Η αμφιλεγόμενη συμφωνία Τραμπ για πυρηνικά στη Σαουδική Αραβία που κολλάει στο εμπόδιο του Ισραήλ

Η συμφωνία, αν προχωρήσει, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια κούρσα κατασκευής πυρηνικών όπλων, αλλά σε ένα πιθανό ντόμινο εξελίξεων χωρίς επιστροφή

O Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ με τον Σαουδάραβα Πρίγκηπα Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν © EPA/NATHAN HOWARD/POOL/ΑΠΕ

Η συμφωνία που υπέγραψαν στις 22 Ιουλίου οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σαουδική Αραβία για την ανάπτυξη του προγράμματος πυρηνικής ενέργειας της δεύτερης, ανοίγει τον δρόμο σε μία ακόμη περιφερειακή δύναμη να αποκτήσει την τεχνολογία και τις υποδομές, που θα της επιτρέπουν να εμπλουτίζει ουράνιο και να επεξεργάζεται χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο στο έδαφός της.

Πρόκειται για τεχνολογίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά δημιουργούν επίσης τις προϋποθέσεις για την παραγωγή υλικών που μπορούν να αξιοποιηθούν και για στρατιωτικούς σκοπούς.

Η συμφωνία δεν θα ξεκινήσει να εφαρμόζεται άμεσα και ίσως δεν ξεκινήσει ποτέ, καθώς αντιμετωπίζει πολλές αντιδράσεις, εντός και εκτός ΗΠΑ, με πιο σημαντική αυτή του Ισραήλ.

Ήδη ο Τραμπ ανακοίνωσε στις 23/7 μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η συμφωνία θα ισχύσει μόνο εφόσον η Σαουδική Αραβία ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, πρωτοβουλία που είχε προωθήσει κατά την πρώτη του προεδρική θητεία και οδήγησε αρκετές αραβικές χώρες στην εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ισραήλ.

Πολλά τα εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν

Ο Τραμπ διέψευσε επίσης ότι η συμφωνία θα επέτρεπε τον επιτόπιο εμπλουτισμό ουρανίου, βάζοντας ένα ακόμα εμπόδιο που αρχικά δεν υπήρχε με σαφήνεια.

Εφόσον καταφέρει να υπερβεί αυτά τα εμπόδια, θα πρέπει η συμφωνία μετά την υπογραφή της, να υποβληθεί στο αμερικανικό Κογκρέσο. Από την επίσημη υποβολή της θα αρχίσει η προβλεπόμενη περίοδος κοινοβουλευτικού ελέγχου, διάρκειας 90 ημερών.

Το Κογκρέσο θα μπορεί να εξετάσει τη συμφωνία και να επιχειρήσει να την απορρίψει. Εάν υπάρξει προεδρικό βέτο σε μια απόφαση απόρριψης, θα απαιτηθεί πλειοψηφία δύο τρίτων για την ανατροπή του.

Η σημασία της πυρηνικής συμφωνίας βρίσκεται στο ότι το Ριάντ αποκτά πρόσβαση σε τεχνολογίες που μπορούν να μειώσουν σημαντικά την απόσταση ανάμεσα σε ένα πολιτικό πυρηνικό πρόγραμμα και σε μια μελλοντική στρατιωτική επιλογή κατασκευής ατομικής βόμβας, πολύ πιο εύκολα από το να ξεκινούσε από το μηδέν χάνοντας πολύτιμο ενδιάμεσο χρόνο.

Με τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και τεράστιες ποσότητες φυσικού αερίου, η Σαουδική Αραβία αποτελούσε επί δεκαετίες έναν απίθανο υποψήφιο για την πυρηνική ενεργειακή λέσχη.

Τώρα, όμως, οι Σαουδάραβες βλέπουν την πυρηνική ενέργεια ως έναν τρόπο να περιορίσουν την εξάρτησή τους από τα πεπερασμένα ορυκτά καύσιμα και να συμβάλουν στον στόχο για μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών που θερμαίνουν τον πλανήτη έως το 2060.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η στροφή της Σαουδικής Αραβίας στην πυρηνική ενέργεια αυξάνει τον κίνδυνο μιας κούρσας πυρηνικών εξοπλισμών σε μία από τις πιο ταραγμένες περιοχές του κόσμου.

