουλίου.

Κατά τη σύσκεψη αποφασίστηκε ότι οι ΗΠΑ μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν δύο κρίσιμες βρετανικές εγκαταστάσεις:

  • τη στρατηγική βάση Ντιέγκο Γκαρσία (Diego Garcia) στον Ινδικό Ωκεανό, μία από τις σημαντικότερες αμερικανοβρετανικές βάσεις παγκοσμίως, και
  • τη βάση RAF Fairford στο Γκλόστερσαϊρ της Αγγλίας, η οποία χρησιμοποιείται συχνά για την ανάπτυξη αμερικανικών στρατηγικών βομβαρδιστικών.

Ο Μπέρναμ, που ανέλαβε επισήμως τα καθήκοντά του τη Δευτέρα, ενημερώθηκε για την απόφαση και συμφώνησε με τη διατήρηση της υφιστάμενης πολιτικής.

Ποια αεροσκάφη χρησιμοποιούνται

Η αεροπορική βάση RAF Fairford φιλοξενεί κατά διαστήματα μερικά από τα σημαντικότερα στρατηγικά αεροσκάφη της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, μεταξύ των οποίων:

B-2

B-2 © (U.S. Air Force photo/Jack Rodgers)

  • τα υπερηχητικά στρατηγικά βομβαρδιστικά Rockwell B-1B Lancer,
  • τα βομβαρδιστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας Northrop Grumman B-2 Spirit (stealth), που είχαν βομβαρδίσει τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν
  • τα στρατηγικά βομβαρδιστικά μεγάλης εμβέλειας Boeing B-52H Stratofortress,
  • καθώς και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού Boeing KC-135 Stratotanker και Boeing KC-46 Pegasus, τα οποία υποστηρίζουν αποστολές μεγάλων αποστάσεων.

Η επίσης βρετανική αεροπορική βάση Ντιέγκο Γκαρσία, λόγω της προνομιακής θέσης της στον Ινδικό Ωκεανό, αποτελεί βασικό ορμητήριο για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και μπορεί να υποστηρίξει βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς, αεροσκάφη ανεφοδιασμού, μεταγωγικά και αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης.

Στόχος οι ιρανικές πυραυλικές εγκαταστάσεις

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, οι αμερικανικές αποστολές που μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις βρετανικές βάσεις αφορούν επιχειρήσεις εναντίον:

  • ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων,
  • κέντρων διοίκησης και ελέγχου,
  • συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας,
  • καθώς και θέσεων που σχετίζονται με τις απειλές κατά της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ

Η αμερικανική κεντρική στρατιωτική διοίκηση (CENTCOM) ανακοίνωσε ότι στις τελευταίες νυχτερινές επιχειρήσεις επλήγησαν ιρανικά κέντρα διοίκησης, θέσεις εκτόξευσης πυραύλων και αντιαεροπορικά συστήματα.

Πολιτικές αντιδράσεις στη Βρετανία

Η απόφαση αναμένεται να προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό της Βρετανίας. Το Πράσινο Κόμμα και οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες αντιτίθενται στη χρήση βρετανικών βάσεων για τις αμερικανικές επιχειρήσεις, υποστηρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο το Ηνωμένο Βασίλειο καθίσταται συμμέτοχο σε ενδεχόμενες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου.

Παράλληλα, Βρετανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται προβληματισμένοι από δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί πιθανών επιθέσεων σε πολιτικές υποδομές του Ιράν, όπως γέφυρες ή εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης, καθώς εκτιμούν ότι τέτοιες ενέργειες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σοβαρά νομικά ζητήματα για τους συμμάχους των ΗΠΑ.

Επικοινωνία Μπέρναμ – Τραμπ

Ο Μπέρναμ είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του. Σύμφωνα με ανακοίνωση της Ντάουνινγκ Στριτ, ο Βρετανός πρωθυπουργός υπογράμμισε τη δέσμευση της χώρας για τη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, χαρακτήρισε τη συνομιλία «πολύ καλή», αναφέροντας ότι συζήτησαν, μεταξύ άλλων, ζητήματα εμπορίου, της στρατιωτικής συνεργασίας ΗΠΑ–Βρετανίας, της ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο και των επιχειρήσεων εκκαθάρισης ναρκών στην περιοχή.