Μέση Ανατολή: Σενάρια τρόμου για κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, μετά τη συμφωνία ΗΠΑ-Σαουδικής Αραβίας

Η πυρηνική συμφωνία Ουάσιγκτον-Ριάντ αλλάζει τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή, ενώ προκαλεί ανησυχίες και αντιδράσεις στο Ισραήλ

O πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποδέχεται τον ηγέτη της Σαουδικής Αραβίας Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν στον Λευκό Οίκο © EPA/ANNA ROSE LAYDEN /POOL

Η συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Σαουδικής Αραβίας για την ανάπτυξη πυρηνικού προγράμματος θεωρείται μία από τις σημαντικότερες γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών στη Μέση Ανατολή.

Παρά τα οικονομικά και ενεργειακά οφέλη που υπόσχεται, προκαλεί έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις στην ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και τον κίνδυνο εξάπλωσης της κούρσας των πυρηνικών εξοπλισμών. Το πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο της συμφωνίας αφορά τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου εντός της Σαουδικής Αραβίας, κάτι που ανησυχεί ήδη το Ισραήλ στην περιοχή.

Πρόκειται για μια συμφωνία-ορόσημο, η οποία φιλοδοξεί να ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών και να δώσει νέα ώθηση στις αμερικανικές εξαγωγές πυρηνικής τεχνολογίας, ανέφερε ο υπουργός Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ.

Η συμφωνία δημιουργεί το νομικό πλαίσιο για μια μακροχρόνια συνεργασία, που θα ενισχύσει το διμερές εμπόριο, όπως είπε, θα δημιουργήσει καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ και θα συμβάλει στην ενεργειακή ασφάλεια των συμμάχων της Ουάσιγκτον.

Πυρηνικά: Τι προβλέπει η συμφωνία ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας

Η συμφωνία δημιουργεί επίσης σημαντικές επιχειρηματικές ευκαιρίες για τις αμερικανικές εταιρείες πυρηνικής τεχνολογίας, οι οποίες θα είναι οι μόνες που θα μπορούν να συμμετάσχουν στους σχετικούς διαγωνισμούς, διεκδικώντας συμβόλαια συνολικής αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Διασφαλίζει ότι οι αμερικανικές εταιρείες θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη της πυρηνικής υποδομής της χώρας, περιορίζοντας την επιρροή ανταγωνιστών, όπως η Κίνα και η Ρωσία, σε έναν ιδιαίτερα στρατηγικό τομέα.

Το σχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα κατασκευής εγκατάστασης εμπλουτισμού ουρανίου στη Σαουδική Αραβία, υπό την προϋπόθεση ότι κοινή διετής επιστημονική αξιολόγηση θα καταλήξει πως οι εγκαταστάσεις δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για στρατιωτικούς σκοπούς. Αν και η συμφωνία θα υποβληθεί στο αμερικανικό Κογκρέσο, δεν απαιτείται η έγκρισή του για την επικύρωσή της.

  • Προϋπόθεση Τραμπ: Οι Σαουδάραβες να αναγνωρίσουν το Ισραήλ

Ο Ντόναλντ Τραμπ, πάντως, θέτει ως προϋπόθεση την προσχώρηση του Ριάντ στις Συμφωνίες του Αβραάμ, την αναγνώριση του Κράτους του Ισραήλ από το Ριάντ, για την υλοποίηση της πυρηνικής συμφωνίας, με ανάρτησή του, μία ημέρα μετά την υπογραφή του σχετικού deal.

Συγκεκριμένα, ο Αμερικανός πρόεδρος σημειώνει: «Η Συμφωνία Πυρηνικής Συνεργασίας (δεν θα υπάρξει εμπλουτισμός υλικού!) που συνήφθη μεταξύ του υπουργείου Ενέργειας των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας, η οποία αφορά μόνο μη στρατιωτική χρήση, όπως αυτές που έχουν ήδη το Ιράν και τα ΗΑΕ (και άλλα κράτη), θα εγκριθεί, αλλά υπόκειται πλήρως στην προσχώρηση της Σαουδικής Αραβίας στις αξιοσέβαστες και επιτυχημένες Συμφωνίες του Αβραάμ. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιτίθενται στις Μη – Στρατιωτικές Πυρηνικές Εγκαταστάσεις».

Για τη Σαουδική Αραβία, η ανάπτυξη πυρηνικής ενέργειας αποτελεί βασικό πυλώνα του προγράμματος οικονομικού μετασχηματισμού «Vision 2030», το οποίο προωθεί ο διάδοχος του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν. Στόχος είναι η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από πυρηνικούς σταθμούς, ώστε να μειωθεί η εγχώρια κατανάλωση πετρελαίου και να αυξηθούν οι εξαγωγές αργού, ενισχύοντας τα δημόσια έσοδα.

Πυρηνικά και εμπλουτισμός ουρανίου: Το επίκεντρο της διαμάχης

Το πιο αμφιλεγόμενο στοιχείο της συμφωνίας αφορά τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου εντός της Σαουδικής Αραβίας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της συμφωνίας, μπορεί να κατασκευαστεί μονάδα εμπλουτισμού ουρανίου, μόνο εφόσον μια κοινή αμερικανο-σαουδαραβική μελέτη διάρκειας δύο ετών καταλήξει ότι μια τέτοια εγκατάσταση είναι αναγκαία και μπορεί να λειτουργήσει αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς.