Τι συμφώνησαν οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία;

Τραμπ και Μπιν Σαλμάν

Τραμπ και Μπιν Σαλμαν © EPA/NATHAN HOWARD/POOL/ΑΠΕ

Οι αξιωματούχοι δεν έχουν δημοσιοποιήσει όλες τις λεπτομέρειες της συμφωνίας. Ένα βασικό στοιχείο της, ωστόσο, θα επέτρεπε σε αμερικανικές εταιρείες να κατασκευάσουν εγκατάσταση εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία, εφόσον μια κοινή μελέτη των ΗΠΑ και του βασιλείου εισηγηθεί την υλοποίηση ενός τέτοιου έργου.

Η συμφωνία προβλέπει ότι η εγκατάσταση θα κατασκευαστεί με τρόπο που θα εμποδίζει τη μεταφορά ευαίσθητης τεχνολογίας εμπλουτισμού στους Σαουδάραβες, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δεν έχουν σήμερα σχέδια για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.

Η πυρηνική ενέργεια ως στοιχείο αλλαγών στην περιοχή

Η κατασκευή ενός πυρηνικού σταθμού δεν οδηγεί από μόνη της στην κατασκευή πυρηνικού όπλου. Το δεύτερο είναι εξαιρετικά δύσκολο. Πολλές χώρες παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από πυρηνικούς αντιδραστήρες και δεν διαθέτουν πυρηνικά όπλα.

Το πιο ευαίσθητο μέρος της τεχνολογίας αφορά την παραγωγή και την επεξεργασία των πυρηνικών καυσίμων.

Ο εμπλουτισμός ουρανίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή καυσίμου για αντιδραστήρες. Η ίδια τεχνολογία, όμως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για την παραγωγή ουρανίου πολύ υψηλότερου βαθμού εμπλουτισμού.

Η επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένου καυσίμου μπορεί επίσης να οδηγήσει στην ανάκτηση πλουτωνίου.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι διεθνείς συμφωνίες πυρηνικής συνεργασίας δεν εξετάζουν μόνο πόσους αντιδραστήρες θα κατασκευάσει μια χώρα. Εξετάζουν κυρίως ποιες τεχνολογίες θα έχει στη διάθεσή της και πόσο εύκολα θα μπορεί να ελεγχθεί η χρήση τους.

Θέλει η Σαουδική Αραβία πυρηνικά όπλα;

Αν και οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι έχουν αποκλείσει προς το παρόν το ενδεχόμενο ανάπτυξης πυρηνικών όπλων, ο de facto ηγέτης της χώρας, ο διάδοχος του θρόνου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, έχει δηλώσει ότι η Σαουδική Αραβία θα αναγκαστεί να αναπτύξει πυρηνικά όπλα εάν το πράξει το Ιράν.

Η Ισλαμική Δημοκρατία αποτελεί εδώ και χρόνια αντίπαλο της Σαουδικής Αραβίας. Οι εντάσεις αυξήθηκαν σημαντικά φέτος, μετά την απάντηση της Τεχεράνης σε αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις με χιλιάδες drones και πυραύλους κατά αραβικών χωρών, μεταξύ των οποίων και η Σαουδική Αραβία.

Γιατί θέλει η Σαουδική Αραβία πυρηνική ενέργεια;

Το βασίλειο θέλει να διαφοροποιήσει την οικονομία του, προετοιμαζόμενο για την ημέρα που τα προσοδοφόρα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου θα εξαντληθούν.

Ταυτόχρονα, η ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια αυξάνεται καθώς επεκτείνεται η οικονομία. Η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος έχει αυξηθεί μαζί με τον πληθυσμό, ο οποίος έχει περίπου διπλασιαστεί από τις αρχές του αιώνα και πλέον ανέρχεται σε 36 εκατομμύρια ανθρώπους.

Αυτό έχει οδηγήσει σε πολύ μεγαλύτερες ανάγκες για κλιματισμό και μονάδες αφαλάτωσης σε μια χώρα με ερημικό κλίμα.

