Ο Τραμπ ανέτρεψε την πυρηνική συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία λίγες ώρες μετά την υπογραφή της

Ο λόγος ήταν σύμφωνα με το CNN ότι τέθηκε ως όρος το Ριάντ να αποδεχτεί τις συμφωνίες του Αβραάμ και να αναγνωρίσει το Ισραήλ

O πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποδέχεται τον ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν στον Λευκό Οίκο © EPA/ANNA ROSE LAYDEN /POOL

Το απόγευμα της Τετάρτης 23 Ιουλίου, σύμφωνα με το CNN αξιωματούχοι συγκεντρώθηκαν στα κεντρικά γραφεία του αμερικανικού υπουργείου Ενέργειας, στο κέντρο της Ουάσιγκτον, για μια εκδήλωση που προετοιμαζόταν επί περισσότερες από δύο δεκαετίες: την υπογραφή συμφωνίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας για την παραγωγή πυρηνικής ενέργειας για ειρηνικούς σκοπούς.

Δύο σειρές αμερικανικών και σαουδαραβικών σημαιών είχαν τοποθετηθεί στη σκηνή και στο τραπέζι όπου καθόταν ο υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ. Σε μια μεγάλη οθόνη εμφανιζόταν από το Ριάντ ο Σαουδάραβας ομόλογός του. Έπειτα από μήνες καθυστερήσεων, η συμφωνία υπογράφηκε, με τους Σαουδάραβες να εξασφαλίζουν με αυτήν μεγάλο μέρος όσων ζητούσαν.

Όμως, σχεδόν αμέσως μετά την ανακοίνωσή της, η συμφωνία φάνηκε να καταρρέει. Την Πέμπτη το πρωί, ο Τραμπ ανέφερε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι η συμφωνία ίσχυε  υπό έναν νέο όρο: η Σαουδική Αραβία θα έπρεπε να ενταχθεί στις Συμφωνίες του Αβραάμ, μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε ο Τραμπ κατά την πρώτη θητεία του με σκοπό την εξομάλυνση των διπλωματικών σχέσεών τους με το Ισραήλ. Ο Τραμπ διέψευσε επίσης ότι η συμφωνία θα επέτρεπε τον εμπλουτισμό ουρανίου.

Ο πρόεδρος, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει το θέμα, ήταν ήδη εξοργισμένος με τη δημοσιοποίηση της συμφωνίας, καθώς ο Ράιτ δεν τον είχε ενημερώσει ότι επρόκειτο να την ανακοινώσει.

Η δυσαρέσκεια του Τραμπ εντάθηκε στη συνέχεια, όπως ανέφεραν πηγές στο CNN, μετά την καταιγιστική κριτική που δέχτηκε από ειδικούς και συντηρητικά μέσα ενημέρωσης. Μεταξύ αυτών ήταν το Fox News και η Wall Street Journal, που έθεσε το ερώτημα γιατί οι ΗΠΑ σύναψαν συμφωνία χωρίς να περιλαμβάνει συμφωνία εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ — που όπως και τα δύο μέσα υπογράμμισαν επιδίωκε πάντα ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν.

Ο νέος όρος, για τον οποίο ο Λευκός Οίκος επέμενε ότι αποτελούσε εδώ και καιρό στόχο του Τραμπ και δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη, αιφνιδίασε τους ίδιους τους διαπραγματευτές της κυβέρνησης για τα πυρηνικά ζητήματα, οι οποίοι δεν ανέμεναν να τεθεί ως προϋπόθεση η ένταξη στις Συμφωνίες του Αβραάμ, δήλωσαν στο CNN δύο πηγές που είχαν ενημερωθεί για το θέμα.

Καθώς επικράτησε σύγχυση, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου επέρριψαν ευθύνες στους συναδέλφους τους στο υπουργείο Ενέργειας, σύμφωνα με μία πηγή, η οποία ανέφερε ότι ο Λευκός Οίκος είχε ζητήσει από το υπουργείο να μην παρουσιάσει τη συμφωνία την Τετάρτη. Ωστόσο, ο Ράιτ, για τον οποίο αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου είχαν διαμαρτυρηθεί και στο παρελθόν ότι βιαζόταν και υπερέβαινε τα όρια του ρόλου του, προχώρησε κανονικά, μεταξύ άλλων και με συνέντευξη στο Fox Business.