Η πρόβλεψη αυτή έχει προκαλέσει ιδιαίτερο προβληματισμό, καθώς ο εμπλουτισμός ουρανίου αποτελεί μία από τις πλέον κρίσιμες τεχνολογίες στον πυρηνικό κύκλο καυσίμου. Αν και χρησιμοποιείται για την παραγωγή καυσίμου σε πυρηνικούς αντιδραστήρες, η ίδια τεχνολογία μπορεί, με υψηλότερα επίπεδα εμπλουτισμού, να αξιοποιηθεί και για την παραγωγή πυρηνικών όπλων.

Πολλές χώρες που διαθέτουν πυρηνική ενέργεια επιλέγουν να εισάγουν το απαραίτητο καύσιμο αντί να αναπτύξουν εγχώρια δυνατότητα εμπλουτισμού, ακριβώς για να περιορίζονται οι κίνδυνοι διάδοσης ευαίσθητης τεχνολογίας.

Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι θα υπάρχει συνεχής εποπτεία τόσο του εμπλουτισμένου ουρανίου όσο και των χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων, ώστε να αποκλείεται οποιαδήποτε στρατιωτική αξιοποίησή τους.

ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο

Μάρκο Ρούμπιο © EPA/WILL OLIVER

Οι ανησυχίες για νέα κούρσα πυρηνικών στη Μέση Ανατολή

Παρά τις αμερικανικές διαβεβαιώσεις, οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στον τομέα της μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων προειδοποιούν ότι η συμφωνία μπορεί να δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο.

Η Σαουδική Αραβία έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι, εάν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικό όπλο, θα επιδιώξει και η ίδια να αποκτήσει αντίστοιχη αποτρεπτική δυνατότητα. Το ενδεχόμενο ανάπτυξης εγκαταστάσεων εμπλουτισμού ουρανίου ενισχύει τους φόβους ότι θα μπορούσε να δημιουργηθεί η τεχνολογική βάση για ένα μελλοντικό στρατιωτικό πρόγραμμα, ακόμη και αν σήμερα η συμφωνία αφορά αποκλειστικά ειρηνική χρήση.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η Ουάσιγκτον συνεχίζει να ασκεί πιέσεις στο Ιράν, προκειμένου να αποτρέψει την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων. Για πολλούς αναλυτές η διαφορετική μεταχείριση των δύο χωρών ενδέχεται να περιπλέξει περαιτέρω τις ισορροπίες στην περιοχή.

Ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, απέρριψε τις επικρίσεις, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να συνάψουν συμφωνία που θα αυξάνει τον κίνδυνο διάδοσης πυρηνικών όπλων και υποστήριξε ότι προβλέπονται επαρκείς μηχανισμοί παρακολούθησης.

Το Ισραήλ, η ΔΟΑΕ και οι αντιδράσεις στο Κογκρέσο

Ωστόσο, αρκετοί ειδικοί εκτιμούν ότι η συμφωνία δεν περιλαμβάνει τις αυστηρές ασφαλιστικές δικλίδες προηγούμενων συμφωνιών πυρηνικής συνεργασίας.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η Σαουδική Αραβία δεν θα υποχρεωθεί να εφαρμόσει το «Πρόσθετο Πρωτόκολλο» της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΔΟΑΕ), το οποίο επιτρέπει εκτεταμένες επιθεωρήσεις και αυξημένους μηχανισμούς επαλήθευσης, για να διασφαλίζεται ότι το πυρηνικό υλικό χρησιμοποιείται αποκλειστικά για ειρηνικούς σκοπούς.

Επιπλέον, σε αντίθεση με τη συμφωνία που είχαν υπογράψει οι Ηνωμένες Πολιτείες με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία δεν φαίνεται να δεσμεύεται ρητά ότι δεν θα επιδιώξει εμπλουτισμό ουρανίου ή επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένων πυρηνικών καυσίμων. Η συγκεκριμένη δέσμευση είχε χαρακτηριστεί διεθνώς ως το «χρυσό πρότυπο» των συμφωνιών πυρηνικής συνεργασίας.

Οι εξελίξεις έχουν προκαλέσει έντονη ανησυχία στο Ισραήλ, το οποίο θεωρεί ότι η συμφωνία θα μπορούσε να επιταχύνει μια περιφερειακή κούρσα εξοπλισμών. Αν και το Τελ Αβίβ δεν έχει επιβεβαιώσει ποτέ επίσημα ότι διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, εκτιμάται ευρέως ότι αποτελεί τη μοναδική πυρηνική δύναμη της Μέσης Ανατολής και επιδιώκει να διατηρήσει αυτό το στρατηγικό πλεονέκτημα.