Γιατί πυρηνική ενέργεια και όχι ανανεώσιμες πηγές;

Η ηλιακή ενέργεια θα φαινόταν μια προφανής επιλογή για τη Σαουδική Αραβία. Μέχρι πέρυσι, το βασίλειο διέθετε σχεδόν 12 γιγαβάτ ηλιακής ισχύος, που αντιστοιχούσαν στο μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής του από ανανεώσιμες πηγές.

Με την αφθονία ηλιοφάνειας στην περιοχή, η ηλιακή ενέργεια είναι πολύ φθηνότερη από την πυρηνική.

Από την άλλη πλευρά, η ηλιακή ενέργεια απαιτεί είτε εγκαταστάσεις μπαταριών για την αποθήκευση της ενέργειας είτε εναλλακτικές πηγές παραγωγής για τις ώρες που δεν υπάρχει ηλιοφάνεια.

Επιπλέον, η πυρηνική ενέργεια διαθέτει ένα κύρος που δεν έχει η ηλιακή, καθώς συνδέεται με ένα υψηλό επίπεδο επιστημονικής και τεχνολογικής ανάπτυξης.

Πυρηνικό καύσιμο εισαγόμενο ή εγχωρίως παραγόμενο

Η διαφορά είναι κρίσιμη και πρέπει να γίνει κατανοητή στο αν το πυρηνικό καύσιμο είναι εισαγόμενο ή εγχωρίως παραγόμενο.

Μια χώρα που αγοράζει πυρηνικό καύσιμο από το εξωτερικό εξαρτάται από τους προμηθευτές της. Μια χώρα που μπορεί να εμπλουτίζει ουράνιο στο έδαφός της αποκτά πολύ μεγαλύτερη αυτονομία.

Αποκτά επίσης τη δυνατότητα να αναπτύξει τεχνολογική βάση που, σε περίπτωση αλλαγής πολιτικής, μπορεί να αξιοποιηθεί για ένα στρατιωτικό πρόγραμμα.

Η μεγάλη αντίφαση με το Ιράν

Η διαχρονικά αυστήρη, σχεδόν απαγορευτική, αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ιράν κάνει τη συμφωνία ακόμη πιο ευαίσθητη σε αντιρρήσεις, αλλά και αντιφατική.

Η Ουάσιγκτον απαιτεί από την Τεχεράνη πολύ αυστηρούς περιορισμούς στο πυρηνικό της πρόγραμμα – αν τελικά φτάσουν σε κάποια συμφωνία. Βασικό ζήτημα είναι ο εμπλουτισμός ουρανίου.

Η αμερικανική θέση είναι ότι το Ιράν δεν μπορεί να διαθέτει ανεξέλεγκτη δυνατότητα εμπλουτισμού, επειδή η τεχνολογία αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την κατασκευή πυρηνικού όπλου.

Το Ιράν απαντά ότι έχει δικαίωμα στην ειρηνική χρήση της πυρηνικής ενέργειας και ότι ο εμπλουτισμός μπορεί να πραγματοποιείται για πολιτικούς σκοπούς.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση Τραμπ συμφωνεί με τη Σαουδική Αραβία σε ένα πλαίσιο που αφήνει ανοιχτή τη δυνατότητα ανάπτυξης αντίστοιχων τεχνολογιών.

Η αμερικανική κυβέρνηση αντιμετωπίζει το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία με διαφορετικά κριτήρια επειδή θεωρεί ότι οι δύο χώρες δεν αποτελούν την ίδια στρατηγική απειλή.

Το Ιράν είναι ο βασικός αντίπαλος των Ηνωμένων Πολιτειών [και του Ισραήλ] στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία είναι στρατηγικός εταίρος της Ουάσιγκτον και βασικός αντίπαλος της ιρανικής επιρροής στον Κόλπο.

Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η αμερικανική παρουσία στο σαουδαραβικό πρόγραμμα είναι επομένως προτιμότερη από την απουσία της.

Ποιες είναι οι εντάσεις μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας;

Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται για την κυριαρχία στη Μέση Ανατολή. Έχουν υποστηρίξει διαφορετικές πλευρές στους εμφυλίους πολέμους στη Συρία και την Υεμένη.