Κατά την άποψη ορισμένων συνεργατών του Τραμπ, η συμφωνία δεν είχε οριστικοποιηθεί, καθώς δεν είχαν αποσταλεί οι απαιτούμενες επιστολές στο Κογκρέσο. Ο πρόεδρος και πολλοί από τους ανώτερους συνεργάτες του ήταν έξαλλοι με την απόφαση να δημοσιοποιηθεί η συμφωνία, ανέφερε η πηγή.

«Η ενεργειακή ομάδα του προέδρου Τραμπ είναι πλήρως συντονισμένη και ήταν πάντοτε: η συμφωνία για την πυρηνική ενέργεια για ειρηνικούς σκοπούς, η οποία βρίσκεται υπό διαπραγμάτευση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας, εξαρτάται από την ένταξη της Σαουδικής Αραβίας στις επιτυχημένες Συμφωνίες του Αβραάμ, οι οποίες θα συμβάλουν στην επίτευξη πραγματικής ειρήνης στη Μέση Ανατολή», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τέιλορ Ρότζερς.

Το υπουργείο Ενέργειας τόνισε ότι βρισκόταν σε στενό συντονισμό με τον Λευκό Οίκο. «Πρόκειται για ψευδή είδηση. Το υπουργείο Ενέργειας συντόνισε στενά με τον Λευκό Οίκο και το Στέιτ Ντιπάρτμεντ τόσο τις διαπραγματεύσεις όσο και την ανακοίνωση αυτών των συμφωνιών. Κάθε αντίθετος ισχυρισμός είναι ψευδής», ανέφερε σε δήλωσή του ο εκπρόσωπος Τύπου Μπεν Ντίτντεριχ, προσθέτοντας ότι η συμφωνία και οι Συμφωνίες του Αβραάμ «υπηρετούν έναν κοινό στόχο — την επίτευξη μόνιμης ειρήνης μέσω του εμπορίου και όχι μέσω της σύγκρουσης».

Η οργή του Λευκού Οίκου μεγάλωσε όταν κατά την ενημέρωση των δημοσιογράφων την Πέμπτη κυριάρχησαν οι ερωτήσεις για τη συμφωνία. Η Κάρολαϊν Λέβιτ επισήμανε ότι ο Τραμπ ήταν ο «τελικός διαπραγματευτής», όταν ρωτήθηκε γιατί ο νέος όρος δεν είχε συμπεριληφθεί στην ανακοίνωση της Τετάρτης.

Η ανάρτηση του Τραμπ στο Truth Social το πρωί της Πέμπτης αιφνιδίασε επίσης τους Σαουδάραβες, για τους οποίους η πυρηνική συμφωνία —η οποία δεν περιλάμβανε την απαίτηση εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ— αποτελούσε μεγάλη επιτυχία. Η συμφωνία θα επέτρεπε τον εμπλουτισμό ουρανίου σε σαουδαραβικό έδαφος, μόλις εκπληρώνονταν ορισμένες προϋποθέσεις, ενώ θα περιόριζε τη δυνατότητα μιας υπηρεσίας εποπτείας του ΟΗΕ να επιθεωρεί ύποπτες μυστικές πυρηνικές εγκαταστάσεις. Το CNN έχει απευθυνθεί στη σαουδαραβική πρεσβεία για σχόλιο.

Μια πολυαναμενόμενη συμφωνία που αντιμετωπίστηκε κυρίως με αρνητικές αντιδράσεις

Η εξέλιξη αποτέλεσε μια ανατροπή της τελευταίας στιγμής σε μια πολύχρονη διπλωματική προσπάθεια

Σχεδόν δύο δεκαετίες αφότου οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία ανακοίνωσαν για πρώτη φορά την πρόθεσή τους να συνεργαστούν στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, οι δύο χώρες κατέληξαν σε κατ’ αρχήν συμφωνία τον Οκτώβριο 2025, όταν ο Ράιτ και ο Σαουδάραβας ομόλογός του προχώρησαν σε κοινή δήλωση.