Αντίστοιχες επιφυλάξεις εκφράζονται και στο αμερικανικό Κογκρέσο. Δημοκρατικοί γερουσιαστές υποστηρίζουν ότι η συμφωνία ενδέχεται να ενθαρρύνει και άλλα κράτη της περιοχής να αναπτύξουν αντίστοιχες δυνατότητες, δυσχεραίνοντας παράλληλα τις προσπάθειες περιορισμού του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν.

Παρά τις αντιδράσεις, θεωρείται δύσκολο να ανατραπεί η συμφωνία. Αν και θα υποβληθεί στο Κογκρέσο, για να απορριφθεί απαιτείται κοινό ψήφισμα και πλειοψηφία δύο τρίτων στα δύο σώματα, ώστε να υπερκεραστεί πιθανό προεδρικό βέτο, γεγονός που καθιστά την ανατροπή της πολιτικά ιδιαίτερα δύσκολη.

Πολιτικό πλήγμα για τον Νετανιάχου – Τι φοβάται το Ισραήλ

Η συμφωνία, διάρκειας 30 ετών, εγκρίθηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αποτελώντας, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου.

Η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό στο Ισραήλ, όπου κυβερνητικοί και στρατιωτικοί κύκλοι εκφράζουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο να ανοίξει ο δρόμος για μια νέα πυρηνική κούρσα στη Μέση Ανατολή.

Παρ’ ότι το Ισραήλ δεν έχει αναγνωρίσει ποτέ επισήμως ότι διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, διεθνείς αναλυτές εκτιμούν ότι κατέχει 80 έως 90 πυρηνικές κεφαλές, οι οποίες μπορούν να μεταφερθούν με πυραύλους, αεροσκάφη ή υποβρύχια. Η χώρα εξακολουθεί να εφαρμόζει τη λεγόμενη πολιτική της «στρατηγικής ασάφειας», αποφεύγοντας να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει επισήμως τις σχετικές εκτιμήσεις.

Ο υπουργός Οικονομίας του Ισραήλ, Νιρ Μπαρκάτ, επιχείρησε να υποβαθμίσει τις ανησυχίες, δηλώνοντας ότι, εφόσον το πρόγραμμα περιορίζεται αποκλειστικά σε πολιτική χρήση, η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψει να τεθεί σε κίνδυνο η ασφάλεια του Ισραήλ. Εξέφρασε, μάλιστα, την πεποίθηση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα διαχειριστούν την κατάσταση χωρίς να δημιουργηθούν νέοι κίνδυνοι.

ΝΤΟΝΑΛΝΤ ΤΡΑΜΠ, ΝΕΤΑΝΙΑΧΟΥ, ΗΠΑ, ΙΣΡΑΗΛ

Μπενιαμίν Νετανιάχου και Ντόναλντ Τραμπ © EPA/SHAWN THEW

Ρήξη με την πολιτική Μπάιντεν και νέες αντιδράσεις

Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις, η απογοήτευση στο Ισραήλ είναι εμφανής. Η κυβέρνηση Τραμπ εγκατέλειψε την προηγούμενη αμερικανική θέση, που συνέδεε την παροχή πυρηνικής τεχνολογίας προς τη Σαουδική Αραβία με την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Ριάντ και Ισραήλ, στο πρότυπο των «Συμφωνιών του Αβραάμ». Αντίστοιχη ήταν και η προσέγγιση της κυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν, η οποία είχε απορρίψει οποιαδήποτε σχετική συμφωνία χωρίς προηγούμενη διπλωματική προσέγγιση των δύο χωρών.

Τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης υπενθύμισαν παράλληλα τις δηλώσεις του διαδόχου του σαουδαραβικού θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ήδη από το 2018 ότι η χώρα του θα επιδιώξει την ανάπτυξη στρατιωτικού πυρηνικού προγράμματος, εφόσον το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα.

Η συμφωνία προκάλεσε έντονες πολιτικές αντιδράσεις και στο εσωτερικό του Ισραήλ. Ο πρώην υπουργός Άμυνας, Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, χαρακτήρισε τη συμφωνία «απολύτως απαράδεκτη», υποστηρίζοντας ότι κάθε στρατιωτικό πυρηνικό πρόγραμμα ξεκινά ως πολιτικό. Από την πλευρά του, ο πρώην πρωθυπουργός, Εχούντ Μπάρακ, εκτίμησε ότι η εξέλιξη αποδεικνύει πως ο Ντόναλντ Τραμπ δεν λαμβάνει πλέον υπόψη τις αντιρρήσεις του Μπενιαμίν Νετανιάχου και διαμορφώνει τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή με μεγαλύτερη αυτονομία.

Πάντως, η Τζένιφερ Τ. Γκόρντον του Atlantic Council χαρακτηρίζει τη συμφωνία επιτυχία για την αμερικανική πολιτική μη διάδοσης των πυρηνικών όπλων. Όπως επισημαίνει, η Σαουδική Αραβία έχει καταστήσει σαφές ότι θα προχωρήσει στην ανάπτυξη πολιτικού πυρηνικού προγράμματος, με ή χωρίς τη συμμετοχή των ΗΠΑ.

Το βασικό ερώτημα, σύμφωνα με την ίδια, ήταν αν το Ριάντ θα συνεργαζόταν με την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της ή θα στρεφόταν προς τη Ρωσία και την Κίνα.