Και οι δύο διεκδικούν ηγετικό ρόλο στον ισλαμικό κόσμο. Η Σαουδική Αραβία βασίζεται στον ρόλο της ως θεματοφύλακας των ιερών τόπων της Μέκκας και της Μεδίνας, ενώ το Ιράν επικαλείται, μεταξύ άλλων, την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και τον πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό του, περίπου 90 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Η πλειονότητα των Σαουδαράβων ανήκει στο σουνιτικό Ισλάμ, ενώ η πλειονότητα των Ιρανών είναι σιίτες.

Το Ιράν έχει επιτεθεί επανειλημμένα σε σαουδαραβικά συμφέροντα, μεταξύ άλλων σε πλοία και εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας, από την έναρξη του φετινού αμερικανοϊσραηλινού πολέμου εναντίον της Τεχεράνης.

Τον Ιούλιο, οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι, μια ένοπλη οργάνωση με βάση την Υεμένη, υποστήριξαν ότι έπληξαν δύο σαουδαραβικά πετρελαιοφόρα στην Ερυθρά Θάλασσα.

Οι παράγοντες Κίνα και Ρωσία

Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνηθούν να συνεργαστούν, το Ριάντ μπορεί να στραφεί σε άλλους προμηθευτές. Η Κίνα και η Ρωσία έχουν ισχυρή παρουσία στη διεθνή αγορά πυρηνικής ενέργειας.

Η Ουάσιγκτον υπολογίζει ότι θα έχει μεγαλύτερη δυνατότητα επιρροής εάν οι αμερικανικές εταιρείες συμμετέχουν στην ανάπτυξη του προγράμματος.

Όμως η σαουδαραβική ανησυχία για το Ιράν δεν αφορά μόνο το πυρηνικό του πρόγραμμα.

Οι δύο χώρες ανταγωνίζονται εδώ και χρόνια για την επιρροή στη Μέση Ανατολή. Η αντιπαράθεση εκδηλώνεται σε ολόκληρη την περιοχή.

Η πίεση των Χούθι

Η δράση των Χούθι στην Υεμένη έχει ενισχύσει τις ανησυχίες του Ριάντ διότι νιώθει μια άμεση απειλή τόσο εξ ανατολών όσο και από το νότο, από τους Χούθι.

Οι Χούθι έχουν εξαπολύσει επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον στόχων στη Σαουδική Αραβία και σε άλλες χώρες της περιοχής. Η οργάνωση θεωρείται στενά συνδεδεμένη με το Ιράν και αποτελεί μέρος του ευρύτερου δικτύου ένοπλων οργανώσεων που υποστηρίζει η Τεχεράνη.

Για τη Σαουδική Αραβία, η εμπειρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.

Το Ριάντ έχει δει ότι η ασφάλεια μιας χώρας μπορεί να απειληθεί σοβαρά από έναν αντίπαλο που δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα και δεν είναι μια μεγάλη συμβατική στρατιωτική δύναμη.

Το Ιράν, από την άλλη πλευρά, διαθέτει πυραυλικές δυνατότητες, αναπτυγμένη πυρηνική τεχνογνωσία και ένα δίκτυο συμμάχων στην περιοχή.

Η Σαουδική Αραβία παράλληλα θέλει να μειώσει την εξάρτησή της από τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας. Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας.

Ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, η Σαουδική Αραβία θα επιδιώξει να κάνει το ίδιο.

Ένα σύνθετο πρόβλημα και για το Ισραήλ

Η Σαουδική Αραβία δεν θεωρείται σήμερα από το Ισραήλ εχθρικό κράτος με την έννοια που ισχύει για το Ιράν. Οι δύο χώρες δεν έχουν διπλωματικές σχέσεις, όμως τα τελευταία χρόνια έχουν συγκλίνει σε ένα βασικό ζήτημα: την αντιμετώπιση της ιρανικής επιρροής.

Η κοινή ανησυχία για την Τεχεράνη έχει δημιουργήσει περιθώρια συνεργασίας μεταξύ τους.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ θα αντιμετωπίσει χωρίς επιφυλάξεις την απόκτηση ευαίσθητων πυρηνικών δυνατοτήτων από τη Σαουδική Αραβία. Στην ουσία έχει σοβαρές αντιρρήσεις και τις εξέφρασε δημοσίως.

Το Ισραήλ έχει ιδιαίτερη στρατηγική ευαισθησία απέναντι στη διάδοση πυρηνικών δυνατοτήτων στη Μέση Ανατολή. Κανείς όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι η πολιτική κατάσταση θα παραμείνει ίδια για τις επόμενες δεκαετίες.