Η κυβέρνηση Τραμπ υπέβαλε λίγο αργότερα στο Κογκρέσο έκθεση για τη χορήγηση εξαίρεσης, επειδή η συμφωνία δεν απαιτούσε από τους Σαουδάραβες να υπογράψουν μια τυπική συμφωνία που ονομάζεται Πρόσθετο Πρωτόκολλο με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.

Ωστόσο, μετά το αρχικό αίτημα εξαίρεσης προς το Κογκρέσο, η συμφωνία παρέμεινε σε εκκρεμότητα επί μήνες, χωρίς την έγκριση του Τραμπ, όπως είχε μεταδώσει προηγουμένως το CNN. Πηγές απέδωσαν την καθυστέρηση στις ανησυχίες για τον πόλεμο στο Ιράν και στους φόβους ότι το Κογκρέσο θα μπορούσε να απορρίψει τις συμφωνίες.

Αξιωματούχοι του υπουργείου Ενέργειας πίστευαν ότι είχαν λάβει την έγκριση του Τραμπ στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, σύμφωνα με πηγή που γνωρίζει το θέμα, και το υπουργείο ξεκίνησε την από καιρό σχεδιασμένη επικοινωνιακή παρουσίαση της συμφωνίας.

Άλλη πηγή επισήμανε ότι, ακόμη και αν ο Τραμπ είχε εγκρίνει μια «προσωρινή» συμφωνία, αυτό δεν αποτελούσε πράσινο φως για την οριστικοποίηση ή τη δημοσιοποίησή της.

Οι πρώτες αντιδράσεις ειδικών στους όρους της συμφωνίας, όπως αυτοί μεταδόθηκαν, ήταν σε μεγάλο βαθμό αρνητικές. Ειδικοί στη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων εξέφρασαν ανησυχία για τη διάταξη περί εμπλουτισμού, καθώς και για την απουσία δέσμευσης στις ενισχυμένες εγγυήσεις του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Οι υποστηρικτές της συμφωνίας εστίασαν στα εμπορικά της οφέλη και στον στρατηγικό υπολογισμό: οι Σαουδάραβες επιθυμούν ένα πυρηνικό πρόγραμμα με τους δικούς τους όρους και οι ΗΠΑ θα πρέπει να συνεργαστούν με το Ριάντ, αποκτώντας επιρροή στις σαουδαραβικές πρακτικές ασφάλειας και μη διάδοσης — προτού καλύψουν το κενό η Κίνα ή η Ρωσία.

Η άσκηση κριτικής δεν απέτρεψε αρχικά την κυβέρνηση, η οποία υποστήριξε ότι η συμφωνία και οι διμερείς δικλίδες ασφαλείας «τηρούν τα υψηλότερα πρότυπα πυρηνικής ασφάλειας και μη διάδοσης». Το υπουργείο Ενέργειας προχώρησε την περασμένη Τετάρτη στην επίσημη τελετή υπογραφής.

Μετά την αλλαγή των δεδομένων το πρωί της Πέμπτης, πολλοί κοντά στην κυβέρνηση υποψιάστηκαν αμέσως παρέμβαση της τελευταίας στιγμής από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, του οποίου οι επιφυλάξεις για ένα σαουδαραβικό πυρηνικό πρόγραμμα είναι ευρέως γνωστές. Το Ισραήλ, το οποίο διαθέτει πυρηνικά όπλα, αντιτίθεται σε οποιαδήποτε ρύθμιση θα μπορούσε να επιτρέψει σε μια αραβική χώρα να αποκτήσει πυρηνική βόμβα.

Δύο ισραηλινές πηγές δήλωσαν στο CNN ότι ο Νετανιάχου έλπιζε να επηρεάσει τη συμφωνία και η μία πρόσθεσε ει ότι ο πρωθυπουργός σκόπευε να πιέσει τον Τραμπ ώστε να συμπεριλάβει στη συμφωνία την εξομάλυνση των σχέσεων με το Ριάντ — ή τουλάχιστον κάποια πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος δήλωσε αργότερα ότι ο Τραμπ και ο Νετανιάχου δεν είχαν συνομιλήσει — «Όχι απ’ όσο γνωρίζω», είπε η Λέβιτ στους δημοσιογράφους — και ότι ο Τραμπ απλώς επαναλάμβανε μια πάγια θέση του για την εξομάλυνση των διπλωματικών σχέσεων του Ριάντ με το Ισραήλ.