Φόβοι για νέο κύμα ανατιμήσεων στις διεθνείς τιμές των τροφίμων

Η άνοδος στις τιμές των σιτηρών ενισχύει τις ανησυχίες για νέες πληθωριστικές πιέσεις στα τρόφιμα παγκοσμίως

Ακρίβεια, τρόφιμα, ψωμί © Magnific

Τις τελευταίες εβδομάδες Ρωσία και Ουκρανία πολλαπλασίασαν τις επιθέσεις η μία εναντίον στόχων της άλλης μέσα στη σημαντική για το παγκόσμιο εμπόριο σιτηρών Μαύρη Θάλασσα.

Η Ουκρανία πραγματοποίησε εκατοντάδες πλήγματα σε ρωσικά λιμάνια και πλοία – πλήττοντας σύμφωνα με ανακοίνωσή του Κιέβου 183 πλοία μεταφοράς χύδην φορτίου και δεξαμενόπλοια στη Θάλασσα του Αζόφ και τη Μαύρη Θάλασσα. Η Ρωσία στόχευσε τις ουκρανικές υποδομές εξαγωγής σιτηρών, πλήττοντας τις εγκαταστάσεις των Bunge και ADM, δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες εμπορίας αγροτικών προϊόντων παγκοσμίως, ουκρανικά πλοία και βασικούς ουκρανικούς τερματικούς σταθμούς εξαγωγής σιτηρών. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, η Ουκρανία έχασε το ένα τρίτο της εξαγωγικής της δυναμικότητας σιτηρών.

Πληροφορίες για το πλήγμα που έχουν υποστεί οι ρωσικές εξαγωγές σιτηρών από τις ουκρανικές επιθέσεις δεν υπάρχει, είναι όμως γνωστό όμως ότι η Ρωσία, ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σταριού στον κόσμο, που προμηθεύει τον 1 από τους 6 τόνους σταριού που διακινούνται παγκοσμίως, έχει περιορίσει σημαντικά τις διελεύσεις από τη Διώρυγα Ντον-Αζόφ.

Το αποτέλεσμα των επιθέσεων λοιπόν στη Μαύρη Θάλασσα ήταν οι διεθνείς τιμές του σταριού να ανέβουν στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών. Ανοδικά έχουν κινηθεί τις τελευταίες εβδομάδες οι τιμές και σε άλλα βασικά αγροτικά προϊόντα της Ρωσίας και της Ουκρανίας, που παραδοσιακά εξάγονται μέσω της Μαύρης Θάλασσας όπως το καλαμπόκι, το κριθάρι και το ηλιέλαιο.

Το ευτύχημα είναι οι τρέχουσες υψηλές διεθνείς τιμές των σιτηρών απέχουν πολύ ακόμη από τα πρωτοφανή ιστορικά υψηλά όπου είχαν βρεθεί κατά τους πρώτους μήνες του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας. Κατά συνέπεια δεν δίνουν «σήμα» για ένα μεγάλο κύμα πληθωριστικών πιέσεων στα τρόφιμα σαν κι εκείνο που είχε σαρώσει τον κόσμο το 2022.

Το πρόβλημα είναι όμως ότι η δύσκολη κατάσταση στη Μαύρη Θάλασσα προστίθεται σε πλήθος άλλες πιέσεις που συσσωρεύονται στην παγκόσμια αγορά. Σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, για παράδειγμα, τα ουκρανικά πλήγματα στις ρωσικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις έχουν προκαλέσει σοβαρό έλλειμμα στα καύσιμα. Κι αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται ότι οι Ρώσοι αγρότες θα δυσκολευτούν να προμηθευτούν το πετρέλαιο κίνησης που χρειάζονται για τα γεωργικά τους μηχανήματα σε προσιτές τιμές, γεγονός που μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις σε σοδειές και τιμές.

Σε άλλες χώρες του κόσμου, οι αγρότες αντιμετωπίζουν επίσης ελλείψεις και υψηλές τιμές σε λιπάσματα και καύσιμα, λόγω του πολέμου στο Ιράν. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από το Φεβρουάριο μέχρι σήμερα, στερεί από τις διεθνείς αγορές όχι μόνο πετρέλαιο αλλά και αζωτούχα λιπάσματα που χρησιμοποιούνται στις αροτριαίες καλλιέργειες.

Τέλος, υπάρχει η αναμενόμενη για φέτος επιστροφή του φαινομένου Ελ Νίνιο που ανάλογα με την έντασή του προκαλεί μικρότερες ή μεγαλύτερες αναταράξεις στις γεωργικές αποδόσεις. Το Ελ Νίνιο είναι ένα φυσικό φαινόμενο που εμφανίζεται κάθε λίγα χρόνια και αναγνωρίζεται ως η περιοδική αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας στον τροπικό ανατολικό Ειρηνικό κατά 0,5 ως 2 βαθμούς Κελσίου πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο. Δεν ξέρουμε ακόμη τι θα γίνει φέτος. Οι επιστήμονες του κλίματος όμως προειδοποιούν ότι υπάρχουν ισχυρές πιθανότητες να διαμορφωθεί ένα καιρικό μοτίβο ιδιαίτερα ισχυρού Ελ Νίνιο κατά το διάστημα Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 2026, που συνεπάγεται ξηρασία και περιορισμένη διαθεσιμότητα νερού.

Σύμφωνα με έκθεση του Πολ Ντόνοβαν, επικεφαλής οικονομολόγου της UBS, κάποιες χώρες επηρεάζονται σημαντικά από το Ελ Νίνιο: η Ινδία, η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Αργεντινή αλλά και το Σουδάν και η Αιθιοπία στην Αφρική. Υπάρχουν επίσης καλλιέργειες που είναι ευάλωτες στο Ελ Νίνιο, γι’ αυτό όποτε εκδηλώνεται έχουμε άνοδο των τιμών του κακάο, των φυτικών ελαίων, του ρυζιού και της ζάχαρης.

Αναδημοσίευση από την «Απογευματινή»