Γιατί ο Τραμπ κάνει αυτή την επιλογή

Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν οι εταιρείες τους να αναλάβουν σημαντικό μέρος αυτών των έργων που προβλέπει η νέα συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία.

Το Ριάντ είναι μία από τις μεγαλύτερες αγορές στον κόσμο και οι πυρηνικές υποδομές σημαίνουν πολλά δισ. δολάρια για τις αμερικανικές εταιρείες που έχουν φτάσει σε ένα εκπληκτικό τεχνολογικό επίπεδο στον τομέα αυτόν. Και όχι μόνον για την κυρίαρχη Westinghouse, αλλά και για αρκετές άλλες, που παράγουν μικρότερους αντιδραστήρες, όπως αυτός της Antares.

Μικρός αρθρωτός πυρηνικός αντιδραστήρας της αμερικανικής εταιρείας Antares

Μικρός αρθρωτός πυρηνικός αντιδραστήρας της αμερικανικής εταιρείας Antares © Αntares

Έτσι η αμερικανική κυβέρνηση ανταγωνίζεται την Κίνα, τη Ρωσία, τη Γαλλία και τη Νότια Κορέα, που διαθέτουν αντίστοιχη τεχνολογία, και τις αφήνει πρακτικά έξω από το χορό.

Ο Τραμπ θέλει επίσης να διατηρήσει τη Σαουδική Αραβία κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες. Διότι το Ριάντ τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει τις σχέσεις του με την Κίνα και τη Ρωσία. Δεν θέλει να εξαρτάται από έναν μόνο μεγάλο σύμμαχο.

Η Ουάσιγκτον φοβάται ότι μια άρνηση συνεργασίας θα ωθήσει τη Σαουδική Αραβία προς το Πεκίνο ή τη Μόσχα.

Ποιες άλλες χώρες της περιοχής στρέφονται στην πυρηνική ενέργεια;

Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έγιναν το πρώτο αραβικό κράτος που έθεσε σε λειτουργία πυρηνικό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μεγάλης κλίμακας, όταν ο σταθμός Μπαράκα στο Αμπού Ντάμπι τέθηκε σε λειτουργία το 2020. Ο σταθμός καλύπτει περίπου το 25% της ηλεκτροπαραγωγής των ΗΑΕ.

Η Αίγυπτος, η πολυπληθέστερη αραβική χώρα, υπέγραψε πριν από περίπου μία δεκαετία συμφωνία ύψους 30 δισ. δολαρίων με τη ρωσική Rosatom για την κατασκευή τεσσάρων αντιδραστήρων σε πυρηνικό σταθμό, ο οποίος βρίσκεται υπό κατασκευή.

Αν και καμία αραβική χώρα δεν είναι γνωστό ότι διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, το Ισραήλ, το οποίο άρχισε να λειτουργεί αντιδραστήρα παραγωγής πλουτωνίου το 1963, διαθέτει περίπου 80 πυρηνικά όπλα, σύμφωνα με το Stockholm International Peace Research Institute.

Το Ισραήλ δεν έχει παραδεχθεί ποτέ ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα.

Η Τουρκία έχει ήδη ξεκινήσει

Στην ευρύτερη περιοχή η Τουρκία κατασκευάζει ήδη το πρώτο της πυρηνικό εργοστάσιο στο Ακούγιου, στη Μερσίνα.

Το έργο αποτελείται από τέσσερις αντιδραστήρες και κατασκευάζεται από τη ρωσική Rosatom. Η τουρκική κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από την πρώτη μονάδα μέσα στο 2026.

Η δεύτερη μονάδα σχεδιάζεται στη Σινώπη, στη Μαύρη Θάλασσα. Η τρίτη προβλέπεται στην περιοχή της Θράκης. Η Τουρκία έχει επίσης θέσει ως στόχο την ανάπτυξη συνολικά τριών πυρηνικών σταθμών, με συνολικά 12 αντιδραστήρες, σύμφωνα με τα στοιχεία του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

Η Άγκυρα εξετάζει επίσης μικρούς αρθρωτούς (σπονδυλωτούς) αντιδραστήρες, ένας τομέας όπου οι Αμερικανοί προηγούνται σημαντικά.

