Σε μια ιστορική κίνηση που τερματίζει δεκαετίες κρατικής κυριαρχίας, η παραγωγή για πυρηνική ενέργεια στην Ινδία ανοίγει πλέον επισήμως για τις ιδιωτικές εταιρείες και τα ξένα κεφάλαια. Το Τμήμα Ατομικής Ενέργειας της χώρας κατέθεσε την Παρασκευή ένα αυστηρά εποπτευόμενο σχέδιο κανόνων, το οποίο θέτει το ρυθμιστικό πλαίσιο έγκρισης για την ιδιωτική παραγωγή, επιτρέποντας την είσοδο ξένων τεχνολογιών αντιδραστήρων με τεκμηριωμένο ιστορικό λειτουργίας στην αγορά.
Οι προτεινόμενοι κανόνες, που δημοσιοποιήθηκαν αργά την Παρασκευή, έρχονται οκτώ μήνες μετά τη ριζική αναθεώρηση της σχετικής νομοθεσίας από το ινδικό κοινοβούλιο. Η εν λόγω νομοθεσία, γνωστή ως SHANTI Act, έβαλε τέλος στο κρατικό μονοπώλιο, τροποποιώντας παράλληλα το καθεστώς ευθύνης, το οποίο αποτελούσε μέχρι σήμερα βασικό αποτρεπτικό παράγοντα για τους επενδυτές. Στόχος του Νέου Δελχί είναι η προσέλκυση εταιρειών σε έναν τομέα κρίσιμο για την επίτευξη του στόχου των μηδενικών καθαρών εκπομπών έως το 2070.
Ο πρωθυπουργός Narendra Modi, κατά την ομιλία του για την Ημέρα Ανεξαρτησίας το Σάββατο, δήλωσε ότι η Ινδία επιδιώκει να θέσει σε λειτουργία πέντε πυρηνικούς αντιδραστήρες μέσα στα επόμενα έξι έως επτά χρόνια. Η κυβέρνηση έχει θέσει τον φιλόδοξο στόχο να επεκτείνει την εγκατεστημένη πυρηνική ικανότητα παραγωγής κατά 11 έως 12 φορές, φτάνοντας τα 100 GW τις επόμενες δύο δεκαετίες (έως το 2047). Η προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων και ξένης τεχνολογίας καθίσταται μονόδρομος, δεδομένου ότι η Ινδία είναι η τρίτη μεγαλύτερη χώρα εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου παγκοσμίως.
Το νέο προσχέδιο, το οποίο τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση με προθεσμία υποβολής σχολίων έως τις 4 Σεπτεμβρίου, παρέχει την πιο ξεκάθαρη εικόνα για το πώς η χώρα θα ανοίξει την αγορά, διατηρώντας παράλληλα τον αυστηρό έλεγχο εισόδου, πλήρως εναρμονισμένη με τις παγκόσμιες αγορές. Καθορίζει το πλαίσιο βάσει του οποίου οι ιδιώτες θα μπορούν να κατασκευάζουν, να κατέχουν, να λειτουργούν και να παροπλίζουν πυρηνικούς σταθμούς. Οι διατάξεις καλύπτουν την αδειοδότηση, την εποπτεία ασφαλείας και προστασίας των εγκαταστάσεων, τη διαχείριση αποβλήτων (και ραδιενεργών) και την αποθήκευση χρησιμοποιημένων καυσίμων. Οι κατασκευαστές υποχρεούνται να διατηρούν οικονομική ασφάλεια για την πυρηνική ευθύνη και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Για αντιδραστήρες ξένης σχεδίασης, το πλαίσιο επιβάλλει η τεχνολογία να έχει πιστοποιηθεί ή εγκριθεί από την αρμόδια ρυθμιστική αρχή στη χώρα προέλευσης. Ο τύπος του αντιδραστήρα πρέπει να βρίσκεται ήδη σε λειτουργία εκεί ή σε άλλη χώρα, απαιτώντας από τους κατασκευαστές να υποβάλουν το αντίστοιχο ιστορικό λειτουργίας. Οι εταιρείες που δεν έχουν επιλέξει ακόμη τοποθεσία ή τεχνολογία θα λαμβάνουν “κατ’ αρχήν” έγκριση μετά την αποδοχή της αίτησής τους, προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με προμηθευτές, να εξασφαλίσουν γη και υποδομές, και να αναλάβουν προκαταρκτικές εργασίες ανάπτυξης πριν την επίσημη άδεια. Μόλις αδειοδοτηθούν, τα έργα θα υπόκεινται σε σταδιακό κανονιστικό έλεγχο σε όλα τα στάδια: σχεδιασμό, χωροθέτηση, κατασκευή, θέση σε λειτουργία και λειτουργία. Το προσχέδιο εξοπλίζει τις ρυθμιστικές αρχές με εποπτικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας διακοπής των εργασιών σε κομβικά στάδια.
Όπως μεταδίδει το Reuters, το Νέο Δελχί έχει ήδη καλέσει εγχώριους ομίλους, όπως οι Adani Green, Tata Power και Reliance Industries, να επενδύσουν. Παράλληλα, οι αλλαγές στον νόμο, που περιόρισαν την ευθύνη των προμηθευτών εξοπλισμού σε περιπτώσεις ατυχημάτων, στοχεύουν ξεκάθαρα στην αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος από ξένους ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η General Electric, η Westinghouse Electric και η EDF.
Υπενθυμίζεται ότι η ινδική πυρηνική βιομηχανία βρισκόταν υπό αυστηρό κρατικό έλεγχο, με περιορισμένη πρόσβαση σε ξένα καύσιμα και τεχνολογία για δεκαετίες, ως απόρροια των διεθνών περιορισμών που πυροδότησε η πυρηνική δοκιμή του 1974. Ωστόσο, η στροφή της Ινδίας ευθυγραμμίζεται πλήρως με την ευρύτερη διεθνή τάση. Χώρες που ήταν επιφυλακτικές μετά την καταστροφή στη Φουκουσίμα το 2011, αναθεωρούν τη στάση τους προκειμένου να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αυτή την αύξηση συμβάλλει καταλυτικά η ταχεία ανάπτυξη των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και των data centers, υποδομές που απαιτούν τεράστιες και σταθερές ποσότητες ενέργειας.