Η Ελλάδα μόλις τώρα αρχίζει να συζητά το ενδεχόμενο

Η Αθήνα έχει αναπτύξει τελευταία πολύ στενότερες ενεργειακές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Ελλάδα έχει εξελιχθεί σε σημαντικό κόμβο για την εισαγωγή και τη μεταφορά αμερικανικού LNG προς την Ευρώπη και συμμετέχει σε ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της ευρωπαϊκής ενεργειακής εξάρτησης από τη Ρωσία.

Δεν φαίνεται όμως να θέλει να εκμεταλλευτεί και να επεκτείνει αυτή τη σχέση και στον πυρηνικό ενεργειακό τομέα – ή έστω να το μελετήσει.

Η χώρα δεν έχει αποφασίσει την κατασκευή πυρηνικού σταθμού – ούτε καν συζητά γιαυτό. Μόλις τον Μάρτιο του 2026 ο Κυριάκος Μητσοτάκης άνοιξε επίσημα τη συζήτηση για το εάν η πυρηνική ενέργεια, και ειδικότερα οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, θα μπορούσαν να ενταχθούν στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα.

mini nuclear reactor ΝΑΝΟ

MMR (Micro-Modular Reactor), υπόγεια τοποθετημένος αρθρωτός μίνι πυρηνικός αντιδραστήρας της αμερικανικής NANO nuclear energy. © ΝΑΝΟ

Η Ιαπωνία δείχνει ότι το θέμα δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή

Πρόσφατα ο Ιάπωνας υπουργός Άμυνας Σιντζίρο Κοϊζούμι έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο επανεξέτασης της ιαπωνικής πολιτικής για τα πυρηνικά, καθώς το περιβάλλον ασφαλείας στην Ανατολική Ασία γίνεται πιο δύσκολο.

Η Ιαπωνία εξακολουθεί να στηρίζεται στις τρεις μη πυρηνικές αρχές της: Δεν θα κατέχει, δεν θα παράγει και δεν θα επιτρέπει την εισαγωγή πυρηνικών όπλων.

Η συζήτηση όμως έχει αρχίσει να αλλάζει. Kαι αυτό διότι η πυρηνική υπερδύναμη Κίνα ενισχύει τις στρατιωτικές της δυνατότητες. Η Βόρεια Κορέα διαθέτει εδώ και καιρό πυρηνικό οπλοστάσιο. Η Ιαπωνία εξαρτάται από την αμερικανική πυρηνική αποτροπή και αμυντική «ομπρέλα», αλλά στο Τόκιο υπάρχουν πλέον φωνές, όπως του Κοϊζούμι, που υποστηρίζουν ότι η χώρα πρέπει να εξετάσει όλες τις επιλογές της.

Η Ιαπωνία μπορεί να μην διαθέτει πυρηνικά όπλα. Διαθέτει όμως υψηλό επίπεδο τεχνολογικής και βιομηχανικής ανάπτυξης στον πυρηνικό ενεργειακό τομέα.

Μια νέα πυρηνική πραγματικότητα

Το όλο θέμα δείχνει ότι η σημερινή συζήτηση δεν αφορά μόνο το εάν μια χώρα διαθέτει πυρηνικά όπλα.

Αφορά και το εάν διαθέτει την τεχνολογία, την τεχνογνωσία, τις υποδομές αλλά και την απόφαση για να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να είναι έτοιμη, κερδίζοντας πολύτιμο χρόνο.

Αντάλλαγμα το κόστος και ίσως -για κάποιες δημοκρατικές χώρες- ή εσωτερική αντίδραση προς μία τέτοια στρατηγική απόφαση, τόσο στο ενεργειακό, όσο και στο αμυντικό σκέλος.

Η συμφωνία των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Σαουδική Αραβία δεν σημαίνει ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται αυτόματα σε μια κούρσα κατασκευής πυρηνικών όπλων.

Μπορεί όμως να δημιουργήσει μια διαφορετική μορφή ανταγωνισμού και ένα ντόμινο εξελίξεων χωρίς επιστροφή, σε ταραγμένες εποχές, όπου η στρατηγική ισορροπία δυνάμεων είναι πιο δύσκολη και ασταθής από ποτέ.